Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Δημήτρης Μητσοτάκης & Γρηγόρης Κλιούμης - "Κατρακύλες" (cd, Ogdoo Music Group) του Γιάννη Αλεξίου





Δημήτρης Μητσοτάκης & Γρηγόρης Κλιούμης - "Κατρακύλες" (cd, Ogdoo Music Group)


Δύο παλιοί μας γνώριμοι με εξέχουσα θητεία στην ελληνική rock διαδρομή, ο Δημήτρης Μητσοτάκης από τους Ενδελέχεια και ο Γρηγόρης Κλιούμης από τα Υπόγεια Ρεύματα που συνεχίζουν την πορεία τους στο χρόνο, ένωσαν τις φωνές και το ταλέντο τους ως τραγουδοποιοί και έκαναν τις "Κατρακύλες".
Τραγουδούν μαζί "καθώς "ζητούν μελάνι οι καιροί, μα πήραμε γόμα..."  αποτυπώνοντας εύστοχα το άγονο κλίμα των ημερών μας, μια εποχή που δίνει ανάγλυφα τον πολιτιστικό της στίγμα ζητώντας από τον Ρουβά, μετά την εμφάνισή του στην Επίδαυρο (!), να αποδώσει το "Άξιον Εστί" στην κουλτουριάκη πλατεία της Νέας Σμύρνης, με την συν υπογραφή μάλιστα του δημιουργού και των "αρχόντων" του δήμου (τρομάρα τους) κι έτσι "βυθό θα πιάσει μόνο εκείνος, όσο κι αν πιει δεν ξεδιψά και θα βουτήξει στο πηγάδι εκεί στο πιο βαθύ σκοτάδι" όπως οι "Κατρακύλες" αναφέρουν στο τραγούδι τους "Πηγάδι".
"Κατρακύλα", ουσιαστικό που προέρχεται από το ρήμα κατρακυλώ, που σημαίνει κατολίσθηση, γλίστρημα και μεταφορικά οικονομικό ή ηθικό ξεπεσμό. Οι στίχοι γράφτηκαν από τον Ιανουάριο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2012, όπως αναφέρουν οι ίδιοι και είναι πολύ παρήγορο που μέσα σε τέτοια κοινωνικο-οικονομική κατολίσθηση βγήκε ένας τόσο ωραίος δίσκος που χαίρεσαι να τον ακούς και να τον ξανακούς. Η μουσική του περικλείει και Ενδελέχεια, καθώς και Ευδαίμονες (το μουσικό όχημα του Δ. Μητσοτάκη στην σόλο του πορεία), αλλά και Υπόγεια Ρεύματα, καθώς και άλλες μουσικές ιδέες των δύο στο "χάος του μεγάλου εκκρεμές..." (από την "Σκουριά").
Κι επειδή... "οι νύχτες θέλουν κρασί και τα τραγούδια αίμα" (από το "Σκυφτός") μέσα σε 11 τραγούδια οι δυο τους μας βάζουν ένα τούνελ που έχει ένα φως στην άκρη του που φαίνεται αμυδρά, αλλά υπάρχει. Η πιο αισιόδοξη νότα είναι η ίδια αυτή συνεύρεση, μια σπάνια κίνηση. Το τραγούδι τους "Στη θάλασσα που κέρδισα" με μουσικές πινελιές που βουτούν στην παράδοση και ο επίλογος "Κατρακύλες" (ένα τραγούδι του Δ. Μητσοτάκη) σου αφήνουν την αίσθηση της γλυκιάς φωνής του Κλιούμη, αλλά και την χημεία των δύο τραγουδοποιών που όλα αυτά τα χρόνια του αρέσει να μην λεν πολλά, αλλά να δηλώνουν παρών όταν έχουν κάτι να πουν.
Βαθμολογία : 8.5/10

                                                                       Γιάννης Αλεξίου

Δύο τραγούδια τους : "Αγάπες δίχως σώμα"
https://www.youtube.com/watch?v=UX6fsovP540

"Κατρακύλες"
https://www.youtube.com/watch?v=-JZQZqHbR2w


                 

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Μουσικές Ταξιαρχίες 30 χρόνια μετά – Κύτταρο, του Γιάννη Αλεξίου






Μουσικές Ταξιαρχίες 30 χρόνια μετά – Κύτταρο, Παρασκευή 3 Απριλίου

Χέντριξ και Καζαντζίδης 10.000 Watt να κλάσουνε πατάτες οι μπάτσοι και τα Ματ












Γράφει ο Γιάννης Αλεξίου

Οι μαλιάδες ήμασταν μετρημένοι, οι γυναίκες λίγες αλλά προσεγμένες, ο κόσμος πολύς γέμισε ασφυκτικά το «Κύτταρο» τουλάχιστον μια ώρα πριν αρχίσει η συναυλία. Ουρές για να πάρουν τα εισιτήρια στο χέρι όσοι είχαν κρατήσεις από το διαδίκτυο, αλλά και όσοι τα είχαν προπληρώσει σε γνωστές αλυσίδες βιβλιοπωλείων των Αθηνών. Νέα ήθη, νέα έθιμα. Η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, μέσα στο ιστορικό live κλαμπ της πόλης που κι αυτό έχει αλλάξει από το 1985, ήταν άντρες όπως και τότε στα ροκ στέκια της Αθήνας. Όλοι όρθιοι, δεν υπήρχαν τραπέζια.    
Μόνο στο πατάρι, δίπλα στον προβολέα, είχε πάρει θέση καθιστός ο Γιάννης Πετροπουλάκης, ο πρώτος μπασίστας των M.G.C. και blueman ως διοργανωτής συναυλιών αργότερα. Άρχοντας της νύχτας ! Καθόταν μόνος σαν προάγγελος μιας βραδιάς φορτωμένης με αναμνήσεις. Στην είσοδο  μοιράζονταν καρτ ποστάλ με την αμφί γυμνασμένη μακρυμαλλούσα γριά από το εξώφυλλο της ιστορικής παράνομης κασέτας που έγραφε : Τζίμης Πανούσης Μουσικές Ταξιαρχίες On The Road * 35 Χρόνια * 1980 – 2015 Κύτταρο Live 3-4 & 17-18 Απριλίου.
Πέντε λεπτά πριν τις 11 το βράδυ της Παρασκευής 3 Απριλίου, βγήκε στην σκηνή ο Τζίμης Πανούσης και παρουσίασε την παλιοπαρέα : Δημήτρης Δασκαλοθανάσης – ήρθε από το Παρίσι όπου ζει 25 χρόνια τώρα και παίζει εκεί τις μουσικές του – Γιάννης Δρόλαπας, ένας από τους τρεις καλύτερους κιθαρίστες που βγήκαν στην Ελλάδα (Γιάννης Σπάθας και Δήμης Παπαχρήστου οι άλλοι δύο), Σπύρος Πάζιος, επίσης εξαιρετικός κιθαρίστας, και οι τρεις ιδρυτικά μέλη των Μουσικών Ταξιαρχιών. Μεγάλος απόντας από την αρχική σύνθεση ο ντράμερ Βαγγέλης Βέκιος που απεβίωσε αυτόν τον καιρό και ήταν αφιερωμένη σε αυτόν, αλλά και στο άλλο ιδρυτικό μέλος τον Κώστα Πολίτη που αυτοκτόνησε, δέκα χρόνια μικρότερο τότε του Τζίμη. Στα δύο αυτά εκλιπόντα μέλη ήταν αφιερωμένη η συναυλία, όπως είπε εξ αρχής ο Τζίμης Πανούσης, συνέυρεση με αφορμή τα 30 χρόνια από την θρυλική μουσική παράσταση «Hard Core» στο Κύτταρο, το 1985, η οποία είχε κυκλοφορήσει και σε βινύλιο το 1985, κύκνειο άσμα των Μουσικών Ταξιαρχιών.
 Μια συναυλία που είχε στο μενού ένα full set από τα δύο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος (το ομώνυμο του 1982 και το «Αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν» του 1984), αρκετή δόση από το live του «Hard Core», μεμονωμένα τραγούδια από προσωπικούς δίσκους του Τζίμη Πανούση όπως το «Κάγκελα Παντού», «Μάγισσα Μανούλα» και «Φασμπίντερ και ξερό ψωμί» από το «Κάγκελα Παντού» του 1986, το «Παρδαλό Τζιτζίκι» από το «Χημεία και Τεράτα» του 1987, τα «Ούζο Power» και «USA for Makreting» από τις «Δουλειές του Κεφαλιού» του 1990, τα «Φάτε τους» και «Νεοέλληνας» από το «Vivere Pericolosamente» του 1993, αλλά και το πιο πρόσφατο και ομώνυμο «Obi Obi» του 2013. Επίσης τραγούδια από την θρυλική παράνομη κασέτα «Disco Tsoutsouni» του 1980, που περιείχε τραγούδια γραμμένα πριν το 1977, εκτός από τις «Νύχτες της Μόσχας» για τα γεγονότα του Χημείου (16 Δεκεμβρίου 1979), τραγούδι που παίχθηκε σε ρυθμό bossa nova στη διάρκεια της βραδιάς, όπως και το «Ζόμπι το ξύπνημα των νεκρών» από την ίδια κασέτα !
 Οι Μουσικές Ταξιαρχίες παρατάχθηκαν ετοιμοπόλεμες στην σκηνή με 6 μέλη μέσα σε αποθέωση στο Κύτταρο, όπου δεν έπεφτε καρφίτσα ! Οι μπύρες και τα ποτά πήγαιναν κι έρχονταν στους τυχερούς που βρήκαν θέση κοντά στα μπαρ του κλαμπ και τα τσουγκρίσματα δεν είχαν τελειωμό. Η αρχή ήταν καταιγιστική : «Disco Tsoutsouni», «Μουσικές Ταξιαρχίες», «One Song For The Calavrita Place», «Εκλογές», «Πάρε το χαπάκι σου», «Για τη γιορτή της μητέρας», «Γαμάτε γιατί χανόμαστε», «Ερωτικό», «Μια ασπρόμαυρη μικρή φωτογραφία» με τον Αλέκο Αράπη να έχει πάρει τη θέση του μπασίστα στην σκηνή από τον Δημήτρη Δασκαλοθανάση και ο Κώστας ο Πεπέρογλου τη θέση του Βασίλη Κοκκώνη, τωρινού συνεργάτη του Πανούση. Διαδοχικά πέρασαν 9 μουσικοί από την σκηνή, όπως ο κιθαρίστας Στέλιος Φράγκος, ο κημπορντίστας Βασίλης Γκίνος, επίσης τωρινοί μουσικοί του Τζίμη Πανούση.
Η συγκίνηση μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα και το κοινό τραγουδούσε το ένα μετά το άλλο τα τραγούδια μαζί με τις Ταξιαρχίες ; «Ο Τεκές», «Γιαγιά Πατίνι», «Κάγκελα Παντού», «Ανακωχή», «Ναγκασάκι», «Ντισκοτσιφτετέλι», «Αχ Ευρώπη», «Το τραγούδι του χειμώνα», «Μάγισσα Μανούλα», «Όχι άλλο Νταλάρα», «Το παρδαλό τζιτζίκι» και κάποια ακόμη. Ένας φώναξε δυνατά : «Γεια σου Τζιμάρα !» και ο Πανούσης απάντησε ; «Ο ξάδερφός μου ! Φυσιοδίφης !». Άλλες φωνές που ακούστηκαν δυνατά από το κοινό ήταν «Τζιμάρα γ…την Μέρκελ την π…», «Μπάτσοι Γουρούνια Δολοφόνοι», «Πανιωνάρα», ενώ εξέπληξε ο Τζίμης σε μια στιγμή λέγοντας από το μικρόφωνο «Γ… ο θρύλος και ο Πειραιώς», αν και είναι Ολυμπιακός στα ποδοσφαιρικά του αισθήματα, όμως προφανώς δήλωσε την αντίθεσή του με το ποδοσφαιρικό κατεστημένο !

