Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Jim Morrison Αφιέρωμα - Του Γιάννη Αλεξίου












JIM MORRISON : ««Όταν συμβιβαστείς με την εξουσία, γίνεσαι ο ίδιος εξουσία»



Του Γιάννη Αλεξίου

«Υπάρχει ένα σημείο που αν το ξεπεράσουμε δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Σε αυτό το σημείο πρέπει να φτάσουμε», έγραψε κάποτε ο Κάφκα. Σε αυτό το σημείο έφτασε ο Jim Morrison…


O Jim Morrison γεννήθηκε σαν σήμερα, 8 Δεκεμβρίου 1943. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να ήταν πατέρας μας. 73χρονος δηλαδή σήμερα. Κι όμως οι περισσότεροι ούτε καν το έχουμε διανοηθεί, γιατί απλά δεν ήταν ο τύπος αυτός. Ήταν διαφορετικός από όλους. Ήταν επαναστάτης και οραματιστής. Ήταν ο ένας και μοναδικός Jim Morrison.
Επηρεάστηκε πολύ από τον ποιητή Arthur Rimbaud του 19ου αιώνα και μετέδωσε τη φιλοσοφία του Γάλλου στους Doors. Οι Doors «πάντρεψαν» την rock με την υπαρξιακή ποίηση και με το αυτοσχεδιαστικό θέατρο.
«Κυρίες και κύριοι από το Λος Άντζελες, της Καλιφόρνια…The Doors!»


Ήταν οι καλύτεροι «δάσκαλοι» στην περιβόητη «Τάξη του ’67» τότε που η μουσική έφθασε στην πιο δημιουργική της περίοδο. Οι Doors ήταν το επιδραστικότερο γκρουπ στα 60’ς στην Αμερική. O Jim Morrison με την μανία του για τους παλιούς μαύρους τραγουδιστές των blues, ο Ray Manzarek  με τις γνώσεις κλασικής μουσικής, των blues και της folk του, ο Robbie Krieger που έπαιζε εξαιρετική flamenco κιθάρα και ο John Densmore με την jazz του διαμόρφωσαν το χαρακτηριστικό στιλ των Doors.  
Ο Rimbaud υποστήριξε τη "λογική διαταραχής όλων των αισθήσεων προκειμένου να επιτευχθεί το άγνωστο". Το άγνωστο ήταν ότι πιο ελκυστικό για τον Jim. Αγάπησε επίσης τον σπουδαίο Λονδρέζο, ποιητή και ζωγράφο, William Blake, τον οποίο περιγράφει σαν οδηγό του "στο δρόμο για το παλάτι της σοφίας".
 Ο Morrison ήταν άτομο που, δεν θα μπορούσε, και δεν ήξερε πώς να συμβιβαστεί με την τέχνη του. Η δύναμη του αυτοσχεδιασμού τον οδηγούσε  στην σκηνή.O Jim περιέγραψε ότι "μια συναυλία των Doors είναι μια δημόσια συνεδρίαση και απαιτείται από το κοινό να πάρει μέρος σε μια ειδική δραματική συζήτηση. Όταν εκτελούμε, συμμετέχουμε στη δημιουργία ενός κόσμου και το γιορτάζουμε με το πλήθος". Κραύγαζε για να "ξυπνήσει" το ακροατήριο από το λήθαργο και την ύπνωση της τηλεόρασης και την επιβαλλόμενη έλλειψη συναίσθησης. 


