Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Το «ταγάρι» των Poll


ΣΤΗΛΗ ΔΙΦΩΝΟΥ  «Αναπολώντας μια συνεργασία» : Το «ταγάρι» των Poll


Του Γιάννη Αλεξίου                                    


O Απρίλης ο μήνας που έχει την τιμητική της η ελληνική ύπαιθρος βγήκε και το θρυλικό σήμερα «ταγάρι» των Poll. O Κώστας Τουρνάς, ο Σταύρος Λογαρίδης και ο Ρόμπερτ Ουίλλιαμς, ένα τρίο που υπήρξε η άλλη φωνή της εποχής στην αρχή των 70΄ς στην Ελλάδα, κατάφεραν τότε να ορθώσουν ανάστημα και σπάσουν το ρεκόρ πωλήσεων στην εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν πολύ δυνατό. Κλειδί της επιτυχίας τους ήταν και η μεγάλη απήχηση που είχαν στα κορίτσια που δεν τους αποχωρίζονταν ακόμη και στο σχολείο ! Ένας «λουλουδάτος» δίσκος με κοινωνικοπολιτικά μηνύματα της εποχής που παραμένουν επίκαιρα σήμερα που οι πόλεμοι συνεχίζουν να είναι η μάστιγα των λαών. Ο Σταύρος Λογαρίδης γυρίζει στο 1971 και εξηγεί γιατί…Poll Σημαίνει Αγάπη ! 


 «Ήμασταν και οι τρεις φίλοι και παίζαμε πολύ ζεστά. Σηκωνόμασταν και κοιμόμασταν με την ιδέα του συγκροτήματος. Ήμασταν συγκρότημα. Πηγαίναμε όλοι μαζί σε πάρτι, σε καφετέριες, σκεπτόμασταν περίπου τα ίδια πράγματα, είχαμε τον ίδιο στόχο την μουσική. Ήμασταν συγκρότημα ! Ο Κώστας με τον Ρόμπερτ ήταν φίλοι και γείτονες. Μου τους σύστησε η εταιρία γιατί ψαχνόντουσαν για καλή φωνή και μπάσο και εγώ ήμουν ήδη στην Polydor στα δεκαέξι μου. Πήγα στο στούντιο όπου έγραφαν κάτι ντέμο του Άνθρωπε Αγάπα και μου άρεσαν πολύ. Τότε ούτε οι Πελόμα Μποκιού, που ήταν πολύ του σαλονιού, ούτε οι Socrates που έκαναν αγγλικό στίχο, ούτε οι Εξαδάκτυλος που ήταν του καφενείου είχαν σχέση με αυτό που έκανα εγώ. Είχα κάποια κομμάτια έτοιμα που γράψαμε με τους Poll. Τα κομμάτια που ήθελαν καλή φωνή και ήταν δύσκολα τα έλεγα εγώ, τα κομμάτια που είχαν κοινωνικό μήνυμα τα τραγούδαγε ο Τουρνάς και ο Ρόμπερτ ήταν πιο συμπληρωματικός. Πιστεύω ότι και οι τρεις είχαμε την ίδια δυναμική στους δίσκους. Στα live ήμουν εγώ πιο δυναμικός και ήμουν πάντα στην μέση. Δεξιά μου ο Κώστας, αριστερά ο Ρόμπερτ. Στην αρχή ήμασταν ευχαριστημένοι αν το ταγάρι πούλαγε πέντε με επτά χιλιάδες και τελικά φτάσαμε τις εκατό. Κανείς της δικής μας κουλτούρας δεν έκανε τέτοιο νούμερο. Τότε δουλεύαμε στο κλαμπ Ελατήριο κάθε μέρα. Το Σάββατο κάναμε δύο παραστάσεις, φεύγαμε απ’ το μαγαζί, πηγαίναμε για φαΐ, μετά κουβάλημα όργανα και χωρίς να κοιμηθούμε Κυριακή πρωί είχαμε τα κυριακάτικα πρωινά στα σινεμά. Κυριακή απόγευμα πάλι παράσταση και το βράδυ ξανά. Ο κόσμος χόρευε σε τρέλα. Το σινγκλ Άνθρωπε Αγάπα βγήκε Απρίλιο και άρχισε να ζεσταίνεται ο κόσμος με τους Poll και ο μεγάλος δίσκος κυκλοφόρησε Οκτώβριο χωρίς να καταλάβουμε πότε ακριβώς βγήκε γιατί τότε χτυπούσαν χιλιάδες λαϊκούς δίσκους και οι δίσκοι των συγκροτημάτων έβγαιναν όποτε είχε κενή πρέσα, δεν υπήρχε πρόγραμμα. Κάθε μέρα είχαμε live και με τα του δίσκου είχαμε ανθρώπους στο μάνατζμεντ. Ήταν ο Κώστας Φασόλας παραγωγός και μάνατζερ, ο Κώστας Χαραλαμπίδης γενικός σύμβουλος και λίγο μάνατζμεντ και ο Τουρνάς που τα μάθαινε πρώτος και ασχολιόταν περισσότερο. Πάντα ήταν οργανωτικός. Τους πρώτους δύο μήνες που παίζαμε δεν είχε κόσμο, μετά από δύο μήνες γινόταν χαμός και άρχισε να πουλάει ο δίσκος. Είχαν έρθει ο Σαββόπουλος, ο Χατζιδάκις και άλλοι να μας ακούσουν. Εμείς και οι Πελόμα Μποκιού είχαμε την μεγαλύτερη επιτυχία στις γυναίκες καλλιτέχνιδες...Στο στούντιο δεν φέρναμε κορίτσια γιατί εκεί δεν πρέπει να υπάρχει άλλο vibe. Αν έχει ερωτικό vibe πρέπει να είναι πολύ αγνό και συγκεκριμένο, αν πέσει vibe μούρλας δεν βγαίνει καλή μουσική. Αυτό το απέδειξε και η Γιόκο Όνο. Όταν βγήκε ο δίσκος πολλά κορίτσια είχαν το ταγάρι για τσάντα με βιβλία και πήγαιναν έτσι στο σχολείο.