Η συναυλία τελείωσε με όλο το «Κύτταρο» να χορεύει και να τραγουδά «USA for Marketing», «Νεοέλληνες» και «Σουζάνα» και με τις 9 Μουσικές Ταξιαρχίες επί σκηνής σε ένα πανηγυρικό φινάλε !
Τριάντα χρόνια μετά την θρυλική εκείνη εμφάνισή τους στο Κύτταρο - αν και δεν ήταν η πρώτη στο χώρο αυτό – τα πράγματα έχουν αλλάξει και το έθνος δεν «προσκυνά σώβρακα και φανέλες», σύμφωνα με τον στίχο τους στα «Κάγκελα Παντού», ούτε ο Τζίμης και η θρυλική παρέα του είναι οι 25άρηδες της εποχής που ξεκίνησαν στα τέλη του ’70, αλλά οι σημερινοί 60άρηδες, όμως η καρδιά τους το λέει ακόμα !
Σε μια συναυλία χωρίς πρόζα, μόνο με τραγούδια και φυσικά τα θρυλικά βίντεο στην οθόνη, παίχθηκε ζωντανά ολόκληρος ο πρώτος και ιστορικός δίσκος των Μουσικών Ταξιαρχιών, που λογοκρίθηκε στην εποχή του, απαγορεύτηκε ένα διάστημα και ξανακυκλοφόρησε λογοκριμένος με…μπιπ στις επίμαχες λέξεις παρουσιάστηκε τώρα χωρίς λογοκρισία, όπως πάντα επί σκηνής ! Το μόνο όνομα άλλου καλλιτέχνη στο οποίο έγινε μνεία στη διάρκεια της συναυλίας ήταν του Μάρκου Βαμβακάρη με αφορμή τον «Τεκέ». Επίσης το μόνο όνομα πολιτικού που ακούστηκε από τα χείλη του Τζιμάκου ήταν όταν είπε : «Τώρα έχουμε Βαρουφάκη, θα γ….Βαρουφάκες» ! Επίσης σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της συναυλίας έπαιξε ο πολύ καλός ήχος.

Ο Τζίμης Πανούσης έβαλε την σφραγίδα του στις Μουσικές Ταξιαρχίες και στην ελληνική ροκ σκηνή του ’80 που ήταν στις δόξες της, αλλά μέχρι σήμερα και δικαίως αυτό αναγραφόταν με κόκκινα γράμματα στις μαύρες μπλούζες που φορούσαν όλα τα μέλη : «Τζίμης Πανούσης Μουσικές Ταξιαρχίες». Πήρα κι εγώ μία φεύγοντας από το Κύτταρο από το memorabilia πωλητήριο στην είσοδο του Κυττάρου, με βινύλια, cd, βιβλία, αυτής της τέλειας παρέας, αυτού του τέλειου συγκροτήματος που θα αγαπάμε μια ζωή. Μουσικές Ταξιαρχίες, μια εποχή ολόκληρη !
 
*Για όσους δεν τους είδαν έχουν μια ευκαιρία ακόμη το Παρασκευο- Σάββατο μετά το Πάσχα, 17 και 18 Απριλίου στο «Κύτταρο», Ηπείροου κι Αχαρνών, είσοδος 12 ευρώ

    
Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Κανελλόπουλου


Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

ΥΠΟΓΕΙΑ ΡΕΥΜΑΤΑ – «20.14» Του Γιάννη Αλεξίου





ΥΠΟΓΕΙΑ ΡΕΥΜΑΤΑ – «20 . 14» (MLK, 2015)


«Είναι που όλα αυτά τα χρόνια είμαι είκοσι, και περιμένω τόσα πράγματα να γίνουν…».
Με τη μάτια ενός 20άρη τα Υπόγεια Ρεύματα κάνουν μια βουτιά στην εφηβεία τους και επιχειρούν να δώσουν ένα νέο μουσικό προφίλ με αλλαγές στην σύνθεσή τους με 14 καινούργια τραγούδια τους, σε μουσική και στίχους που συνέγραψαν τα μέλη του συγκροτήματος.
Σήμερα, λοιπόν, ξεκίνησε η μέρα μου κατ' εξαίρεση μ' ένα cd  που περιέχει τα καινούργια τραγούδια του συγκροτήματος Υπόγεια Ρεύματα από το διπλό και ολοκαίνουργιο "20 . 14". Το πρώτο cd περιέχει τα 20 παλιότερα τραγούδια τους  σε νέες εκτελέσεις, που κυκλοφόρησαν πέρυσι σε βινύλιο 180ο, με αφορμή τα 20 χρόνια της μπάντας (2004 - 2014) στην MLK. 
«Σε αυτά που δεν μπορούσα, σκάλωσα, κι εκεί που στάθηκα, μεγάλωσα…» ( από το Αν στην Αρχή).
Χωρίς τον Κώστα Παρίσση πλέον στην σύνθεσή τους, ωστόσο συνεργάτης του άλμπουμ τους (τεχνική υποστήριξη), και με τους Γρηγόρη Κλιούμη (φωνή, κιθάρα), Νίκος Γιούσεφ (μπάσο, πριόνι), Τάσος Πέππας (τύμπανα) και το νέο μέλος τους από το τέλος του ’13 Μάρκο Τσαγκάρη (πλήκτρα) στο 9ο άλμπουμ τους (το 8ο στούντιο) στα βήματα της "Νέας Μέρας" (2007) παρουσιάζουν ένα επετειακό δίσκο, αποτυπώνοντας την αγωνία τους για την κατάσταση που βιώνουμε σ’ ένα αβέβαιο παρών και μέλλον πάνω που ο χρόνος…"Τι και αν μεγάλωσαν οι φόροι ; Τι κι αν έφυγε για άλλο αγόρι ; Τι και αν το χρήμα είναι εξορία ; Τι κι αν γ…. η ιστορία ;» (Από το «Τι Κι Αν»).
Η μουσική τους είναι Υπόγεια Ρεύματα και θα ικανοποιήσει το κοινό τους, όσο για τους στίχους είναι αρκετά μελαγχολικοί και απεικονίζουν την σκληρή πραγματικότητα για πολλούς : «Είδα ελπίδες κι όνειρα στον πίνακα να σβήνουν και όλες τις δυνάμεις μου πίσω να με αφήνουν. Είδα μια αχτίδα να περνά στης μοναξιάς τα βάθη, ναυάγια να γίνονται οι αλήθειες και τα πάθη… (από το «Τρέμει η ζωή». Ίσως μας αφυπνίσουν !
Το άλμπουμ τους «20 . 14» κυκλοφορεί από την MKL (Music Links Knowledge) που έχει επανακυκλοφορήσει επίσης τα πρώτα άλμπουμ των Ξύλινων Σπαθιών και Τρυπών, σε βινύλια (πολύ καλές παραγωγές) που έγιναν ανάρπαστα.
«Τόσοι δρόμοι και δεν παν΄ πουθενά...». (από τη "Ρώμη"). 
Βαθμολογία : 8.5/10