Μερικές ημέρες προτού να «πετάξει» στο Παρίσι, έκανε την τελευταία δήλωσή του στον Τύπο : "για μένα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μια πράξη, εκείνες οι αποκαλούμενες αποδόσεις. Ήταν ένα πράγμα μεταξύ ζωής και θανάτου, μια προσπάθεια να επικοινωνήσω, για να περιβάλω πολλούς ανθρώπους σε έναν ιδιωτικό κόσμο σκέψης"
 Οι νύχτες
του άνηκαν στο Διόνυσο και τα τραγούδια του επικαλέσθηκαν τα ισχυρά πάθη των ανθρώπων, τον εφιάλτη του «τέλους», τον καλπασμό της ζωής, τη μοίρα του και τη δελεαστική απώλεια συνείδησης. Και όπως με το Διόνυσο, οι «πόρτες» προσφέρθηκαν πρόθυμα ως θυσία. Επέλεξε το αγκάλιασμα της τραγικής μοίρας της τραγωδίας…
 Στο τέλος δραπέτευσε στο Παρίσι, παραδοσιακό σπίτι τόσων πολλών εκπατριζόμενων καλλιτεχνών, για να ακολουθήσει τη ζωή του ως ποιητή. Αλλά το σώμα του εξαντλήθηκε επίσης και η καρδιά του ήταν πάρα πολύ αδύνατη. Είχε ζήσει τη ζωή με τους όρους του, είχε συγκεντρώσει τις ανταμοιβές, και τώρα ο λογαριασμός του ήταν οφειλόμενος. Το πνεύμα του ήταν κουρασμένο. Ο θάνατος ήταν απλά πιο στενός και ευκολότερος στην ατελείωτη διαδοχή των σταδίων που απαίτησε. Όταν ο Jim άφησε την Αμερική και πήγε στο Παρίσι έπαψε να έχει επαφή με τους υπόλοιπους τρεις Doors, επαφή που περιορίστηκε σε κάποιες αραιά τηλεφωνήματα. Αυτό όμως είχε ξεκινήσει και πριν εγκαταλείψει την Αμερική. Οι Doors δούλευαν μόνοι τους πια στο στούντιο και ο Morrison πήγαινε να τους βρει μετά από πολλές τηλεφωνικές επαφές και παρακαλητά, ενώ τις περισσότερες φορές ή αργούσε απελπιστικά στο ραντεβού τους ή δεν πήγαινε καθόλου. Jim Morrison πέρασε στην…άλλη πλευρά, στο Παρίσι στις 3 Ιουλίου 1971. Η επιθυμία του ήταν να αναφερθεί ως ποιητής…

   
Τα παιδικά χρόνια του Jim

Ο πατέρας του James Douglas Morrison, ήταν ναύαρχος του αμερικανικού ναυτικού, ένας πολύ αυστηρός άνθρωπος, ιρλανδικής καταγωγής. Ο Jim από την άλλη ήταν ένα ευαίσθητο και απομονωμένο παιδί που αργότερα εξέφρασε την ακραία εχθρότητα του προς την οικογένεια και τις παραδοσιακές αξίες της. Στα 4 του χρόνια βίωσε ένα αιματηρό ατύχημα που είχε μεγάλη επίδραση στη ζωή του. Κάπου στη Σάντα Φε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πατέρας του, με την οικογένεια Morrison μέσα, τράκαρε με φορτηγό Ινδιάνων που πέθαναν αιμόφυρτοι στο δρόμο. Το φριχτό αυτό γεγονός που συνέβη μπροστά στα μάτια του νεαρού Jim τον «τραυμάτισε» και θεώρησε ότι το πνεύμα ενός Ινδιάνου (shaman) μπήκε για πάντα στην ψυχή του…

Επαναστάτης και μονογαμικός


Ο Jim Morrison θαύμαζε τις θεωρίες του Γερμανού φιλόσοφου Νίτσε για το άτομο και την ηθική. Ευαίσθητος και ντροπαλός υπήρξε στην προσωπική ζωή του ο Jim, αλλά άγριος στην σκηνή. Προσπάθησε να ρίξει φως στο άγνωστο που τόσο τον συνέπαιρνε. Πάντα είχε μαζί του ένα βιβλίο στο χέρι. Αληθινός βιβλιοφάγος. Τα ενδιαφέροντα του ήταν η επανάσταση, η αναταραχή, το χάος και ιδιαίτερα για τη δραστηριότητα που φαίνεται να μην έχει καμιά έννοια, ο ίδιος έλεγε : «Όταν συμβιβαστείς με την εξουσία, γίνεσαι ο ίδιος εξουσία».
 Παρά το οργισμένο του χαρακτήρα του ήταν μονογαμικός τύπος με σύντροφο της ζωής του την Pamela Courson, την οποία υποδύθηκε με επιτυχία η Meg Ryan στην ταινία του Ολίβερ Στόουν «The Doors» (1991). Τον ίδιο είχε υποδυθεί ο Βαλ Κίλμερ, δεύτερη επιλογή αρχικά του σκηνοθέτη. Πρώτη ήταν ο Ian Astbury, που τελικά πήρε τη θέση του στο συγκρότημα όταν επανασυστάθηκε πριν μερικά χρόνια – εμφανίστηκαν και σε κατάμεστο Λυκαβηττό - για μια σειρά συναυλιών που συνεχίστηκαν για ένα διάστημα. Από αυτή την επιστροφή απουσιάζει ο ντράμερ John Densmore που έχει δικαστικές διαμάχες με τους άλλους δύο Doors : Ray Manzarek και Robbie Krieger και εξ’ αρχής ήταν αντίθετος με την κίνηση αυτή. 