Επίσης κάναμε πολλές τηλεοπτικές εμφανίσεις, δύο την εβδομάδα, με εκατό τοις εκατό ακροαματικότητα. Παίζαμε στο Ενόπλων Δυνάμεων, τότε που οι άνθρωποι δεν μιλούσαν στην τηλεόραση. Το κλίμα εκεί ήταν χωρίς…κλίμα. Σαν άδειο νοσοκομείο. Μιλάμε για χούντα. Είχα τσαντιστεί που όλα ήταν πλεϊ – μπακ και γυρνάω στον Κώστα κάτι του λέω και κάνουμε πλάκα. Ακουγόταν στον αέρα η φωνή μου, ένα πράγμα αδιανόητο για τότε. Την άλλη μέρα μας φώναξαν στην εταιρία όπου είχαν πάρει διάφοροι στρατηγοί και είπαν να μην ξαναπατήσουμε το πόδι μας στην τηλεόραση. Όλοι με έβριζαν αλλά δεν έγινε και τίποτα γιατί ξαναπήγαμε πολλές φορές ακόμα. Θυμάμαι περπατούσα στη Σταδίου και έβλεπα τον εαυτό μου στις τηλεοράσεις στη βιτρίνα του Ράδιο – Αθήναι και γύριζα από την άλλη πλευρά γιατί είχα βαρεθεί να με βλέπω συνέχεια στην τηλεόραση.         

Στο Παγκράτι παίζαμε ένα βράδυ εμείς και οι Afrodite’ s Child. Μόλις τελείωσαν οι Poll έφυγε ο κόσμος. Χόρτασαν. Και βγήκε το άλλο γκρουπ με είκοσι άτομα. Ξημεροβραδιαζόμασταν στα καφενεία της Φωκίωνος Νέγρη. Αλητεία. Ο Τρικίλιας ήταν το καφενείο των μουσικών. Είχε ένα τσιγάρο στο στόμα επί μονίμου βάσεως. Χοντρός είχε τρεις κοιλιές και το φώναζαν Τρικίλια. Ότι ώρα και να πήγαινε κανείς εκεί θα έβλεπε κάποιον από τους Socrates, τα Μπουρμπούλια, τον Εξαδάκτυλο. Ήταν στέκι. Εκεί τα κορίτσια ήταν λίγα και πολύ όμορφα…». 


ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ - ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ του Γιάννη Αλεξίου



  Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

Εικόνες της πόλης

 Παλιά γειτονιά                                                                   

 Γεννήθηκα στη βόρεια πλευρά της πόλης, στην Κηφισιά και από τριών χρονών μέχρι
σήμερα ζω στη νότια πλευρά στη Νέα Σμύρνη, ένα δρόμος μας χωρίζει από το Παλιό Φάληρο, την παλιά Αμφιθέα, Βουρλοπόταμο την έλεγαν οι παλιοί.
Στη γειτονιά μου μέχρι τη δεκαετία του ’90 υπήρχαν μόνο μονοκατοικίες. Στο σπίτι μας είχαμε πηγάδι, περιβόλι, τριανταφυλλιές και την παλιά εκείνη στριφογυριστή σκάλα που ανέβαινες στην ταράτσα να δεις τη θάλασσα. Όλοι στη γειτονιά γνωριζόμασταν και χαιρετιόμασταν. Πιτσιρικάδες παίζαμε μπάλα στις τρεις αλάνες κι αν το παρακάναμε όλο και κάποιος έβγαινε στη βεράντα και μας φώναζε, κι ήταν αρκετό αυτό για να σταματήσει η φασαρία. Υπήρχε σεβασμός στους μεγαλύτερους κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
 Στη γειτονιά υπήρχε ακόμη παγοπώλης, παλιός τσολιάς, που έβαζε τον πάγο στην καρότσα μιας Mercedes του ’30. Άλλη συμπαθής φιγούρα της γειτονιάς ήταν ο λαχειοπώλης ο κυρ-Μανώλης που πουλούσε λαχεία καθισμένος στο αναπηρικό του καροτσάκι και με ρωτούσε όταν έβρεχε εάν έχουν βγει μηχανάκια με κουβούκλιο καθώς με έβλεπε με ένα αυτόματο και του απαντούσα «δεν υπάρχει». Περνούσε το μεσημέρι η αεροσυνοδός και όλα τα αγόρια ήμασταν καρφωμένα στα παράθυρα. Από φίλο γείτονα, γιος μεγαλογιατρού, λάτρη των τεχνολογικών εξελίξεων, άκουσα για πρώτη φορά ότι «τώρα δουλεύω από το σπίτι μου» , προχωρημένο για 70’ς και μου άρεσε πολύ.
Απέναντι ακριβώς από το σπίτι του μένει ακόμη η οικογένεια της μεγαλύτερης σοκολατοβιομηχανίας, αλλά δεν είχε τύχει να μιλήσουμε ποτέ. Μόλις χθες είπαμε μια ζεστή καλημέρα σαν παλιοί στη γειτονιά που ωστόσο άλλαξε τόσο πολύ. Μόνο οι δύο αυτές μονοκατοικίες απέμειναν. Μαζί άλλαξε και το ήθος των ανθρώπων, ευτυχώς όχι η ηθική. Λίγοι μείναμε από τότε, και δεκάρα φαίνεται να μην δίνουν οι νέοι κάτοικοι των «κουτιών» που δεν είμαι και σίγουρος από πού έχουν έρθει ακριβώς. Χάθηκε η ταυτότητα του καθενός που ήξερες ότι το σπίτι εκείνο είναι του τάδε, και το παραδίπλα του άλλου. Είχαν ονοματεπώνυμο τα σπίτια, όποιος κι αν έμενε μέσα. Τώρα τα παιδιά μπορούν να παίζουν μπάλα και να ενοχλούν χωρίς να σέβεται κανείς από αυτά τους άλλους και μάλιστα με τις ευλογίες των γονιών τους. Ακόμη μπορεί να σου πέσει κάτι κάτω και να μην το ξαναδείς ποτέ, να εξαφανιστεί βρε αδερφέ. Μπορεί να κάνεις το γύρο του τετραγώνου και να μην δεις κανένα γνωστό και να μην ακούσεις καμία καλημέρα. Και αυτό που με τρελαίνει είναι ότι δεν πέρασαν και τόσο χρόνια, ρε γ….


     

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

ELVIS Αφιέρωμα : «Πριν τον Elvis δεν υπήρχε τίποτα» του Γιάννη Αλεξίου



Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ / e-mail : johnalex@hol.gr


 Είπαν για τον Elvis :

«Πριν τον Elvis δεν υπήρχε τίποτα» John Lennon

«Ο Elvis ήταν πραγματικός βασιλιάς. Πολλοί από εμάς αναρωτιόμασταν πώς θα ήταν γέρος ο Elvis. Τώρα ποτέ δεν θα το μάθουμε…» Pat Boone

«Αν δεν υπήρχε ο Elvis δεν θα υπήρχε και ο Cliff Richard, γιατί ο Elvis ήταν υπεύθυνος για τον τρόπο έκφρασης πολλών μουσικών από εμάς που θέλαμε να εκφράσουμε τους εαυτούς μας μουσικώς. Ο θάνατός του με συγκλόνισε». Cliff Richard