                                                              Γιάννης Αλεξίου


                                                   

https://www.youtube.com/watch?v=dAmjdqlqePE

https://www.youtube.com/watch?v=Z0ha0aayjA0

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Γιάννης Σπάθας "Κύτταρο" 24.3.2015





Ο Γιάννης Σπάθας στο Κύτταρο 24.3.2015

Ρεπορτάζ : Γιάννης Αλεξίου

Ο «Θεός της Κιθάρας» έπιασε την κόκκινη Stratocaster στα χέρια του για δεύτερη φορά μέσα σε ενάμιση μήνα, μετά την αγρανάπαυση των 5 ετών απομόνωσης στους Παξούς, στο κατάμεστο «Κύτταρο» παραμονή της 25ης Μαρτίου. Αλλά είναι λίγο για να χορτάσει κανείς αυτό τον σπουδαίο κιθαρίστα που έχει γράψει με φωτεινά γράμματα το όνομά Γιάννης Σπάθας στην ελληνική ροκ μουσική, αλλά και με τον επαγγελματισμό του στην ελληνική δισκογραφία μέσα από συνεργασίες που έχουν τη δική τους ιστορία.
Με φόντο το εξώφυλλο του ομώνυμου πρώτου δίσκου των Socrates Drank The Conium (1972) στη γιγαντοοθόνη πίσω από το stage, το ροκ κλαμπ της οδού Ηπείρου κι Αχαρνών γέμισε από νωρίς με φάτσες γελαστές που ζητωκραύγαζαν σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας και σήκωσαν στον αέρα το «Κύτταρο» στη διάρκεια του πανηγυρικού φινάλε που ξεκίνησε με το «Mountains», το κομμάτι που έχει βάλει την προσωπική σφραγίδα του ο Σπάθας, δημιουργώντας το δικό του ήχο, με την ηπειρώτικη παράδοση να αγκαλιάζει την ροκ μουσική. Την ώρα της αποθέωσης ήρθε το «Starvation» να φέρει την συναυλία σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο ενθουσιασμού, για να γίνει overdose ροκιάς με το «Lady» και το «Purple Haze» και στο τρίτο encore «Further on up the Road» και «Foxy Lady» !Ο Jimi Jendrix και αυτή τη φορά είχε την τιμητική του καθώς είναι ο επιδραστικότερος μουσικός τόσο για τον Γιάννη Σπάθα, όσο και για τον Άκη Τουρκογιώργη, που με τους Blue Airways ήταν η μπάντα του Σπάθα στο δεύτερο μέρος της συναυλίας που ήταν επί σκηνής.
«Αυτό για τον Αντώνη» φώναξε με ψυχή η Μαρκέλλα Παναγιώτου στο μικρόφωνο κι ενώ ο Σπάθας έπαιζε τις πρώτες νότες του συμβολικού στην περίσταση αυτή «Born Again», καθώς και το «Fallen Angel» που επακολούθησε επίσης από το άλμπουμ των Socrates «Breaking Through» (1983), του μόνου κομματιού που δεν είχαν παίξει στην πρώτη συναυλία στο «Κύτταρο» στις 6 Φεβρουαρίου. Ο κόσμος καταχειροκρότησε τον μεγάλο απόντα κι αυτής της βραδιάς. Ο Αντώνης Τουρκογιώργης δεν είναι μαζί με την παρέα αυτή εδώ και 5 χρόνια που δοκιμάζεται η υγεία του. Η Μαρκέλλα, η εξαιρετική περφόρμερ με τη ροκ φωνή, ήταν τραγουδίστρια των Socrates, επί σειρά ετών, όπως μέλος του συγκροτήματος πάνω από μια 10ετία ήταν ο εκρηκτικός ντράμερ Μάκης Γιούλης, γιος του Αντώνη Γιούλη (κιθάρα, όργανο) των θρυλικών Idols (1964-1974), που επίσης έδωσε παρών στο «Κύτταρο». Ο Σπάθας έπαιξε με των Άκη Τουρκογιώργη και το «The Bride» ένα κομμάτι από το «Phos» (1976) που δεν είχαν παίξει ποτέ οι Socrates live γιατί απαιτούσαν δύο κιθάρες επί σκηνής, αλλά και το «Destruction» από το ιστορικό τρίτο άλμπουμ τους «On The Wings» (1971) που είχε σκαρφαλώσει στο Νο1 της Georgia, με την Μαρκέλλα στα φωνητικά. Η Μ. Παναγιώτου, σε μεγάλη βραδιά, είχε την τιμητική της σε αυτή την βραδιά καθώς ερμήνευσε πολλά κλασσικά τραγούδια των Socrates με το γνωστό εκρηκτικό ταμπεραμέντο της, όπως, μεταξύ άλλων, το «Queen of the Universe», «Mr. WC», «Time of Pain», ή αλλιώς η ώρα των μαλλιάδων που κουνούσαν ρυθμικά το κεφάλι τους πάνω – κάτω, αλλά και κι ένα παλιό blues «Nobody’s Business if I Do» (των Grainger - Robbins)!
Στο δεύτερο μέρος η μεγάλη ανατριχίλα κυρίευσε το Socrat-ιακό κοινό μόλις ακούστηκαν οι πρώτες νότες του «Hideaway», του Freddie King από την εκτέλεση του Beano άλμπουμ του John Mayall's Bluebreakers με τον Eric Clapton, που είχε συμβολικό χαρακτήρα καθώς από εκεί πρωτοάκουσε blues ο Γιάννης Σπάθας. Λίγο πριν τον είχε παρουσιάσει ο Άκης Τουρκογιώργης, μετά από ένα intro της «Layla».
Στο πρώτο μέρος της συναυλίας ο Άκης Τουρκογιώργης με την πράσινη Stratocaster του στα χέρια και το συγκρότημά του Blue Airways ζέσταναν με το παραπάνω το κοινό μέχρι την υποδοχή του Γιάννη Σπάθα, με τραγούδια από το δίσκο τους «Three Days of 1969», που περιέχει 6 κομμάτια και all time classic rock επιτυχίες όπως ένα medley των αγαπημένων του Jethro Tull «Aqualung», «Locomotive Breath», «Thick As A Brick», «Bad Reputation» (Thin Lizzy), «What’s Goin’ On» (των Taste του Rory Gallagher), Little Wing (Hendrix), «Down To The Waterline» (Dire Straits), «I Shot The Sheriff» (στην εκτέλεση του Eric Clapton), «Killer» (Socrates), «Get It All» (Άκης Τουρκογιώργης).
Στις ξεχωριστές φιγούρες που διακρίναμε στην συναυλία αυτή ήταν ένας κουτσοδόντης με φέσι και ασημένια σφραγίσματα στα δόντια του που καθόταν σε τραπέζι με την κοκκινομάλλα φίλη του που είχε ρίξει επάνω της κάτι σαν κουβέρτα απροσδιορίστου χρώματος, αλλά και μια μακρυμαλλούσα ξανθιά 60αρα μεθυσμένη, τύφλα δηλαδή, έμοιαζε παλιά χίπισσα, που ανέβηκε δύο φορές στην σκηνή επιχειρώντας να κάνει φωνητικά ! Την δεύτερη φορά βρέθηκε σηκωτή κάτω από την σκηνή…!
Για την ιστορία πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν η συναυλία του Άκη Τουρκογιώργη με το συγκρότημά του Blue Airways με σπέσιαλ καλεσμένο τον Γιάννη Σπάθα.
Ήταν μια ροκ βραδιά από εκείνες τις παλιές !


Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Κανελλόπουλου






Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Γιάννης Σπάθας live στο Κύτταρο 6.2.2015 του Γιάννη Αλεξίου




 Ένα βράδυ με το "θεό της κιθάρας" Γιάννη Σπάθα στο Κύτταρο !

 Η συναυλία της Παρασκευής 6 Φεβρουαρίου 2015




Ρεπορτάζ : Γιάννης Αλεξίου





 «Όταν κάναμε πρόβες με τον Αντώνη (Τουρκογιώργη) στο σπίτι του σαλονιού του στον Πειραιά, υπήρχε στη μέση ένα κυκλικό τραπέζι και πάνω του ένα τραπεζομάντηλο που έφτανε ως κάτω στο πάτωμα. Το έβλεπα φουσκωμένο. Κάποια στιγμή αποφάσισα να σηκώσω το τραπεζομάντηλο να δω τι είναι. Ήταν αυτός ο μικρός αδερφός του Αντώνη κρυμμένος μέσα κι άκουγε πώς παίζαμε…!». 