Άγνωστες στιγμές των Doors

H εμφάνιση του Jim Morrison πριν από κάθε συναυλία των Doors ήταν τις περισσότερες φορές καθυστερημένη και αβέβαιη. Ακόμη κι όταν ήρθε να τους δει ο Mick Jagger στο Hollywood Bowl τον Ιούνιο του ’68 μαζί με τον παραγωγό των Rolling Stones, Jimmy Miller, ο Jim είχε εξαφανιστεί στο «δικό του κόσμο» πριν την έναρξη. Τελικά εμφανίστηκε. «Παίξαμε καλά, άλλα έλειπε το πάθος», λέει στην «Ζωή του με τους Doors» ο John Densmore. Αργότερα ο Jagger δήλωσε στο «Melody Maker» για την εμπειρία της συναυλίας αυτής : Καλοί ήταν, αλλά έπαιξαν πολλή ώρα». Στην αναμονή της συναυλίας εκείνης ο Jim είχε καπνίσει για πρώτη φορά από την αγωνία του…

Ο Frank Zappa είχε ενδιαφερθεί να γίνει παραγωγός του ομώνυμου πρώτου άλμπουμ των Doors. Το γκρουπ όμως δεν ήθελε παραγωγό, αλλά μια εταιρία δίσκων με όνομα. Το κατάφεραν χάρις τις συστάσεις του Arthur Lee των Love που τους πήγε στην Electra. Τότε στο δυναμικό της ανερχόμενης εταιρίας ήταν οι Love, Judy Collins και Paul Butterfield. Αμέσως οι Doors πήραν τα σκήπτρα. Πρώτος μάνατζέρ τους, τον Αύγουστο του ’67 ανέλαβε ο Σαλβατόρ Μποναφέτι, μάνατζερ των Dion and the Belmonts. «Μέχρι σήμερα μετανιώνω για την επιλογή αυτή», λέει ο John Densmore.
Ο ντράμερ Densmore είχε κυρίως jazz επιρροές και λάτρευε τους Elvin Jones και McCoy Tyner και προσπαθούσε να τους φτάσει. Είχε εκστασιαστεί όταν είδε ζωντανά τον John Coltrane. Ωστόσο ήθελε να παίξει τόσο πολύ σ’ ένα συγκρότημα και οι Doors ήταν η λύση, χωρίς όμως να τον γεμίζουν πραγματικά : «Έπρεπε να παίξω σ’ ένα γκρουπ». Του άρεσαν πολύ οι Rolling Stones και μάλιστα με πρώτα λεφτά του πρώτου συμβολαίου του με τους Doors έβαψε μαύρο το αυτοκίνητό του, μια Σίνγκερ Γκαζέλ επηρεασμένος από το τραγούδι των Stones «Paint it black». Σήμερα αποτιμώντας τη γνωριμία του με τον Jim Morrison λέει : «Η γνωριμία μου με τον Jim ήταν το τέλος της αθωότητάς μου…». Ίσως να μην κατάλαβε ποτέ τον Jim κι έτσι όταν έσπευσε στο τάφο του στο Παρίσι τα πρώτα λόγια που του βγήκαν ήταν : «Ποιο ήταν το γαμημένο μήνυμά σου Jim ; Η Αναρχία ; Γιατί τα υπέφερα όλα αυτά τα χρόνια ;».  
 Οι Doors στην πρώτη πρόβα τους έπαιξαν τραγούδια του Jimmy Reed για να συντονιστούν σαν μουσικοί. Η πρώτη εντύπωση του Densmore για τον Morrison : «Εξωτερικά ο Jim έμοιαζε με φυσιολογικό φοιτητή. Ήταν εμποτισμένος με μια επιθετικότητα για τη ζωή και τις γυναίκες. Ήξερε κάτι για τη ζωή που δεν το ήξερα. Η περιέργεια του ήταν ακόρεστη και διάβαζε με λαιμαργία. Τα μισά απ’ αυτά που έλεγε, δεν τα’ πιανα, αλλά το πάθος του το ένοιωθα…Η ζωή μου με τους Doors ήταν ψυχεδελισμός, κοπέλες, διαλογισμός».  
Η υπόθεση μπασίστας ή αλλιώς το «χαμένο» μέλος των Doors. Ήταν το συγκρότημα που δεν είχε μπασίστα στην σύνθεσή του ! Κάποια στιγμή στο ξεκίνημά τους δοκίμασαν μια κοπέλα κυνηγώντας την πρωτοτυπία. Έπαιξαν μαζί της στην πρόβα το «Unhappy Girl» και το «Break on Through», μερικά blues και τα «Back door man» και την έκδοσή τους στο «Little Red Rooster». Ό ήχος τους έμοιαζε με εκείνον των Rolling Stones. Τελικά ο Ray Manzarek βρήκε ένα μπάσο με πλήκτρα, Fender Rhodes κι τελειοποίησαν τον ήχο τους. Ο Ray έπαιζε με το αριστερό χέρι μπάσο και με το δεξί το όργανο. Αυτό ήταν ! Ο ήχος δεν έμοιαζε με άλλου συγκροτήματος. Ήταν Doors…