 Όσο ζούσε ο Elvis λέγαμε ότι τέτοιο φαινόμενο γεννιέται κάθε 100 χρόνια. Τώρα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι δεν θα ξαναγεννηθεί καλλιτέχνης σαν Elvis Presley. Η επέτειος των 38 χρόνων από τις 16 Αυγούστου 1977 θα γιορταστεί με τον πιο λαμπρό τρόπο στην Graceland στο σπίτι του στην Μέμφιδα. Θα ήθελα πολύ να είμαι εκεί. Για την ώρα δεν μπορώ, αλλά ελπίζω να τα καταφέρω κάποτε….
Την πρώτη μου κοπάνα στα μαθητικά μου χρόνια επιχείρησα να κάνω στην Πέμπτη δημοτικού, το 1978. Το σκέφτηκα μαζί με την συμμαθήτριά μου, την Αλεξία Καραμιχάλη. Ο λόγος ήταν πολύ σοβαρός. Την επόμενη μέρα είχε στην τηλεόραση την ταινία «Loving You» με τον Elvis. Τελικά δεν τόλμησα, αλλά ούτε και η Αλεξία παρ’ ότι την άφηνε ο πατέρας της, όπως μου είπε στην προσευχή !
Τον Νοέμβρη του 1987 ένας φαντάρος τίναξε τα μυαλά του στον αέρα φιλώντας σκοπιά αφήνοντας ένα γράμμα : «Δεν περιμένω τίποτα από τη ζωή μου. Το μόνο που έχω να είναι στην αδερφή μου να προσέχει τις κασέτες μου, του Elvis, γιατί εγώ πάω να τον συναντήσω…».
Μόλις ο Elvis έγινε 11 χρονών οι γονείς του, του έκαναν δώρο μια κιθάρα. Μόλις την είδε ο Elvis στεναχωρημένος είπε : «Εγώ ήθελα ένα ποδήλατο !». Παρ’ όλα αυτά η κιθάρα του έγινε ο αχώριστος φίλος του. Την κουβαλούσε παντού. Ακόμη και στην τάξη του στο σχολείο. Καθόταν στα τελευταία θρανία κι έπαιζε κιθάρα. Όμως από τότε που έπιασε δουλειά, τον Νοέμβρη του 1950, στο Loew’s State Theater στην Μέμφιδα και δούλευε 5-10 ώρες κάθε βράδυ, το αγαπημένο του σπορ στην τάξη έγινε ο ύπνος…Ο 15χρονος Elvis δούλευε ταξιθέτης. Από μικρός ήταν λάτρης του κινηματογράφου και πρότυπό του ήταν ο James Dean. Αγαπημένη του ταινία ήταν ο «Επαναστάτης Χωρίς Αιτία» το οποίο είχε δει δεκάδες φορές κι είχε μάθει όλα τα λόγιας του έργου απ’ έξω κι ανακατωτά. Δεν ήταν τυχαίο που ακολούθησε αργότερα κινηματογραφική καριέρα. Ουδέποτε πάντως σύγκρινε τον εαυτό του με τον James Dean. Όταν ρωτήθηκε κάποτε ο Elvis αν προτιμούσε να γίνει ηθοποιός από τραγουδιστής είπε ότι «αν γινόμουν μεγάλος ηθοποιός, τότε το προτιμούσα».  
Ο Elvis αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Humes το 1953 όταν δηλαδή τελείωσε ο πόλεμος στην Κορέα. Ένας καθηγητής του τότε είπε για εκείνον : «Καλό παιδί, αλλά χωρίς προσωπικότητα».
Ο Elvis έπιασε αμέσως δουλειά στην εταιρία ηλεκτρικών ειδών Crown και σκεπτόταν αρχικά να γίνει ηλεκτρολόγος. Εν συνεχεία μας άλλαξε τα φώτα…με έναν άλλο δικό του τρόπο.
Η αρχή έγινε το καλοκαίρι του 1954 το τραγούδι του «That’s All Right Mama» παίζεται από τον ραδιοφωνικό σταθμό WHBQ στην εκπομπή «Red, Hot and Blue». O σταθμός κατακλύζεται από τηλεφωνήματα. Όλοι ζητούν πληροφορίες για το νέο τραγουδιστή. Οι περισσότεροι ακροατές μάλιστα, τον περνούν για μαύρο. 