Το ιστορικό κλαμπ «Κύτταρο», Ηπείρου κι Αχαρνών όπως πάντα, ήταν φίσκα από νωρίς ! Μιάμιση ώρα πριν αρχίσει η μεγάλη βραδιά. Υπήρχε αγωνία στον κόσμο να ξαναδεί τον Άρχοντα της Ροκ, Γιάννη Σπάθα να ξαναπιάνει την κιθάρα του μετά από 5 χρόνια που «έχασε» από το πάλκο το έτερον ήμισυ, τον Αντώνη Τουρκογιώργη. Ο Σπάθας πέρασε 5 ολόκληρα απομονωμένος στους Παξούς, τον τόπο καταγωγής του, και τώρα ήρθε η ώρα του μεγάλου ραντεβού.
Το βράδυ της Παρασκευής ήταν στο πάλκο όλη η παλιοπαρέα, η Μαρκέλλα Παναγιώτου, η πρώτη γυναίκα που έσπασε το αντρικό κατεστημένο των Socrates και κέρδισε το κοινό τους με την φωνή α λα Janis Joplin, ο ντράμερ Μάκης Γιούλης, γιος του Αντώνη Γιούλη (κιθάρα, όργανο) των θρυλικών Idols (1964-1974), ο οποίος πάνω από μια δεκαετία παίζει με το πάθος του Keith Moon ντραμς στο μέγιστο ελληνικό συγκρότημα και φυσικά το πρότυπο όλων των Ελλήνων κιθαριστών, ο Γιάννης Σπάθας. Όμως δεν θα ήταν μαζί ο Αντώνης Τουρκογιώργης να φωνάξει «Power» στην σκηνή και να τραγουδήσει με την τραχιά progressive φωνή του και να γεμίσει με τον όγκο του και την ενέργεια του την σκηνή.
Ήταν όμως αυτός ο πιτσιρικάς, ο Άκης, που κρυβόταν τότε κάτω από το τραπέζι στις πρόβες και κρυφάκουγε το δάσκαλο του αργότερα, το Γιάννη Σπάθα, να παίζει κιθάρα, μια κιθάρα από άλλο πλανήτη. Τον είχαν βγάλει στη σκηνή μερικές φορές εκεί στις αρχές του ’80 οι Socrates σαν δεύτερη κιθάρα, με πολύ ταλέντο. Ο Άκης αργότερα ύψωσε το δικό του ανάστημα στην ελληνική ροκ σκηνή και το εξώφυλλο - σκίτσο της τελευταία δουλειάς του «Three Days of 1969» (εκδόσεις Γαβριηλίδη), ένα αφιέρωμα στο Γούντστοκ, ήταν το φόντο στο Κύτταρο πίσω από τα ντραμς του Μάκη Γιούλη. 
Παντού φάτσες γελαστές. Πρόσωπα που έχουν ζήσει το ροκ και τώρα σε ένα οικείο περιβάλλον περίμεναν τον ήρωα που σφράγισε την Ελληνική Ροκ με την απαράμιλλη τεχνική του να είναι μαζί τους αυτό το όμορφο βράδυ της 7ης Φεβρουαρίου,η εξ αναβολής συναυλία της 24ης Ιανουαρίου, λόγω εκλογών. 
Πάντα τα μεγάλα γεγονότα της ροκ ήταν κοντά σε εκλογές, σαν μια παράλληλη πορεία, τόσο μακρινή, καθώς στην ροκ μουσική δεν χωρούν χρωματισμοί. Όπως εκείνη η θρυλική πια συναυλία των Socrates στο Λυκαβηττό, μερικές μέρες πριν τις εκλογές του 1999. Το κοινό των Socrates είχε ανέκαθεν ένα άλλο ήθος, σαν μια οικογένεια, που το επέβαλε η ίδια η μουσική του γκρουπ, αλλά και ο χαρακτήρας και η άποψη που είχαν οι Socrates για την μουσική, καθώς και τη σχέση του ροκ με την ουσία της μουσικής, με διάφορα μηνύματα αγάπης και ειρήνης μέσα από τους στίχους του Αντώνη Τουρκογιώργη, στιχουργού των Socrates. Ένα συγκρότημα που είχε κάθετη άποψη για τα ναρκωτικά και ουδέποτε το κοινό τους συνδύασε το ροκ με τα ναρκωτικά και αυτό είναι μια επιτυχία των Socrates Drank The Conium. Όσο για τον Γιάννη Σπάθα παραμένει όπως ήταν πάντα, ένα σεμνός μουσικός που ξέρει την αξία του και παίζει την μουσική χωρίς περιτύλιγμα, αυτούσια και αυθεντική. 
Η μεγάλη ανατριχίλα κυρίευσε το Socrat-ιακό κοινό μόλις ακούστηκαν οι πρώτες νότες του «Hideaway», του Freddie King από την εκτέλεση του Beano άλμπουμ του John Mayall's Bluebreakers με τον Eric Clapton, που είχε συμβολικό χαρακτήρα καθώς από εκεί πρωτοάκουσε blues ο Γιάννης Σπάθας. Ακολούθησε το επίσης συμβολικό – ευχόμαστε – Born Again από το δίσκο «Breaking Through» των Socrates. Ο 63χρονος κιθαρίστας ήταν πάλι εκεί στην σκηνή. Με την κόκκινη Stratocaster στα χέρια του, έπαιζε πάλι. Θεός. Λίγο πριν τον είχε παρουσιάσει ο Άκης Τουρκογιώργης, μετά από ένα intro της «Layla». 
«Θα παίξουμε τραγούδια από το δίσκο μας «On The Wings» που δεν έχουν παιχθεί για χρόνια live γιατί ήθελαν δύο κιθάρες. Απόψε μπορούμε να τα παίξουμε !», είπε στο μικρόφωνο ο Σπάθας, αμέσως μετά το δεύτερο κομμάτι του στην σκηνή, που ήταν το «Wind Cries Mary» του Jimi Hendrix, της μεγάλης επιρροής των Socrates. Έτσι το κοινό απόλαυσε το «Destruction»  από τον τρίτο δίσκο των Socrates Drank The Conium που είχε ανεβεί στο Νο1 της Georgia στην Αμερική το 1973, αλλά 
και το «The Bride» (κομμάτι που δεν έχουν παίξει ποτέ live οι Socrates) από το θρυλικό "Phos" (1976). Από εκεί μέχρι το τέλος της συναυλίας έπλεκαν τα κομμάτια των Socrates με του Jimi Hendrix ανεβάζοντας τον πυρετό ! Time of Pain, Queen of the Universe, Mr. WC, Axis Bold As Love (Hendrix), Message of Love (Hendrix), Red House (Hendrix), Nobody’s Business If I Do (ένα παλιό blues των Grainger - Robbins), Stray Dogs και Living in a Hot Town (δύο τραγούδια από την καριέρα των Socrates ως Plaza στην Μεγάλη Βρετανία και του ομώνυμου δίσκου τους). Και τότε ήρθε η μεγάλη ώρα να παίξει ο Σπάθας το «Mountains» - περιέχεται στους δίσκους «Phos» (1976) και «Waiting For Something» (1980) - που σφραγίζει την τεχνική του, το καθαρά προσωπικό στίγμα του στην μουσική, ένα κράμα Ηπειρώτικης μουσικής που η πεντατονία αγκαλιάζει το ήχο blues με αποτέλεσμα ένα μνημειώδες κομμάτι. Αμέσως μετά πριν πάρει ανάσα ο κόσμος που χειροκροτούσε όρθιος έρχεται το «Starvation», η μεγάλη επιτυχία των Socrates, όπως το έπαιξαν στο δίσκο τους «Phos» που έκαναν μαζί με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, σε παραγωγή δική του, και έχει γράψει ιστορία στην παγκόσμια ροκ σκηνή. Η πρώτη εκτέλεση του «Starvation» υπάρχει στο δεύτερο άλμπουμ των Socrates «Socrates Drank The Conium» (1972). Έτσι χαιρέτησαν το κοινό τους στο «Κύτταρο» παραμένοντας στην σκηνή και παίζοντας, εκτός προγράμματος, την παραγγελιά για το «Lady». Αμέσως μετά το «Purple Haze» του Hendrix κι έκλεισαν στο δεύτερο encore με το «Bring it on home to me» του Sam Cooke. 
Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, πριν το διάλειμα, ο Άκης Τουρκογιώργης και το συγκρότημά του Blue Airways ζέσταναν με το παραπάνω το κοινό μέχρι την υποδοχή του Γιάννη Σπάθα, με τραγούδια από το δίσκο τους «Three Days of 1969", που περιέχει 6 κομμάτια και all time classic rock επιτυχίες όπως τα : What’s Goin’ On» (των Taste του Rory Gallagher), Manic Depression, I’m the Man (Άκης Τουρκογιώργης), Little Wing (Hendrix), Rock Me Baby, Bad Reputation, Once Upon A Time In The West και Down To The Waterline (Dire Straits), I Shot The Sheriff (στην εκτέλεση του Eric Clapton), White Room (Cream), Aqualung (Jethro Tull), Killer (Socrates), Get It All (Άκης Τουρκογιώργης). 
Για την ιστορία πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν η συναυλία του Άκη Τουρκογιώργη με το συγκρότημά του Blue Airways με σπέσιαλ καλεσμένο τον Γιάννη Σπάθα. 
Ήταν μια ροκ βραδιά από εκείνες τις παλιές !

*Η συναυλία αυτή λόγω μεγάλης επιτυχίας καθώς έμεινε και πολύς κόσμος έξω, θα επαναληφθεί την Τρίτη 24 Μαρτίου στο «Κύτταρο» !






Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Δισκάδικο "Μουσικό Εργαστήρι" το πιο παλιό δισκάδικο των Αθηνών ! Του Γιάννη Αλεξίου





Το πιο παλιό δισκάδικο των Αθηνών !