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ JIM MORRISON

Εκλεκτικός βαρύτονος ποιητής, ιρλανδικής καταγωγής, με ένα έμφυτο συνθετικό δώρο.
 Οραματιστής και πνευματικός ηγέτης της εποχής του, ασυμβίβαστος, persona, έχει χαρακτηριστεί «Ο Διόνυσος της rock μουσικής». Ύμνησε την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης…Ήρωές του ο Διόνυσος, ο Νίτσε και ο Ριμπό.Τον αποκάλεσαν «ηλεκτρικό shaman», «πρίγκιπα του σκότους» και οι φίλοι του τον φώναζαν «Jimbo».

Ημερομηνία και τόπος  γέννησης: 8 Δεκεμβρίου ..1943, Μελβούρνη, Φλώριδα
Χρώμα τρίχας : Καφετί, μάτια: μπλε-γκρι  
Σχολείο :
UCLA της Φλώριδας 
Αγαπημένα γκρουπ :
Beach Boys, Kinks, Love
Αγαπημένοι τραγουδιστές:
Frank Sinatra, Elvis Presley
Αγαπημένοι ηθοποιοί :
Jack Palance, Sarah Miles
Στην τηλεόραση έβλεπε : ειδήσεις
Αγαπημένο χρώμα: τυρκουάζ
Φαγητό: κρέας
Χόμπι: Ιπποδρομίες
Αγαπημένο σπορ: κολύμβηση
Αυτό που έψαχνε σ’ ένα κορίτσι : τρίχα, μάτια, φωνή, περπάτημα
Αυτό που επιθυμούσε : συζήτηση
Σχέδια/φιλοδοξίες: να κάνει ταινίες


*Πήγες : Αρχεία Electra, η βιογραφία του John Densmore «Riders on the Storm – Η ζωή μου με τους Doors» (εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη)




Στη μνήμη του Παύλου Σιδηρόπουλου - Του Γιάννη Αλεξίου







26 χρόνια χωρίς τον Παύλο Σιδηρόπουλο

Του Γιάννη Αλεξίου

6 Δεκεμβρίου 1990. «Πέθανε ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Η ηρωίνη έσβησε τον Ασυμβίβαστο της Ροκ», έγραφε στο πρωτοσέλιδό της η εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» μ’ ένα δισέλιδο αφιέρωμα για τον απόλυτο Έλληνα ρόκερ που τόσο μας λείπει 26 χρόνια τώρα. Οι εφημερίδες βέβαια της εποχής δεν τον τίμησαν εν ζωή, παρά μόνο στο θάνατο καθώς ήταν ασυμβίβαστος για τα μέτρα τους, αλλά αυτό συμβαίνει πολλές φορές με όσους δεν ακολουθούν τις εμπορικές επιταγές των δισκογραφικών εταιριών, όπως ο Παύλος κι έχουν την τάση να λένε τα πράγματα με το όνομά τους και να τα βάζουν στη θέση τους.
 Ήταν η πρώτη φορά φέτος που αναβλήθηκε φέτος η ετήσια συναυλία των Απροσάρμοστων, του συγκροτήματος του, στο Κύτταρο, λόγω προβλήματος που τυραννά την μέση του ντράμερ τους Κυριάκου Δαρίβα, το τελευταίο διάστημα. Όλες οι βραδιές στην μνήμη του Παύλου ήταν sold – out έως σήμερα. Μεγάλη είναι η αγάπη του κόσμου, αλλά και όσων δεν τον είχαν live γιατί δεν τον πρόλαβαν. Τα τραγούδια του περνούν από γενιά σε γενιά και η λατρεία του κόσμου για το πρόσωπό του και κυρίως για την αυθεντικότητά του, ξεπερνά κάθε προηγούμενο.  