Ο Elvis είχε πει για την μουσική : «Έγινε αναπόσπαστο μέρος της ζωής μου. Τόσο φυσικό όσο και το να χορεύω. Ήταν ένας τρόπος απόδρασης απ’ τα προβλήματα και σίγουρα ο δικός του τρόπος απελευθέρωσης…».
Ο Elvis αυτά που ήθελε τα πέτυχε. Αυτά που δεν ήθελε συνειδητά τα αποδίωξε. Ο ίδιος είπε προς το τέλος :
«Όταν ήμουν παιδί ήμουν ο ήρωας των κόμικς και των κινηματογραφικών ταινιών. Μεγάλωσα πιστεύοντας σ’ αυτό το όνειρο. Τώρα το πραγματοποίησα. Τι άλλο να μπορεί να ζητήσει κανείς απ’ τη ζωή του ;».
Ο «Συνταγματάρχης» Tom Parker, μάνατζερ του Elvis, στην πραγματικότητα ήταν Ολλανδός λαθρομετανάστασης και το πραγματικό του όνομα ήταν Αντρέας Κορνέλις βαν Κούιτζικ. Γι’ αυτό ποτέ δεν άφησε τον Elvis να δώσει συναυλία στην Ευρώπη ή στην Ισπανία. Φοβόταν μήπως οι Αρχές ανακαλύψουν τη δική του κατάσταση της παράνομης του στην Αμερική.
Ο Elvis παντρεύτηκε στα 32 του την 24χρονη Priscilla Beaullieu, την Πρωτομαγιά του 1967 στο ξενοδοχείο «Aladdin» του Las Vegas το οποίο ήταν του Μίλτον Πρελ ιδιοκτήτη του περίφημου καζίνο της περιοχής και φίλου του «Συνταγματάρχη». Ο γάμος έγινε στο δεύτερο πάτωμα της σουίτας μέσα σε μια σεμνή τελετή την οποία παρακολούθησαν μόνο 14 άτομα και κράτησε 8 λεπτά. Το παραδοσιακό τραπέζι που ακολούθησε στοίχισε 10.000 δολάρια !
Ο μήνας του μέλιτος κράτησε μόνο 4 ημέρες και τις πέρασαν στο Πάλμ Σπρινγκς. Μετά γύρισα στο Γουώλς του Μισισίπι, στο ράντσο που είχε αγοράσει ο Elvis. Μετά επέστρεψαν στο Λος Άντζελες, στο καινούργιο πολυτελέστατο σπίτι τους κι εννιά μήνες αργότερα απέκτησαν την Lisa – Marie. Χώρισαν 5 χρόνια απ’ το γάμο τους, το 1972 κι ένα χρόνο αργότερα βγήκε το διαζύγιο τους.   
O Elvis άφησε λίγο πριν πεθάνει στην Priscilla ένα σημειωματάριο με συμβουλές για την κόρη του Lisa – Marie, το οποίο θα της το έδινε, σύμφωνα με εντολή του, πριν γίνει μητέρα. Οι 7 πολύτιμες συμβουλές του Elvis για την 20χρονη πια κόρη του : 1) Να’ σαι πάνω απ’ όλα μητέρα. Να αφιερώσεις τον εαυτό σου στην μητρότητα 2) Γέμισε το σπίτι σου με μουσική 3) Να μεγαλώσεις το παιδί σου σ’ ένα πολιτισμένο περιβάλλον, μακριά από καυγάδες. Αν έχεις προβλήματα με τον άντρα σου, να τα λύνεται όταν είστε οι δυο σας. Όχι μπροστά στο παιδί 4) Κάνε περισσότερα από ένα παιδιά 5) Να κάνεις το παιδί θρήσκο. Να’ χει βαθιά πίστη στο θεό. Και πάνω απ’ όλα ήθος 6) Να μορφώσεις το παιδί σου όσο γίνεται περισσότερο 7) Αν είναι αγόρι μην του δώσεις το όνομα Elvis…Η Lisa – Marie διάβασε με την μητέρα της το σημειωματάριο το 1989.
Και οι δύο θα παρευρεθούν στις εκδηλώσεις της επετείου από το θάνατο του Elvis στην Graceland…  