Συνέντευξη του Αχιλλέα Σιάνου στον Γιάννη Αλεξίου  






Του Γιάννη Αλεξίου / johnalex@hol.gr

 Όταν ανοίξει κανείς την πόρτα του δισκάδικου «Μουσικό Εργαστήρι» είναι σαν να πηγαίνει με την μηχανή του χρόνου κατευθείαν στη δεκαετία του ’70. Στον τοίχο έχει μια μεγάλη φωτογραφία του Καζαντζίδη μαζί με τον Μπιθικώτση. Δίσκοι βινυλίου, κασέτες, βιντεοκασέτες και σχεδόν πάντα μια παρέα φίλων να αφηγείται παλιές ιστορίες ! Το δισκάδικο που διατηρεί ο θρυλικός «πειρατής», ο Sky Master, κατά κόσμον Αχιλλέας Σιάνος, από το 1977, είναι το πιο παλιό των Αθηνών ! Βρίσκεται στην οδό Χατζηχρήστου 12, στου Μακρυγιάννη, απέναντι από το Μουσείο της Ακρόπολης.
 Η κρίση που έπληξε τα δισκάδικα από τότε που κυκλοφόρησαν τα cd, σταδιακά έφερε στο μαγαζί του και άλλη πελατεία καθώς τα χέρια του κυρ – Αχιλλέα μέγα λάτρη και συλλέκτη του Καζαντζίδη και πρωταθλητή στο τουίστ, πιάνουν τόσο που επισκευάζει τηλεοράσεις, διάφορες συσκευές, αντιγράφει παλιές κασέτες σε cd και αναλαμβάνει πληρωμές λογαριασμών. Επίσης είναι άριστος κηπουρός και έχει αναλάβει κήπους επωνύμων καλλιτεχνών ! Αρκετές φορές όταν χτυπά το τηλέφωνο είναι πελάτες που θέλουν άγραφες κασέτες ! Τελείως 70ς φάση. Ας πάμε όμως μια βόλτα στο χρόνο με τον κ. Σιάνο από την Πελασγία, κωμόπολη κοντά στην Στυλίδα, που τα έχει ζήσει όλα !

-Πότε άνοιξε το δισκάδικό σας ;
«Το Μουσικό Εργαστήρι άνοιξε τον Ιούλιο του 1977. Εδώ κοντά ήμασταν πέντε δισκάδικα σε ακτίνα τετρακοσίων μέτρων και μια αποθήκη χονδρικής του Δημήτρη Πατρινού, όπου κάναμε διανομή δίσκων σε δισκάδικα, το 1975. Πριν πάω στην χονδρική, δούλευα σ’ ένα δισκάδικο στην Πλατεία Δαβάκη, στην Καλλιθέα. Ο Πατρινός που μας έφερνε δίσκους εκεί στην χονδρική, μετά με πήρε μαζί του, επειδή ήξερα τη δουλειά. Αυτός ο χώρος εδώ, ήταν δισκάδικο, αλλά κλειστό, και μεσολάβησε ο Πατρινός και τον πήρα εγώ. Στην αρχή είχε εδώ μέσα 450 δίσκους και μερικούς 45 στροφών. Κάποια στιγμή τους έφτασα σε 4.000. Είχε πολύ κίνηση. Ότι έβγαινε το έφερνα κι έφευγε αμέσως. Και δεν μιλάμε για ένα κομμάτι και δύο. Μάλιστα μια εταιρία μου έφερνε και ένα χαρτί και συμπλήρωνα τα τοπ της εβδομάδας ! Και οι κασέτες πουλούσαν πολύ τότε, γιατί βόλευαν, τις έπαιρνε ο κόσμος μαζί του, στο αυτοκίνητο, στο σπίτι του. Και τα πέντε δισκάδικα τότε είχαμε δουλειά. Ήταν πολύ καλή εποχή για την μουσική. Υπήρχαν συνθέτες, στιχουργοί, τώρα έχουν χαθεί…». 
-Ποια ονόματα πουλούσαν τους περισσότερους δίσκους τότε ;
«Ο Γιάννης Πάριος πουλούσε πάρα πολύ ! Όταν άνοιξα το δισκάδικο είχε κάνει την επιτυχία «Μη φεύγεις μη». Και η Χαρούλα Αλεξίου πουλούσε πολύ όταν έβγαζε δίσκο. Πουλούσε πολύ, βέβαια, και το ξένο τραγούδι. Ροκ μουσική και μετά η ντίσκο. Τα πρώτα τιμολόγια τα έχω κρατήσει ακόμη όπου αναγράφονται οι τιμές που ήταν 200 – 300 δραχμές ο δίσκος ! Όταν βγήκαν τα cd η τιμή των δίσκων είχε φτάσει τις 3.500 δραχμές. Με τα cd, από το ’90 και μετά έπεσε η δουλειά κι έτσι έβαλα στο μαγαζί και ρολόγια, αξεσουάρ για ηλεκτρικές συσκευές, μιξεράκια».
-Γράφατε κασέτες ;
«Ήταν παράνομο, αλλά έγραφα κασέτες, όπως και όλα τα δισκάδικα τότε. Συνήθως έγραφα σε γνωστούς και γείτονες, όχι σε αγνώστους. Αλλά και ο δίσκος μόλις κυκλοφορούσε έφευγε αμέσως ! Τότε ψωνίζαμε από χονδρικές, που είχαν επίσης ο Πετράκης στην Αθήνα, στον κάτω δρόμο της Σωκράτους και μετά πήγε στην Αγ. Κωνσταντίνου, ο Πατρινός που πήγε στην Ευριπίδου όταν πήρα το μαγαζί και ο Γαβαλάς στο Νέο Κόσμο».
-Ποια ήταν η σχέση σας με την μουσική έως τότε ; 