Ο μπασίστας των Απροσάρμοστων, Αλέκος Αράπης, μου είχε πει για τον Παύλο :
«Αρκετές φορές κυνηγήθηκε αυτός ο άνθρωπος χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος. Σαν ένα τύπο που ανεβαίνει σε μια καρέκλα να μιλήσει, να πει αυτά που θέλει να πει, και με το που κάνει την κίνηση ν’ ανοίξει το στόμα του, του την πέφτουν όλοι και τον πλακώνουν στο ξύλο. Τον βάρεσαν οι άλλοι, να τον βαρέσουμε κι εμείς ! Γι’ αυτό δεν άκουσαν τι είπε αυτός ο άνθρωπος. Είχε βέβαια το πάθος του, δεν ήταν όμως άνθρωπος που τον έκανε το πάθος του ότι ήθελε. Ίσως να τιμωρούσε τον εαυτό του με τον τρόπο αυτό για τις υπερβολικές απαιτήσεις του».
Γιατί δεν έβγαλαν δίσκο ως Απροσάρμοστοι μετά το τέλος του Παύλου Σιδηρόπουλου και ενώ συνέχισε για ένα διάστημα να υπάρχει το γκρουπ, o Αράπης είπε : «Από το 1992 – 94 που ήταν μαζί μας και ο Γιώργος Δημητριάδης, είχαμε σκεφτεί να κάνουμε ένα δίσκο ως Απροσάρμοστοι, αλλά μοιραία όταν παίζαμε τα κομμάτια γινόταν σύγκριση με τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Τα τραγούδια του Παύλου ήταν εξαντλημένα, σε εισαγωγικά, από πλευράς παιξίματος και δεν επιδέχονταν σχεδόν καμιά εξέλιξη. Κάναμε πρόβες και ένα ντέμο, αλλά τα καινούργια τραγούδια μας μπροστά σε εκείνα του Παύλου, με τους πολυτραγουδισμένους στίχους του φαίνονταν λίγα…».  


Τον Παύλο Σιδηρόπουλο είχα την τύχη να γνωρίσω στην τελευταία τάξη του λυκείου, όταν κανονίστηκε μια ροκ συναυλία στην Πλατεία Ν. Σμύρνης με πρωτοβουλία του μαθητών του σχολικού 15μελές και στην ψηφοφορία μεταξύ των μαθητών πλειοψήφησε με διαφορά ο Παύλος, έναντι του Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ και άλλων που δεν θυμάμαι τώρα. Η συναυλία προγραμματίστηκε για την Πρωτομαγιά του ’85 στην κεντρική πλατεία και ανέλαβα ως μεγάλος θαυμαστής του και άτομο με γνώσεις και δισκογραφία του ελληνικού ροκ να έρθω σε επαφή μαζί του για την συναυλία αυτή. Η πλάκα ήταν ότι συνομιλούσα μαζί του από το τηλέφωνο της κρεβατοκάμαρας των γονιών μου γιατί ήταν κάτι που δεν θα το έγκρινε ο πατέρας μου και έτσι το έκανα στα κρυφά. Το τηλέφωνο όμως αυτό ήταν μισοχαλασμένο και άκουγα τον Παύλο με διακοπές και όχι πολύ καθαρά. Τι ατυχία να συνομιλείς με τον Σιδηρόπουλο και να είναι προβληματικό το τηλέφωνο…! Την πρώτη φορά με ρώτησε εάν θα παίξει άλλο γκρουπ στην συναυλία του και του απάντησα ότι θα ανοίξουν το live του οι Joyful Nurses, το συγκρότημα του σχολείου, στο οποίο ήταν κιθαρίστας ο Αντώνης Δημητρίου, μετέπειτα κιθαρίστας των Ενδελέχεια ! Ο Παύλος με ρώτησε μήπως θα ήταν καλύτερα να παίξει πρώτα αυτός και μετά το σχολικό συγκρότημα και κόντεψε να μου πέσει το τηλέφωνο από τα χέρια…Μα όλος ο κόσμος θα έρθει να δει εσένα, Παύλο, του είπα. Σεμνός πάντα και στην συγκριμένη στιγμή ίσως από ανασφάλεια να νόμισε ότι το σχολικό γκρουπ θα μάζευε όλο το σχολείο και μετά θα έφευγε πολύς κόσμος πριν βγει εκείνος στην σκηνή. Τελικά φαίνεται ότι τον έπεισα και κανονίσαμε να ανεβεί στην σκηνή κατά τις 10, αν θυμάμαι καλά. Όλα είχαν οργανωθεί στην εντέλεια και είχε αναλάβει τα ηχητικά ο συμμαθητής μου Κώστας Βλάχος, ο οποίος καταπιανόταν με αυτά και είχε έρθει σε επαφή με τον Νεοσμυρνιώτη έμπειρο ηχητικό Γιώργο Βαρβαντάκη, για το πέρας της συναυλίας. 

Η βραδιά λοιπόν κυλούσε κανονικά, αλλά ενώ τελείωναν οι Joyful Nurses το live τους και οι τρεις Απροσάρμοστοι : Κυριάκος Δαρίβας, Αλέκος Αράπης και Οδυσσέας Γαλανάκης ήταν εκεί ετοιμοπόλεμοι, δεν είχε εμφανιστεί ο Παύλος. Ο Αντώνης Δημητρίου τότε με ρώτησε, ως συντονιστή της συναυλίας, τι να κάνουνε γιατί τελείωσε το σετ τους. Συνεχίστε να παίζετε, του είπα. Πάμε ξανά από την αρχή τα τραγούδια σας, έως ότου να φανεί ο Παύλος. 