*Οι παραπάνω αναφορές στον Elvis είναι σημειώσεις από το παιδικό μου σημειωματάριο

Το «Beat Poetry» των Αδερφών Κατσιμίχα



 Το «Beat Poetry» των Αδερφών Κατσιμίχα


Του Γιάννη Αλεξίου


 Εφηβικός εφιάλτης. Οι χούλιγκαν της Σελήνης. Τίποτα απ’ αυτά δεν ήμασταν. Ήμασταν μόνο αναζητητές του ξανθού ίχνους της αλήθειας. Της αλήθειας.
Απόσπασμα από το ποίημα Επιστροφή στην Τάιμς Σκουέαρ του Άλλεν Γκίνσμπεργκ, ενός από τους ήρωες της beat generation που αναπολούν και τιμούν οι Αδερφοί Κατσιμίχα στην καινούργια, μετά από πολύ καιρό, δισκογραφική δουλειά τους με τίτλο «Beat Poetry» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μετρονόμος».
 Pink Floyd, Don McLean, City Lights Books και San Francisco, Bronx, Sweat Jane, Charles Bukowski, Dylan, Joplin, Jean Paul Sartre, Jack Kerouac, Corso, William Burroughs, Zappa, Jagger, Bowie, Tom Waits, , Morrison, Το Ουρλιαχτό, Αμέρικα, Μανχάταν, hipsters, LSD και όλη η κουλτούρα των 60’s έχει ποτίσει με τη γενιά της beat και την ποίηση της στο κέντρο έχει ποτίσει το νέο άλμπουμ των Πάνου και Χάρη Κατσιμίχα που κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου – cd.
Το σπάνιο φωτογραφικό υλικό και οι πληροφορίες που υπάρχουν στην έκδοση βοηθούν τον ακροατή να μπει βαθιά στο κλίμα του άλμπουμ και με οδηγό τις χαρακτηριστικές φωνές των δύο τραγουδοποιών της εφηβείας μας που εξακολουθούν να μας ταξιδεύουν το αμερικανικό όνειρο είναι πάντα εδώ.
Η κιθάρα του Γιάννη Σπάθα μας πάει στην 3η Λεωφόρο και οι εικόνες το πιο διάσημου «Ουρλιαχτού» στο πλανήτη περνούν από την Γιούνιον Σκουέαρ, το Αλκατράζ, την μπήμποπ σερβίροντας την «απόλυτα κτηνώδη σούπα του Χρόνου».
Η Αμερική που δεν ζήσαμε είναι όλη εδώ ! Τι ευτυχία για όλους που αγαπήσαμε την χώρα αυτή, που έγινε ακόμη πιο άπιαστη με την κρίση που βιώνουμε, μέσα από την μουσική και τα τραγούδια της. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας για τη Νέα Υόρκη και το San Frisco των 60’ς με τα χάπενινγκς στα πεζοδρόμια κάτω από τους ουρανοξύστες κάπου εκεί στη γωνία Haight Asbury.
«Η αντίσταση στη βία της εξουσίας, τα φιλειρηνικά κινήματα, η σεξουαλική απελευθέρωση, το φεμινιστικό και αντιπολεμικό κίνημα, του Γούντστοκ, η ψυχεδέλεια, όλα αυτά καθόρισαν ένα τρόπο σκέψης που μας σημάδεψε για πάντα. Έγινε τρόπος ζωής;, κοινός τόπος αναζήτησης και συνάντησης με ανθρώπους συνομηλίκους μας, που ζούσανε χιλιάδες μίλια μακριά. Παλαβή γενιά», γράφουν στο εισαγωγικό τους σημείωμα ο Χάρης και ο Πάνος.
Πολύ καλή δουλειά ! Βαθμολογία : 8,5/10

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Εικόνες της Πόλης - Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ του Γιάννη Αλεξίου