«Αγαπούσα την μουσική από μικρός και άκουγα όλα τα είδη της μουσικής. Από λαϊκό μέχρι κλασσικό ρεπερτόριο. Είχα ανέκαθεν αδυναμία στον Στέλιο Καζαντζίδη και είμαι συλλέκτης των τραγουδιών του και τώρα ψάχνω να βρω ποια μου λείπουν. Άκουγα και Μπιθικώτση και όλους τους παλιούς λαϊκούς. Επίσης ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Γιώργος Ζωγράφος, τον οποίο πηγαίναμε τότε και τον ακούγαμε στην μπουάτ Απανεμιά στην Πλάκα. Στην αρχή πήγαιναν φοιτητές στις μπουάτ και μετά άρχισε και ερχόταν κι άλλος κόσμος. Είχε τραπεζάκια, καθόσουν, έπινες το ποτό σου κι άκουγες. Πρόλαβα και τους ρεμπέτες, σε μια μπουάτ εκεί κοντά, στο τέρμα της Θόλου, στις Εσπερίδες, που κάθε Δευτέρα ήταν κλειστή και πήγαιναν εκεί οι ρεμπέτες. Ο Γιώργος Μουφλουζέλης, ο Κούλης ο Σκαρβέλης, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, ο Κώστας ο Ρούκουνας. Και κάποιοι άλλοι, γεροντάκια. Ένας ερχόταν με τον μπαγλαμά. Στο ένα χέρι είχε το ούζο και στην άλλη είχε ένα πιάτο με λακέρδα και καθόταν κι έπαιζε μόνος του στην αρχή και μετά έβγαιναν και οι άλλοι. Περίοδος 1977 – 82. Ήταν μικρό μαγαζί, άντε να έπαιρνε 60 άτομα. Πίναμε κρασί. Μια μέρα άργησα να πάω και βρήκα ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες, δίπλα στην κουζινούλα. Ήρθε και κάθισε ο μπαρμπα – Γιώργος ο Μουφλουζέλης και μου λέει : κοίτα πώς καταντήσαμε να πίνω το κρασί με κρακεράκια !. Μια φορά μας είπε ο Σκαρβέλης μια αληθινή ιστορία, σαν ανέκδοτο : Μια φορά πήγαμε να παίξουμε στο Δαφνί, είχε ετοιμαστεί η εξέδρα, κι έκανα μια βόλτα μέσα στα δέντρα. Όπως προχωρούσα, είδα ένα γραβατωμένο ωραίο κύριο και φυσούσε και ξεφυσούσε. Κάποια στιγμή τον πλησίασα και τον ρώτησα εάν έχει κάποιο πρόβλημα. Εμένα που με βλέπεις, του είπε, είμαι ο μεγαλύτερος ράφτης της Αθήνας και έχω παραγγελία ένα πέτρινο σακάκι και δεν έχω κομπρεσέρ ν’ ανοίξω τις κουμπότρυπες ! Και γυρίζει ο Σκαρβέλης και του λέει : Φίλε, αν βρεις κομπρεσέρ πάρε με τηλέφωνο να σου στείλω μια μπουλντόζα να το σιδερώσεις !!! Στην Κυδαθηναίων είχε πολύ κίνηση ο Κώστας Χατζής, στον Σκορπιό. Πάντα ήταν γεμάτος. Κόσμο είχε και η Αρλέτα και η Καίτη Χωματά. Και ο Σαββόπουλος από τις μπουάτ ξεκίνησε».
-Ο Ζωγράφος γιατί σας άρεσε περισσότερο ;    
«Η φωνή του ήταν ιδιόρρυθμη, αλλά γενικά ήταν σωστός όπως τραγουδούσε. Υπήρχαν τότε κι άλλοι τραγουδιστές που δεν είχαν πολύ καλή φωνή, αλλά έπεσαν σε καλούς συνθέτες και στιχουργούς, όπως ο Γιάννης Καλαντζής στον Λοϊζο και φανήκανε».
-Τι κάνατε πριν ανοίξετε το δικό σας δισκάδικο ;
«Από την Πελασγία, στην Φθιώτιδα, όπου γεννήθηκα, ήρθα στην Αθήνα, 18 χρονών, το 1969, γιατί πέρασα στο μικρό Πολυτεχνείο. Σχολή ηλεκτρονικών. Πέρασα και στον ΟΤΕ, στις εγκαταστάσεις στους πομπούς. Για ένα εξάμηνο. Μετά μου ήρθαν ανάποδα, γιατί τότε το πρωί πήγαινα στην Σχολή Ηλεκτρονικών, το απόγευμα στον ΟΤΕ, μετά έκανα μαθηματικά σε παιδιά για το χαρτζιλίκι, ενώ εκείνη τη χρονιά διάβαζα να δώσω για Φυσικομαθηματικός για να πάρω το πτυχίο ραδιοηλεκτρολόγου Α για να πάω από Τεχνικό Προσωπικό (ΤΠ) 6 κατευθείαν στο 2. Τότε έπαθα υπερκόπωση στα μάτια ! 1974. Με τα δακρυγόνα το ’73 στο Πολυτεχνείο είχα πρόβλημα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Όμως με το διάβασμα μέχρι τις 4 το πρωί για να δώσω εξετάσεις, έπαθα εσωτερικές αιμορραγίες και στα δυο μάτια. Είχαμε τότε συνεργασία η Σχολή Ηλεκτρονικών με το Πολυτεχνείο όταν φτιάχναμε τους πομπούς…Την σχολή πάντως δεν την έβγαλα, χρωστούσα το πιο εύκολο μάθημα, την Τηλεόραση !».
-Τότε ήταν και η εποχή των «ραδιοπειρατών». Είχατε τέτοια εμπειρία ;
«Είχα σταθμό πειρατικό ! Τον είχα φτιάξει στην Σχολή Ηλεκτρονικών…Σκάι Μάστερ λεγόμουν ! Στην Καλλιθέα, το 1972, εκεί πού έμενα. Είχαμε βγάλει κεραία στην ταράτσα ! Έπαιζα και λαϊκά και ξένα. Συνήθως μέχρι το μεσημέρι έπαιζε λαϊκό πρόγραμμα και μετά ξένα γιατί οι νέοι, πιο πολύ άκουγαν το απόγευμα. Παίζαμε εναλλάξ με τον συγκάτοικό μου, ένα παιδί από τις Σέρρες, ήμασταν και οι δύο στη Σχολή Ηλεκτρονικών. Δεν παίζαμε κάθε μέρα. Μόνο όταν είχαμε όρεξη και ήμασταν σπίτι. Πολλές φορές παίζαμε ένα μήνα σε μια συχνότητα και αν δεν μας έβρισκαν εκεί, αλλά αλλάζαμε συχνότητα. Ήταν παράνομοι οι πειρατικοί σταθμοί, αλλά εμάς δεν μας έπιασαν ποτέ ! Το 1969 δεν υπήρχαν και πολλές τηλεοράσεις, οπότε δεν κάναμε παρεμβολές. Στα μεσαία βγαίναμε. Δεν υπήρχαν εκεί πολλοί σταθμοί και υπήρχε χώρος για τους πειρατές».
-Πού συχνάζατε με την παρέα σας ;
«Τότε ήταν η καφετέρια το στέκι μας. Τις Κυριακές πηγαίναμε στο ποδόσφαιρο, Παναθηναϊκοί και Ολυμπιακοί μαζί ! Είμαι Παναθηναϊκός και τότε πήγαινα με φίλους στη Λεωφόρο που ήταν Ολυμπιακοί και το αντίστροφο στο Καραϊσκάκη. Μετά όλοι μαζί πηγαίναμε και τρώγαμε κι έτσι περνούσε ωραία η Κυριακή. Αργότερα πηγαίναμε και στα μπουζούκια. Εκεί μέσα τους άκουγα όλους φάλτσα ! Πιο πολύ προτιμούσα κάποια κουτούκια που είχαν μέσα δυο-τρία όργανα κι εκεί έβρισκα καλούς τραγουδιστές, που ήταν άγνωστοι όμως έπαιζαν πιο ωραία και τραγουδούσαν εξίσου καλά και μπορούσες και να σιγοτραγουδήσεις μαζί τους. Είχε ένα ωραίο ταβερνάκι που πηγαίναμε, στο τέρμα Βάκχων, στην Πλάκα …Στην παραλία θυμάμαι μια φορά που πήγαμε στον Μιχάλη Μενιδιάτη στη Φαντασία και μερικές φορές στον Γιάννη Κατέβα που ήταν φίλος μας. Επίσης το 1974, έμενα στην Καλλιθέα, οδός Φορνέζη, μ’ ένα φίλο που φοιτούσε σε μια Σχολή Λογιστικής, κι ήταν από τα μέρη μου και μάλιστα για τέσσερα χρόνια μετά έγινε και βουλευτής Φθιώτιδας. Αποφασίσαμε λοιπόν, να κάνουμε ένα πάρτι. Σ’ ένα δυάρι 55 τετραγωνικών μέτρων μαζεύτηκαν καμιά ογδονταριά άτομα ! Στους τοίχους είχαμε πόστερ ξένων συγκροτημάτων. Θυμάμαι ένα μεγάλο πόστερ των Led Zeppelin που είχαν τότε κάνει επιτυχία με το Whole Lotta Love ! Τότε ακούγαμε πολύ Deep Purple και Queen ! Μετά το πάρτι όλες οι φωτογραφίες είχαν ζαρώσει από τη ζέστη και την κάπνα και το πάτωμα ήταν γεμάτο άδεια μπουκάλια βερμούτ !».
-Μουσικά πρωινά ;
«Πολλά ! Συναυλίες που ξεκινούσαν στις 10 το πρωί σε κινηματογράφους ! Στην Καλλιθέα είχε δυο-τρία σινεμά, ένα στην Φιλαρέτου, το Καλλιθέα, κι ένα άλλο κολλητά. Πρόλαβα εκεί τους Charms και την Ελπίδα που την ξέραμε γιατί ο συγκάτοικός μου ήταν από την Σπερχειάδα και την ήξερε. Ελπίδα Καραγιαννοπούλου, έτσι είναι τ’ όνομά της. Μιλάμε την περίοδο 1972-74».
-Πώς ήταν τα παιδικά χρόνια στην Πελασγία ;
«Δεν υπήρχε γυμνάσιο στην Πελασγία. Τότε δίναμε εξετάσεις στο δημοτικό για να μπούμε στο γυμνάσιο. Πέρασα στο γυμνάσιο Λαμίας. Κάθισα όμως μόνο δυο – τρεις βδομάδες γιατί εκείνη τη χρονιά οι γονείς μου μαζί με άλλους πέτυχαν να γίνει μια τάξη γυμνασίου, παράρτημα του γυμνασίου Στυλίδας στην Πελασγία. Εκείνη τη χρονιά ένας θεολόγος μας έκανε όλα τα μαθήματα, τον οποίο πλήρωναν οι γονείς ! Μετά την επόμενη χρονιά έγινε η δεύτερα τάξη. Κάθε χρονιά μετά γινόταν και μια τάξη. Όπως προχωρούσαμε εμείς, προχωρούσε και το σχολείο ! Τη χρονιά που θα πηγαίναμε Τετάρτη γυμνασίου, έγινε λύκειο ! Και έτσι δώσαμε πάλι εξετάσεις για να περάσουμε στο λύκειο ! Στην τρίτη λυκείου δεν έγινε τάξη και αναγκάστηκα και τελείωσα το λύκειο στην Στυλίδα. Από εκεί έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην Αθήνα…».
-Στην Πελασγία κάνατε πάρτι ;
«Όχι μόνο κάναμε, αλλά ήμουν και είμαι από τότε πρωταθλητής στο τουίστ ! Μέχρι σήμερα όταν πάω στην Ηλιούπολη, μετά το φαγητό οι ανιψιές μου, μου βάζουν ένα τουίστ να χορέψω !».
-Let’s twist again !...Εκεί υπήρχαν δισκάδικα ;