Πέρασε τουλάχιστον μία ώρα και δεν είχε φανεί. Είχα μεγάλη αγωνία, όπως και ο κόσμος που τον περίμενε. Μπροστά στην σκηνή είχαν πάρει θέση τα φρικιά. Κι ενώ ήταν περασμένες 11 να’ σου διακρίνω ένα τύπο να κατεβαίνει στο βάθος το δρόμο από το Άλσος της Ν. Σμύρνης προς το βοσκοτόπι, όπως λεγόταν ένα μικρό παρκάκι μεταξύ Άλσους και πλατείας και λέω : να ο Παύλος και τρέχω προς το μέρος του. Πράγματι ήταν αυτός. «Έλα Παύλο, έχεις αργήσει, όλα είναι έτοιμα ! Οι μουσικοί σου σε περιμένουν». Και κατηφορίζουμε μαζί και τα λέμε, έως ότου του βγάζω την αμοιβή του γκρουπ 20.000 δραχμές να παίξουν. Τα μετράει και μου λέει : είναι 21, πάρε ένα χιλιάρικο. Παύλο τα έχω μετρήσει πολλές φορές είναι 20 ακριβώς. Τα ξαναμετράει. 21 μου λέει. Δεν βαριέσαι, πάρε όσα είναι και βγες ! Ένα δείγμα τιμιότητας του Παύλου κι ας ήταν 20…Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ανέβηκε στην σκηνή και η συναυλία άρχισε. Τελικά η συναυλία ήταν επεισοδιακή, καθώς τα φρικιά ζητούσαν εξηγήσεις γιατί συνεργάζεται με τη Νέα Γενιά του ΠΑΣΟΚ και ο Παύλος άνοιξε διάλογο μαζί τους με το μικρόφωνο στα χέρια επί ώρα. Μετά τη συζήτηση η συναυλία συνεχίστηκε κανονικά και τελείωσε με χάππυ εντ… Ένα όνειρο της ζωής μου έγινε πραγματικότητα, όπως και τόσων άλλων μαθητών του σχολείου. Ένας είναι ο Παύλος και θα παραμείνει ζωντανός στις καρδιές μας.


Η επίσημη ιστιοσελίδα του Παύλου Σιδηρόπουλου σε επιμέλεια της αδερφής του Μελίνας : http://pavlos-sidiropoulos.gr/










Η δολοφονία του John Lennon - Του Γιάννη Αλεξίου











Η δολοφονία του John Lennon

 Του Γιάννη Αλεξίου



Η πληροφορία κυκλοφορούσε αργά τότε. Αν ήσουν και μαθητής κιόλας άστα να πάνε. Στον μικρόκοσμό μας δεν χωρούσαν ούτε δελτία ειδήσεων, ούτε ειδήσεις με την ταχύτητα του φωτός που κυκλοφορούν σήμερα. Η ανάσα στο διάβασμα ήταν το Ποπ Κλαμπ του Γιάννη Πετρίδη στις 4 το μεσημέρι. Θυμάμαι σαν τώρα την είδηση που δεν ήθελε ποτέ ν’ ακούσει κανείς φίλος της μουσικής. «O Τζων Λέννον δολοφονήθηκε !». Έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου. Αντίκρισα τη κλασσική φωτογραφία του στη Νέα Υόρκη που είχα κόψει, κατ’ εξαίρεση, από το εξώφυλλο του Ποπ και Ροκ και είχα κολλημένη στο ξύλινο ηχείο μου, μέσα στο δωματιάκι μου στη μονοκοκατοικία μας στη Ν. Σμύρνη. Έβαλα τα κλάματα κι έτρεξα να τηλεφωνήσω στον beatle maniac φίλο μου Κώστα Μυλωνά, το «Άλογο», να μοιραστώ το στενάχωρο αυτό νέο. Έπαθε πλάκα. Ήταν το είδωλό μας. Όταν κυκλοφόρησαν αμέσως μετά τα «Επίκαιρα» με εξώφυλλο τον John Lennon, το έκοψα και το έκανα εξώφυλλο του ντοσιέ του μαθήματος της έκθεσης ιδεών της Α Γυμνασίου. Η «Φωνή Μιας Εποχής» έγραφε…    


Τη νύχτα, στις 11ή ώρα της 8ης Δεκεμβρίου 1980, ο John Lennon δολοφονήθηκε σε ηλικία 40 ετών, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο του για να μπει στο σπίτι του, από τον Μαρκ Ντεήβιντ Τσάμπαν. Ο δολοφόνος του τον πυροβόλησε τέσσερις φορές στην πλάτη, στον οποίο νωρίτερα την ίδια είχε υπογράψει αυτόγραφο πάνω στο τελευταίο δίσκο του «Double Fantasy», την ώρα που έφευγε από το ιστορικό κτίριο Dakota, στο οποίο διέμενε στη Νέα Υόρκη. Δίπλα του την ώρα της δολοφονίας ήταν η Γιόκο Όνο.


