Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Βάγιας Μανόλης, «Σύντομη Ιστορία των Φιλολογικών και Πολιτικών Περιοδικών της Ελλάδας, από την γέννησή τους μέχρι σήμερα (1784 - 1990)», Αθήνα, 1990 Baunstein Peter - Doyle Michael William, «Imagine Nation: the American Counterculture of the ‘60s and ‘70s», New York, 2002 Bizot Jean-François - Miles Barry, «Free Press: Underground and Alternative Publications, 1965-1975», New York, 2006 Clay Steve Baunstein Peter - Doyle Michael William, «Imagine Nation: the American Counterculture of the ‘60s and ‘70s», New York, 2002 Bizot Jean-François - Miles Barry, «Free Press: Underground and Alternative Publications, 1965-1975», New York, 2006 Clay Steve και Phillips Rodney, «A Secret Location on the Lower East Side: Adventures in Writing, 1960-1980», New York, 1998 Crowley Walt, «Rites of Passage: A Memoir of the Sixties in Seattle», Seattle, 1995 Fountain Nigel, «Underground--The London Alternative Press, 1966-74», London, 1988 Glessing Robert J., «The Underground Press in America», Bloomington Indiana, 1971 Crowley Walt, «Rites of Passage: A Memoir of the Sixties in Seattle», Seattle, 1995 Fountain Nigel, «Underground--The London Alternative Press, 1966-74», London, 1988 Glessing Robert J., «The Underground Press in America», Bloomington Indiana, 1971 Κrassner Paul, editor, «Best of the Realist: the Sixties' Most Outrageously Irreverent Magazine», Philadelphia, 1984 Leamer Lawrence, «The Paper Revolutionaries: The Rise of the Underground Press», New York, 1972 McMillian John, «Smoking Typewriters: The Sixties Underground Press and the Rise of Alternative Media in America», New York, 2011 Leamer Lawrence, «The Paper Revolutionaries: The Rise of the Underground Press», New York, 1972 McMillian John, «Smoking Typewriters: The Sixties Underground Press and the Rise of Alternative Media in America», New York, 2011 Μάφι Μάριο, «Underground», Αθήνα,1982 Mungo Raymond, «Famous Long Ago. My Life and Hard Times with the Liberation News Service», Boston, 1970 Nelson Elizabeth, «The British Counterculture 1966-73: A Study of the Underground Press», London, 1989 The New Yippie Press Collective, « Blacklisted News: Secret Histories from Chicago to 1984», New York, 1983 Pardun Robert, «Prairie Radical: A Journey through the Sixties», Los Gatos, California, 2001 Peck Abe, «Uncovering the Sixties: The Life and Times of the Underground Press», New York, 1985 Mungo Raymond, «Famous Long Ago. My Life and Hard Times with the Liberation News Service», Boston, 1970 Nelson Elizabeth, «The British Counterculture 1966-73: A Study of the Underground Press», London, 1989 The New Yippie Press Collective, « Blacklisted News: Secret Histories from Chicago to 1984», New York, 1983 Pardun Robert, «Prairie Radical: A Journey through the Sixties», Los Gatos, California, 2001 Peck Abe, «Uncovering the Sixties: The Life and Times of the Underground Press», New York, 1985 Ρασσιάς Βλάσης, «Underground Press. Η Ιστορία του υπόγειου Τύπου», β έκδοση, Αθήνα, 1988 Sean Stewart, editor, «On the Ground: An Illustrated Anecdotal History of the Sixties Underground Press in the U.S», Oakland CA, 2011 Skinn Dez, «Comix: the Underground Revolution», New York, 2004 Verzuh Ron, «Underground Times: Canada's Flower Child Revolutionaries», Toronto, 1989 Wachsberger Ken, editor, «Voices from the Underground: Insider Histories of the Vietnam Era Underground Press», Tempe, AZ, 1993 Sean Stewart, editor, «On the Ground: An Illustrated Anecdotal History of the Sixties Underground Press in the U.S», Oakland CA, 2011 Skinn Dez, «Comix: the Underground Revolution», New York, 2004 Verzuh Ron, «Underground Times: Canada's Flower Child Revolutionaries», Toronto, 1989 Wachsberger Ken, editor, «Voices from the Underground: Insider Histories of the Vietnam Era Underground Press», Tempe, AZ, 1993 Διάφορα έντυπα από το «Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας» |
Τρίτη 7 Μαΐου 2013
Underground έντυπα
Συνέντευξη: Ηρακλής Τριανταφυλλίδης
Συνέντευξη: Ηρακλής
Τριανταφυλλίδης
Από τον Κώστα Σακκαλή
21/04/2011 @ 21:57
Υπάρχουν συνεντεύξεις
πετυχημένες και αποτυχημένες. Συνεντεύξεις που έχουν ροή και αντιλαμβάνεσαι ότι
έχουν ουσία και άλλες που αγκομαχούν εν μέσω μονολεκτικής φρασεολογίας και
κλισέ απαντήσεων. Το να μπορέσει, όμως, να συνδυαστεί μία συνέντευξη με μία από
τις ομορφότερες βραδιές της ζωής σου είναι απλώς εξαιρετική τύχη. Για αυτό δε
μπορώ παρά να ευχαριστήσω τον οικοδεσπότη Χρήστο Κισσατζεκιάν και την
παρέα που μαζεύτηκε για μία άνευ όρων, ορίων και προηγουμένου κουβέντα με
τον Ηρακλή Τριανταφυλλίδη. Περισσότερο από όλους όμως θα πρέπει να ευχαριστήσω
τον ίδιο το μουσικό, που με το συγκρότημά του την Λερναία Ύδρα δημιούργησαν ένα
παραγνωρισμένο αριστούργημα της ελληνικής μουσικής, το "Σε Άλλους
Κόσμους".