«Όχι, ότι μουσική ερχόταν πήγαινε στα τζουκ – μποξ ! Βάζαμε όμως ραδιόφωνο και πιάναμε κανά – δυο ξένους σταθμούς ! Rolling Stones ακούγαμε τότε πολύ ! Μιλάμε για το 1965 έως 1968…Είχε όμως και ελληνικές εκπομπές με ξένα τραγούδια που έβαζαν τις επιτυχίες της χρονιάς ! Επίσης παίρναμε μικρά δισκάκια που έβαζαν δώρο μέσα στο απορρυπαντικό Rol ! Juniors, Olympians…! Υπήρχαν εκεί ταβέρνες που τα τζουκ – μποξ έπαιζαν λαϊκά. Η Πελασγία τότε ήταν κόμβος, δεν υπήρχε εθνική οδός, και όλα τα αυτοκίνητα για Θεσσαλονίκη, Βόλο περνούσαν από μέσα. Τζουκ – μποξ υπήρχαν και σε αναψυκτήρια και σε καφενεία. Τα περισσότερα τζουκ – μποξ οι μαγαζάτορες τα νοικιάζανε ! Αυτός που έφερνε τα τζουκ – μποξ, ένας από τη Λαμία, έφερνε και δισκάκια και τα ανανέωνε. Όπου είχε τζουκ – μποξ τραβούσε κόσμο. Με μία δραχμή επέλεγες ένα τραγούδι ! Θυμάμαι μόνο ένας απέκτησε το δικό του τζουκ – μποξ ! Η Μαργαρίτα Θεοδωράκη έχει πολλά τζουκ – μποξ στη συλλογή της και έχει πάρει πολλά 45αράκια από το μαγαζί μου ! Όπως και η Μαργαρίτα
Μυτιληναίου !».
- Οι γονείς άφηναν τα κορίτσια να έρθουν στα πάρτι ;
«Φυσικά και τα άφηναν ! Συνήθως έρχονταν οι συμμαθήτριες, ένα χρόνο μεγαλύτερες, ένα χρόνο μικρότερες. Τα πάρτι άρχιζαν κατά τις 7 το απόγευμα και κρατούσαν έως τις 11 το βράδυ ! Αν ήταν χειμώνας τελείωναν και πιο νωρίς…Βερμούτ κι εκεί πίναμε, 1964-65 και μετά».
-Έχετε γνωρίσει καλλιτέχνες άλλους εκτός από τον Νίκο Ξυλούρη ;
«Το Γιάννη Λογοθέτη που είμαστε φίλοι, το Θέμη Ανδρεάδη, τον Μιχάλη Δημητριάδη που έχει πει των Αγγέλων τα Μπουζούκια και ήταν πελάτης μου. Ο Ξυλούρης μου είχε κάνει εντύπωση πόσο απλός άνθρωπος ήτανε. Τον είχα γνωρίσει σ’ ένα ταβερνάκι στην Κυδαθηναίων στην Πλάκα όπου ερχόταν πριν πάει για να τραγουδήσει. Καθόταν κι όποιος και να του μιλούσε άρχιζε κουβέντα.Του άρεσε να μιλάει με τον κόσμο. Πάντα είχε φίλους του μαζί. Ποτέ μόνος του…Μια φορά ο Ξυλούρης είχε πει ένα ωραίο : η ζωή είναι ωραία, να έχεις πέντε – έξι φίλους και λεφτά να τους κερνάς !».
-Για το τραγούδι ;
«Από το ρεμπέτικο ξεκίνησαν όλα. Μετά έγινε λαϊκό. Όταν έγινε ελαφρο-λαϊκό εκεί έχασε και το στίχο του και τους δρόμους του. Γενικά χάθηκε…».
-Από το τραγούδι της εποχής της μεταπολίτευσης τι θυμάστε ;
«Ακούγαμε στα κρυφά κασέτες του Μίκη Θεοδωράκη που μας έφερναν κάποιοι !».
-Ποιον συνθέτη προτιμάτε ;
«Τον Μάνο Λοϊζο. Έγραφε όλων των ειδών τα τραγούδια, και μπαλάντα και λαϊκό και οτιδήποτε. Τότε ακούγαμε και πολύ Γιάννη Μαρκόπουλο γιατί είχε βγάλει πολλά τραγούδια με τον Ξυλούρη. Ο Σαββόπουλος είχε πιο πολύ πέραση στους φοιτητές».  
-Σας ευχαριστώ πολύ !
«Επίσης ! Τι ωραία συνέντευξη ! Μου θυμίσατε τόσα ωραία πράγματα που έχω
 ζήσει !».

*Το «Μουσικό Εργαστήρι» του Αχιλλέα Σιάνου βρίσκεται στην οδό Χατζηχρήστου 12, στην περιοχή Μακρυγιάννη. Τηλέφωνο 210-9233851


Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Μπάμπης Γκολές - Συνέντευξη στον Γ. Αλεξίου








Συνέντευξη με τον ΜΠΑΜΠΗ ΓΚΟΛΕ
Δημοσιεύτηκε στη Βραδυνή της Κυριακής το καλοκαίρι του 2013



Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ / e-mail : johnalex@hol.gr






Φωτογραφίες : Γιάννης Κανελλόπουλος


                                            

 Από τους λίγους που αντέχουν να τραγουδήσουν χωρίς μικρόφωνο στο πάλκο τα παλιά ρεμπέτικα και τα «ξαδερφάκια» τους, αλλά και δικά του τραγούδια με την καλοκουρδισμένη φωνή του και το κέντημα της πενιάς του. Γνήσιος και βιωματικός συνεχιστής της προπολεμικής γενιάς του ρεμπέτικου που ακολούθησε το δρόμο της ψυχής του. Μέσα σε δύσκολες συνθήκες έμαθε να παίζει μπουζούκι και να τραγουδά από τα μέσα του ’50 στα Ταμπάχανα, στην Άνω Πόλη της Πάτρας όπου γεννήθηκε και απέκτησε μεγάλη φήμη πριν έρθει στην Αθήνα αρχικά στα μέσα του ’60 και μετά στις αρχές του ’80 όταν εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα. 
 Οι εμφανίσεις του στο πάλκο αυτό τον καιρό και η τελευταία δισκογραφική δουλειά «Όμορφα και όχι λησμονημένα» πυροδοτεί την συζήτησή μας σ’ ένα ουζερί στο Γουδί, στην πλατεία, όπου ο Μπάμπης Γκολές μένει εδώ και περίπου 30 χρόνια…  