Αν ζούσε σήμερα θα ήταν 76 ετών και κανείς μας δεν φαντάζεται πώς θα ήταν σήμερα ο John της εφηβείας μας και αν θα φορούσε ακόμη αυτά τα στρογγυλά γυαλιά, σήμα κατατεθέν μιας ιδιοφυΐας που υπήρξε ένας ειρηνικός επαναστάτης που έδωσε την εντύπωση με την συμπεριφορά και την μουσική του ότι θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Η ταινία του Μάικλ Μουρ «Αμερική εναντίον Τζων Λέννον» (2006) φανέρωσε την υπόνοια όλων των θαυμαστών του Λέννον, ότι η Αμερική όπλισε το χέρι του δολοφόνου του και τον σκότωσε γιατί ήταν εμπόδιο στα σχέδιά της. Είπε ανοιχτά ότι η Αμερική δολοφόνησε τον Τζων Λεννον. Ο John Lennon εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη μιλούσε πολύ και θεωρήθηκε υποκινητής της νεολαίας κάτι που δεν άρεσε καθόλου στην πολιτική ηγεσία της Αμερικής που  τον «έφαγε» ψυχρά και ωμά.
Ως φύση ανήσυχος μουσικός προφανώς θα πειραματιζόταν με νέα είδη μουσικής αν ζούσε σήμερα, κάτι που έχει υποστηρίξει σε συνεντεύξεις και η Γιόκο Όνο, η αγαπημένη σύντροφός του και ταυτόχρονα η πιο μισητή σύντροφος καλλιτέχνη, για τους φίλους των Beatles. Χαρακτηριστικά θυμάμαι όταν δάνεισα το δίσκο «Double Fantasy» στο Άλογο να τον ακούσει, τον προειδοποίησα ότι στο δίσκο τραγουδούν ένα κομμάτι ο Λέννον κι ένα η Γιόκο. Και εκείνος αμέσως μου είπε : «Α, καλά που μου το είπε θα πηδάω την βελόνα στο επόμενο τραγούδι !».

 Ο John Lennon τρεις μέρες πριν τη δολοφονία του, έδωσε την τελευταία συνέντευξή του στο περιοδικό Rolling Stone που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη «διαθήκη» του σήμερα. Ο δημοσιογράφος που πήρε την συνέντευξη από τον John, o Τζόναθαν Κοτ, μεγάλος θαυμαστής του Lennon, δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβη και την κράτησε επί 31 χρόνια αδημοσίευτη καθώς δήλωσε αδυναμία να προχωρήσει στην απομαγνητοφώνησή της έως το 2011…
Είχαν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια έπειτα από τον τελευταίο δίσκο του «Rock’n’Roll» όπου είχε τραγουδήσει τα αγαπημένα 50ς τραγούδια που τον έβαλαν στην μουσική και μόλις ολοκληρώσει το κύκνειο άσμα «Double Fantasy» που κυκλοφόρησε στις 17 Νοεμβρίου 1980, τρεις βδομάδες πριν τη δολοφονία του ! Ο John Lennon ήταν έτοιμος να περάσει στην αντεπίθεση αναφερόμενος στη σκληρή κριτική του Τύπου για το μακρύ διάστημα της δισκογραφικής του αποχής.
«Η ψευδαίσθηση ότι είχα αποκοπεί από την κοινωνία είναι ένα ανέκδοτο», είχε πει. «Εργαζόμουν από τις εννιά μέχρι τις πέντε και είχα ρίξει το βάρος αποκλειστικά στο παιδί μας. Δεν κρυβόμουν. Αλλά δεν έγραψα απολύτως τίποτα. Ήταν μεγάλη υπόθεση για μας να αποκτήσουμε ένα μωρό μετά από αρκετές αποτυχημένες εγκυμοσύνες όπου παρ’ ολίγο να πεθάνει η Γιόκο, τα προβλήματα με τα ναρκωτικά και το χωρισμό. Μετά από δέκα χρόνια, ήλθε το παιδί που περιμέναμε και -μα το Θεό- δεν υπήρχε περίπτωση να κάνουμε τα ίδια λάθη. 