Εικόνες της πόλης

Η Περίπτωση του Μάρκου

Του Γιάννη Αλεξίου



Ο Μάρκος γεννήθηκε στην Καβάλα και μεγάλωσε στην Αθήνα, στην παλιά γειτονιά της Λακούβας, ακούγοντας Elvis και Stray Cats και φτιάχνοντας καθημερινά το «κοκόρι» του βάζοντας μπριγιαντίνη Yardley. Έζησε έντονη εφηβεία και σήμερα έχει να θυμάται πολλά…
Πανέξυπνο, καλόκαρδο, φιλότιμο, γενναιόδωρο, τίμιο και πολύ ευαίσθητο παιδί. Πραγματικός φίλος. Συν τοις άλλοις γλωσσομαθής, μπορεί να συνεννοηθεί άνετα σε καμιά δεκαριά γλώσσες ανάμεσά τους τα ρώσικα και εσχάτως τα κινέζικα. Τελείωσε την σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων στην Ανάβυσσο κι έβρισκε τις καλύτερες δουλειές, από καλά ξενοδοχεία, τουριστικά γραφεία, καζίνο έως και κράχτης σε μαγαζιά στο Μοναστηράκι καθώς έχει φοβερή πειθώ και καλοσύνη και τραβούσε κόσμο πολύ.
Ο Μάρκος ζούσε με όλη την οικογένειά του σε ένα σπίτι σαν σε ταινία. Η γιαγιά σε αναπηρική καρέκλα και κουφή, ο πατέρας του σε κώμα, η θεία του, η μάνα του, ο αδερφός του που του άρεσε ο δρόμος και έμπλεξε με κακές παρέες και τελικά πέθανε στα 42 του χρόνια…Ο Μάρκος τον υπεραγαπούσε και ήταν πάντα κοντά του στις δύσκολες στιγμές. Μέχρι και την αγαπημένη του γειτονιά άφησε και μετακόμισε όλη η οικογένεια στο κέντρο της πόλης, για να αλλάξει παρέες ο αδερφός του, αλλά μάταια. Έχασε και τον πατέρα του και τη γιαγιά του…Πάντα ήταν η κολώνα του σπιτιού ο Μάρκος.
Εδώ και αρκετά χρόνια δουλεύει σε κέντρο ψυχικής υγείας προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε ανθρώπους της τρίτης ηλικίας που πάσχουν από αλτσχάϊμερ σε ένα κέντρο ηλικιωμένων στην Κυψέλη.
Εδώ και δύο βδομάδες περίπου έχασε τη δουλειά του καθώς τον Μνημόνιο 2 «έκοψε» τους νοσηλευτές Ψυχικής Υγείας. Μια κατά τα άλλα προβληματική δουλειά στην οποία πληρώνονταν κάθε πέντε μήνες και τώρα την διεκδικεί μαζί με τους συναδέλφους του διαμαρτυρόμενοι για την σκληρή στάση του κράτους απέναντί τους. Τι σκληρή κι άδικη που είναι η ζωή ! «Και το χειρότερο», μου είπε, «είναι που να βρω άλλη δουλειά στα 40 μου ;»…

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Εικόνες της Πόλης - Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΝΤΙΣΚΟΤΕΚ του Γιάννη Αλεξίου




Η εποχή των Ντισκοτέκ

Εικόνες της πόλης - Του Γιάννη Αλεξίου

 Η Αθήνα δεν είχε ποτέ μια ντισκοτέκ αντίστοιχη με εκείνη τη θρυλική Studio 54 της Νέας Υόρκης. Ωστόσο δύο ντισκοτέκ είχαν δανειστεί το όνομά τους και μια μικρή λάμψη λόγω του τίτλου τους από την αυθεντική. Η πρώτη έκανε θραύση τα καλοκαίρια στην Ραφήνα της δεκαετίας του ’80 τότε που η περιοχή ήταν γεμάτη Αμερικάνους που έρχονταν από την βάση της Νέας Μάκρης να διασκεδάσουν εκεί το βράδυ, αλλά και γεμάτη τουρίστες με το κάμπινγκ Cococamp να συγκεντρώνει ταξιδιώτες απ’ όλο τον κόσμο. Η τοπική ντίσκο τα καλοκαίρια διέθετε μάλιστα και μαύρο Αμερικανό d.j. που με ένα χιλιάρικο σου έγραφε 90άρα κασέτα από το σετ του.

H δεύτερη Studio 54 άνοιξε πέρυσι το καλοκαίρι στην παραλιακή, αλλά μάλλον ήταν one summer wonder ντισκοτέκ…

Η χρυσή εποχή των ντισκοτέκ στην Αθήνα ήταν στα τέλη των 70’ς έως στα μέσα των 80’ς. Στη θρυλική Barbarella, επί της Συγγρού έκαναν τις χοροεσπερίδες τους όλα τα σχολεία της περιοχής. Ντισκοτέκ και χοροεσπερίδα ήταν λέξεις ταυτόσημες καθώς με αυτό τον τρόπο οι μαθητές μάζευαν λεφτά για τις πενταήμερες εκδρομές τους.