-Το όμορφο αντέχει ή λησμονιέται στο χρόνο ;
«Αυτοί που τα’ κουνε δεν τα ξεχνάνε με τίποτα και αυτοί που θα τα πρωτοακούσουν δεν θα τα λησμονήσουν με τίποτα».
-Πώς νοιώθετε που τραγουδάτε σε μια τέτοια δύσκολη χρονική συγκυρία ;
«Είναι συνήθεια, είναι αγάπη και δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Νοιώθω μια χαρά. Κάθε Τετάρτη τραγουδώ στο Μοναστηράκι στο μαγαζί Τα Παλιατζίδικα, πίσω από την πλατεία Αβησσυνίας. Προτιμώ τους μικρούς χώρους να είμαι κοντά στον κόσμο».
-Νιώθετε να έχει αλλάξει η διάθεσή του κόσμου αυτές τις δύσκολές μέρες ;
«Νοιώθω μια μικρή αλλαγή. Δεν υπάρχει ο ενθουσιασμός, ο πολύς. Ο κόσμος θέλει να είσαι δίπλα του, να πίνει το τσιπουράκι του και να σ’ ακούει χωρίς μικρόφωνο. Θέλει τίποτα καλύτερο ; Οι συναυλίες είναι τυποποιημένο πράγμα…».
-Τι περιλαμβάνει το ρεπερτόριό σας στις εμφανίσεις σας χωρίς μικρόφωνο ;
«Αυτά που αγαπώ περισσότερο, τα δημοκομπελκάντο του Κάβουρα, του Τζουανάκου, του Ρούκουνα, αυτά μ’ αρέσουν. Έχω ρεπερτόριο ατελείωτο, αλλά δεν είναι δυνατόν τα πω όλα. Λέω αυτά που μου έρχονται στο μυαλό, αυτά που ξέρει η ορχήστρα…Τραγούδια που αγαπώ από μικρό παιδάκι κι άκουσα απ’ το πατέρα μου, απ’ τους φίλους του, απ’ τη μητέρα μου, απ’ τη γειτονιά μου, απ’ τις ταβέρνες, απ’ τις λατέρνες στην Πάτρα. Έχω πολλές επιρροές. Η μάνα μου τραγουδούσε. Κι ο πατέρας μου. Κι οι φίλοι του….».
-Είστε απ’ τους τυχερούς που άκουσαν τις λατέρνες ;
«Τις πατραϊκές λατέρνες ! Ντόπιοι λατερνατζήδες που έπαιζαν άγνωστα πράγματα που δεν μπορώ να θυμηθώ. Γυρνούσαν στους δρόμους και χόρευαν μαζί. Ένας περιφερόμενος θίασος ήταν. Ένας έπαιζε και δυο χορεύανε κι αλλάζανε και θέσεις. Συνήθως χορεύανε χασάπικα και σπανίως κανά ζεμπέκικο».
-Η μουσική υπήρχε στο σπίτι σας ; 
«Ένα ράδιο είχαμε κι ένα ηλεκτρικό γραμμόφωνο της εποχής που έπαιζε δίσκους 78 στροφών που όμως χάλασε νωρίς, το διαλύσαμε»
-Πολλά τραγούδια σας είναι από τις 78 στροφές…
«Μέσα σε παλιατζίδικο έχω μεγαλώσει. Σαν το Μοναστηράκι. Μαζευόντουσαν οι χωριάτες και φτιάχνανε σιδηροπωλεία, κουδούνια, πέταλα, οπλοπωλεία και δεν συμμαζεύεται…».
-Ποιον ρεμπέτη πρωτοακούσατε κι σας έβαλε στο κόσμο αυτό ;
«Στα περίφημα κέντρα της Πάτρας ερχόντουσαν φίρμες από την Αθήνα, όπως ο Τζουανάκος που έγραψε ιστορία στην Πάτρα. Πιτσιρικάς τον άκουσα και με εντυπωσίασε. Θυμάμαι επίσης τον Μητσάκη, το Χιώτη στην παραλία εκεί που είναι τώρα ο σταθμός υποδοχής των πλοίων όπου είχε τέσσερα κέντρα στην σειρά, μπουζουκάδικα της εποχής το ’55. Το ’57 έκλεισαν. Ήταν και ο Τσολιάς στα Ταμπάχανα, στην περιοχή μου, εκεί γεννήθηκα κι έπαιζα κάθε Δευτέρα, εκεί τραγούδαγε χρόνια ο Τζουανάκος. Εκεί ο καθένας άνοιγε ταβέρνα. Είχε πολλά κρασοπωλεία, μεθύστακες και μη, τρελούτσικους και μη, γινόταν χαμός. Χώρια το λιμάνι…».
-Γιατί το τραγούδι πάει από το κακό στο χειρότερο και αναζητούμε το όμορφο σαν το «παλιό καλό κρασί», τα ρεμπέτικα και τα παλιά λαϊκά. Γιατί ενώ οι μουσικοί γίνονται καλύτεροι, πιο τεχνίτες στο παίξιμό τους, υπάρχουν ωδεία, μουσικά σχολεία, ωστόσο το αποτέλεσμα δεν είναι το αναμενόμενο ;
«Οι μουσικοί δεν είναι καλύτεροι…ο μουσικός κοιτά μόνο να είναι σωστός και ποιος θα τρέξει πιο πολύ απ’ τον άλλον. Το χρώμα των παλιών στο όργανο δεν μπορούν να το βγάλουν, στη φωνή καθόλου γιατί λείπουν τα βιώματα. Η ζωή άλλαξε. Τότε είχαμε τις αυλές μας, τα πορτόνια μας, τις βρύσες έξω από τη γειτονιά, εδώ μεσ’ τα τσιμέντα και στις πολυκατοικίες πώς θα λειτουργήσει ο άνθρωπος ; Το κύτταρό του πώς θα ενεργήσει σωστά το φωνητικό του, το μουσικό του, η φαντασία του ; Είμαι αυτοδίδακτος μουσικός. Τα υπόλοιπα τα έμαθα στην πορεία».
-Πρώτα τραγουδήσατε ή πρώτα πιάσατε το μπουζούκι ;
«Και τα δυο μαζί. Το 1955 ο πατέρας μου, μου αγόρασε την πρώτη κιθάρα. Πρωτό παιξα ένα τραγούδι που είχε βγει τότε του Μαρούδα, το «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη» που τραγούδησε η Σοφία Λόρεν. Μετά του Μητσάκη που το’ λεγε ο Στράτος Παγιουμτζής «Ένα τόσο οργανάκι είναι το μπαγλαμαδάκι». Τα πρώτα τραγούδια που έπαιξα στην κιθάρα. Με τον Στράτο ήμασταν προσωπικοί φίλοι. Επίσης μ’ αρέσανε και τα ελαφρά, τα παλιά. Ο Γούναρης, ο Μαρούδας, η οπερέτα, τα κλέφτικα τα δημοτικά, τουμπανέδες, αλλά και η καλή εκκλησιαστική μουσική».  
-Μετά πώς ήρθαν τα πράγματα ;
«Στην Αθήνα πρωτοήρθα το 1966 και μετά από ενάμιση χρόνο πήγα φαντάρος. Δύσκολα τα χρόνια, πολλοί οι μουσικοί λίγα τα μαγαζιά. Πιτσιρικάς πήγα και σε πανηγύρια με κλαρίνα για να πάρω ένα χαρτζιλίκι. Όταν τελείωσα το στρατιωτικό γύρισα στην Πάτρα και γύριζα τις επαρχίες γύρω – γύρω και το ’74 κάνω την πρώτη κίνηση να παίξω σε μπουάτ στην Πάτρα. Το περίφημο Κατώι. Τότε γίνεται η τρομερή αλλαγή για το ρεμπέτικο πανελληνίως. Είχα μαζί μου κιθαρίστα το πιτσιρίκο τότε Βαγγέλη Δεληκούρα, ένα από Τα Παιδιά από την Πάτρα, το Γιώργο Καλκάνη στο πιάνο, τον Αρμένη κιθάρα, το Καράγιωργα πνευστό και την Καραγιάννη τραγούδι. Μετά κάναμε δεύτερη μπουά στα Ψηλά Αλώνια, την Ανδρομέδα και με καραγκιόζη μέσα με τον συγχωρεμένο το Γιάνναρο και με σαντούρι τον Ντούρλα και με βιολιά…».         
-Η ορχήστρα σας σήμερα ποιοι την αποτελούν ; Είναι φίλοι, παλιοί συνεργάτες ;
«Με τον ένα μπουζουξή είμαστε πατριωτάκια. Ο Σπηλιωτόπουλος που είναι ξαδέρφια με το βουλευτή. Με τον πατέρα του πηγαίναμε σχολείο μαζί. Κι ένα παιδάκι που παίζει που παίζει καλό μπουζούκι και μια κιθάρα, κι εγώ, αυτή είναι η ορχήστρα μας».
-Εσείς σαν παλιός «παίκτης» που ανασύρεται και αναδεικνύεται τα μουσικά «διαμάντια» μαζί με κάποια δικά σας τραγούδια πόσο χολοσκάτε που η δισκογραφία μαζί με τις εταιρίες κατέρρευσαν;
«Εμείς θα φύγουμε σε λίγο απ’ αυτό τον κόσμο, όπως κι όλοι δηλαδή, και δεν έχουμε καμιά βοήθεια. Το ίντερνετ έκανε χοντρή ζημιά, έκλεισε τις εταιρίες. Ήταν μεγάλο έγκλημα η καταστροφή του δίσκου. Μετά περάσαμε στο cd και τώρα δεν έχουμε τίποτα. Μακάρι να επανέλθει το βινύλιο, ακόμη και ο δίσκος 45 στροφών, για να προλαβαίνει ένα κομμάτι ν’ ακούγεται, να το καταλαβαίνει ο κόσμος».
-Στην πορεία σας κρατήσατε μια απόσταση από τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού. Πώς ήταν ;
«Οι μεγάλες φίρμες δεν έχουν σχέση με την μουσική. Έτσι κι εγώ δεν έχω επαφή μαζί τους. Είναι εχθρικές απέναντι στον μουσική, εχθρικότατες. Δεν το θέλουν το ρεμπέτικο. Δεν το αγαπάνε και με χίλιους τρόπους το κυνηγάνε. Και ο Πάριος λέει ο Τσιτσάνης μου. Από πού ; Σε λίγο θα δεις και το Ρουβά να τραγουδάει ρεμπέτικα». 
-Νοιώσατε κάποια στιγμή το βάρος των παλιών μουσικών ;
«Ναι, όταν ήμουν μικρός, αλλά είχα τέτοια φλόγα μέσα μου που το ξεπέρασα γρήγορα αυτό και το θεώρησα φυσιολογικό».
-Γιατί ο κόσμος δεν αντιδρά σε όλα αυτά που συμβαίνουν ; 
«Δεν τους νοιάζει. Ο καθένας ενδιαφέρεται για την πάρτη του. Πώς θα ζήσει, πώς τη βγάλει, πώς να μην αρρωστήσει, πώς να δουλέψει κι όλα τ’ άλλα είναι τελείως ρομαντικά. Μαζική αντίδραση δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει. Για την μουσική έχει βγει κανένας στους δρόμους ; Αυτή θα είναι επανάσταση για μένα !». 
-Ποιούς μουσικούς και τραγουδιστές ξεχωρίζετε από τους νεώτερους ;
«Δεν μου αρέσει η νέα μουσική. Δεν μπορώ να την πλησιάσω. Μπορεί να με πλησιάσει αυτή ; Δεν την παρακολουθώ. Πες για λόγους ηθικής. Είναι κάτι ξένο από μένα. Είμαι αφοσιωμένος σε αυτό που κάνω. Ανήκω στο ρεμπέτικο που συμπεριλαμβάνει κι όλες τις άλλες επιρροές που δεν υπάρχουν ούτε αυτές σήμερα. Ούτε ελαφρό τραγούδι υπάρχει, ούτε δημοτικό, ούτε καντάδα...».
-Γιατί δεν υπάρχουν ταλέντα σήμερα ;
«Το αίτιο είναι ότι έχει αλλάξει σαν μορφή ο ίδιος ο άνθρωπος. Το κύτταρό του έχει αλλοιωθεί». 
-Τι συμβουλεύεται τους νέους μουσικούς που έχουν το μεράκι ;
«Αν έχουν αγάπη κι υπομονή γι’ αυτό που κάνουν ας το συνεχίσουν με όποιο τρόπο μπορούν σε ότι καταπιάνονται. Να μην κάνουν πίσω. Ποτέ δεν έκανα πίσω». 
-Σας ευχαριστώ πολύ !
«Επίσης !»

*Ο Μπάμπης Γκολές εμφανίζεται κάθε Τετάρτη στο μαγαζί «Τα Παλιατζίδικα» (Νορμάνου 3, Μοναστηράκι, τηλ. 215 5105207) 10 μ.μ.