Μου έχουν επιτεθεί τόσες πολλές φορές. Αλλά δεν είμαι μόνο εγώ... Πάρε για παράδειγμα τον Μικ Τζάγκερ. Θεωρείς ότι θα τον αφήσουν ποτέ σε ησυχία; Όσο για τον Μπρους Σπρίνγκστιν, ο θεός να τον φυλάει όταν ο Τύπος αποφασίσει ότι δεν είναι πλέον ο ένας και μοναδικός. Έχω ακούσει καλά λόγια γι’ αυτόν και οι οπαδοί του είναι χαρούμενοι τώρα. Όταν, όμως, θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με την επιτυχία, θα αντιληφθεί ότι μεγαλώνει και ότι πρέπει να κάνει το ίδιο ξανά και ξανά, τότε ο κόσμος θα του γυρίσει την πλάτη και μακάρι να επιβιώσει. Δεν είμαστε μηχανές.
Δηλαδή, τι περιμένουν από τον Σπρίνγκστιν; Μήπως να αυτοκτονήσει στη σκηνή; Από μένα και τη Γιόκο να κάνουμε έρωτα και αμέσως μετά να σκοτωθούμε; Κατάλαβα για πρώτη φορά ότι υπάρχει ένα είδος συστήματος όπου ο καθένας γίνεται κομμάτι του μεγάλου τροχού και απλά πρέπει να συνεχίσει να γυρίζει ότι κι αν συμβεί. Εξάλλου, το σύμπαν είναι ένας τροχός, σωστά; Παρακολουθώντας τον τροχό, νιώθω ότι παρακολουθώ τον εαυτό μου, ακόμα και μέσα από το ίδιο μου το παιδί. Δεν είμαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, είμαι οξύθυμος τύπος και παθαίνω συχνά κατάθλιψη. Οι επονομαζόμενοι καλλιτέχνες -σαν και μένα- είναι εγωιστές κι έτσι στην προσπάθεια να σκεφτώ τον Σον ή την Γιόκο ή οτιδήποτε άλλο πέραν του εαυτού μου, αγχώνομαι τρομερά. Μπορεί να γράφω ένα κομμάτι για τον γιό μου, αλλά θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν περνούσα το χρόνο που χρειάστηκα στη δημιουργία του τραγουδιού για να παίξω μαζί του. 

Το πιο δύσκολο για μένα είναι... να παίξω. Μπορώ να εφεύρω τρόπους για να περνάμε το χρόνο μαζί, να ζωγραφίσω μαζί του, να δω τηλεόραση μαζί του αλλά δεν μπορώ να παίξω...» Στην προσπάθεια του να καθορίσει την κινητήρια δύναμη πίσω από τη μουσική του αλλά και την άποψη για όσους τον κατηγορούν, ο Τζον Λένον εξηγούσε: «Το μοναδικό κριτήριο για μένα είναι το κοινό και πρόκειται για κάτι που το αποφάσισα από την περίοδο που βρισκόμουν στη σχολή Καλών Τεχνών. Με ενδιαφέρει να εξωτερικεύω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου και η μουσική είναι ένας τρόπος για να το πετύχω. Ποιός υποτίθεται ότι πρέπει να είμαι; Ένα είδος οσιομάρτυρα που δεν μπορεί να είναι πλούσιος;

Ένας βλάκας στο περιοδικό Esquire (μιλούσε για το προσβλητικό άρθρο ‘Τζον Λένον, που είσαι;’) είναι κλασικό παράδειγμα ανθρώπου που κάποτε σε λάτρευε και τώρα σε μισεί. Δεν τον γνωρίζω, αλλά εκείνος ξόδεψε χρόνο ψάχνοντας την ψευδαίσθηση που έχει δημιουργήσει για μένα και μετά νευρίασε επειδή δεν μπορούσε να τη βρει. Αυτοί οι κριτικοί μοιάζουν με ειδωλολάτρες. Ορισμένοι αρέσκονται να υποστηρίζουν κάποιον όταν βρίσκεται στο δρόμο για την κορυφή, αλλά όταν φτάσει εκεί, τον μισούν. Αυτό που πραγματικά θέλουν είναι νεκροί ήρωες όπως ο Σιντ Βίσιους και ο Τζέιμς Ντιν. Εγώ, λοιπόν, δεν ενδιαφέρομαι να γίνω ένας, οπότε ξεχάστε το!»
Και με αυτά τα λόγια έκλεινε την συνέντευξή του. Τρεις μέρες μετά δολοφονήθηκε….