Στην παραλιακή πρώτο όνομα ήταν η ντισκοτέκ Volcano, στην γωνία Αμφιθέας – Λ. Ποσειδώνος με μπαλκόνι και θέα στη θάλασσα. Αργότερα άνοιξε απέναντί της η μοδάτη τότε ντίσκο Σεϋχέλλες. Στο ύψος της Γλυφάδας υπήρχε ο θρυλικός Μπίτσουλας, μια μεταμεσονύχτια ντισκοτέκ που έχει αφήσει εποχή.

Οι Αμερικάνοι από τη βάση της Γλυφάδας πήγαιναν στο Cave στο Καβούρι που έπαιζε φοβερή μουσική.

 Στο κέντρο κράτησε περισσότερο από τις άλλες το Wild Rose στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, όπου συγκεντρώνονταν και διάφοροι επώνυμοι όπως ο Βλάσσης Μπονάτσος και η Ζωή Λάσκαρη. Τον Βλάσση μπορεί να το πετύχαινες το ίδιο βράδυ και στη No Name στην περιοχή Χίλτον. Δημοφιλέστατοι νυχτερινοί προορισμοί ήταν επίσης το Αεροδρόμιο στο Ελληνικό, ο Κούκος στο Θησείο, το Εργοστάσιο στη Βουλιαγμένης, ως πιο εναλλακτικοί χώροι.





Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Εικόνες της Πόλης - Ο ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΚΟΦΗΜΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ του Γιάννη Αλεξίου

Ο παλιός κακόφημος Πειραιάς


Εικόνες της πόλης - Του Γιάννη Αλεξίου

Ανέκαθεν με γοήτευε η άγρια πλευρά της πόλης, όσα δεν έχουν δει τα μάτια μου. Ιδιαίτερα εκείνα που δεν έζησα γιατί συνέβησαν σε άλλη εποχή και τα μαθαίνω από τις διηγήσεις των παλιότερων που σε πάνε πίσω στο χρόνο. Ετσι, μια μέρα πήγα και περπάτησα στην οδό Νοταρά, κάτω στην Τρούμπα. Παρατηρούσα τα εγκαταλειμμένα κτίρια, τις σπασμένες ταμπέλες, τα παλιά μπαρ που μόνο στις ελληνικές ταινίες έχω δει να λειτουργούν. Εκεί κάτω, στον παλιό κακόφημο δρόμο βρήκα κι ένα παλιό αλάνι...
της εποχής, από την Κοκκινιά που είχε ζήσει την χρυσή εποχή της περιοχής από πρώτο χέρι. Σ’ ένα παλιό καφενείο μου μίλησε για την ατμόσφαιρα της Τρούμπας. «Κάθε βράδυ εδώ ήμουν», μου είπε και κοίταξα το ροζιασμένο πρόσωπό του. Ετών 85, αλλά το λέει ακόμη η καρδιά του. Τον κέρασα κρασί και τον άφησα να μιλά.
Εδώ έκανε κουμάντο ο Αλογάκος με τ’ όνομα, από το Πέραμα. Αρχηγός κι ο Κοτζαμάνης, ένας κοντοπίθαρος, που έμενε σε μια σπηλιά στην Κοκκινιά. Δεν τα 'βαζε κανείς μαζί τους. Ηταν λάθος να τα βάλει κανείς μαζί τους. Στην Τρούμπα ερχόταν κι ο Βαμβακάρης με το γιο του με πιατάκι. Δύσκολα τα χρόνια μετά την κατοχή.
Παντού είχε πόρνες. Δεν είχαν συγκεκριμένη ταρίφα. Ο,τι πιάσουν. Σ’ έκοβαν πρώτα καλά καλά. Τέσσερις - πέντε από αυτές που ήξερε, παντρεύτηκαν Αμερικάνους. Το όνειρο πολλών γυναικών ήταν όταν ερχόταν ο 6ος στόλος να βρουν κάποιον οικονομημένο και να τις παντρευτεί.
Και ναρκωτικά υπήρχαν παντού. Στο κόλπο και οι αστυφύλακες, μιλημένοι… Οσο περνούσε ή ώρα, μπαίναμε και σε λεπτομέρειες ενός ολόκληρου κόσμου που είχε τη δική του ζωή εκεί στην οδό Νοταρά. Πέρα από νόμους και όρια. Ηταν συνηθισμένο, για παράδειγμα, ν’ ανοίγει το παράθυρο και να αδειάζει η τσατσά το γιο-γιο από το παράθυρο του «σπιτιού» στο δρόμο κι όποιον πάρει.
Κι αν δεν ήσουν «δικός» τους; «Ας ήταν άλλος, ήταν εντάξει αν ήταν Αμερικάνος…».