Τον ευχαριστώ καταρχήν για τη διάθεσή του να απαντήσει σε κάθε μας περιέργεια, αλλά κυρίως για το ότι είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος, ο τελευταίος, ίσως, των πραγματικά ρομαντικών και ιδεολόγων ροκάδων που απαρνήθηκαν τα γρανάζια της μουσικής βιομηχανίας. Ένας άνθρωπος που μένοντας πιστός στις αρχές του κατάφερε να μεγαλουργήσει μουσικά, να αποτύχει εμπορικά, να κάνει ίσως λάθη αλλά και να δημιουργήσει ιστορία. Μία ιστορία που περιλαμβάνει μερικές από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής ροκ σκηνής. Ό,τι θα διαβάσετε είναι ο βασικός κορμός όσων ειπώθηκαν, δοσμένα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διατηρείται η ροή της αφήγησης, κάτι που στην πράξη διαρκώς διακοπτόταν με άπειρο ανεκδοτολογικό υλικό και αφορμές για παράπλευρες συζητήσεις. Κρατήστε επίσης στο νου σας, καθώς θα διαβάζετε ολόκληρο (ας μη σας αποτρέψει το μέγεθός του) το κείμενο, την εικόνα ενός άντρα που το πηγαίο χαμόγελό του γινόταν μεγαλύτερο τις στιγμές που με κάποια δόση πίκρας ή απογοήτευσης, αλλά ποτέ με κακία, μπορεί να αναφέρεται σε ανθρώπους που τον αδίκησαν.
Καθώς στο internet οι πληροφορίες που υπάρχουν για τη ζωή σου είναι περιορισμένες, ήθελα να ξεκινήσουμε χρονολογικά. Πάμε λοιπόν στο Σιδηρόκαστρο Σερρών. Ποιά είναι τα πρώτα ερεθίσματα που σε κάνουν να ασχοληθείς με τη μουσική; Πρέπει να είχε στοιχεία και από την παραδοσιακή ελληνική μουσική και κάποια ροκ;
Ναι, από το ροκ της εποχής. Μεγάλωσα σε μουσική οικογένεια. Ο πατέρας μου, χωρίς να είναι επαγγελματίας μουσικός, ήταν τραγουδιστής φοβερός. Ένας θείος μου έπαιζε ποντιακή λύρα. Γενικά είχε τη μουσική στην καθημερινότητά μου. Ένα άλλο σπουδαίο γεγονός ήταν ότι η περιοχή εκείνη είχε ελληνικά φύλα από όλες τις περιοχές και ακούγονταν όλα τα είδη της μουσικής και μάλιστα πολύ έντονα, γιατί το κάθε φύλο κρατούσε τις ρίζες του. Πολλά χρόνια μετά κατάλαβα τι αξία είχε για μένα η μουσική που άκουγα ακόμα και στα πανηγύρια ή τους γάμους. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε και τηλεόραση ή άλλα μέσα. Για να καταλάβεις, πήραμε ραδιόφωνο όταν ήμουν ήδη 10 χρονών.
Άρα η τριβή υπήρξε κυρίως με τη ζωντανά παιγμένη μουσική.
Ναι, και για αυτούς τους λόγους είχε και αξία.
Και το ροκ;
Το ροκ ήρθε μαζί με το ραδιόφωνο. Άρχισαν να κυκλοφορούν και οι δίσκοι από χέρι σε χέρι (Beatles, Rolling Stones κτλ). Εμείς προσπαθούσαμε να πάρουμε αυτό το άκουσμα το καινούργιο. Πάντως ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν του Enrico Macias - φοβερός κιθαρίστας. Ακούγοντας αυτόν έμαθα κιθάρα. Πιο πριν έπαιζα ακορντεόν και πνευστά, φλογέρες, φυσαρμόνικα κτλ. Κιθάρα δανείστηκα πρώτη φορά από ένα φιλικό σπίτι που την είχαν κρεμασμένη και πλακώθηκα να παίζω. Χορδές κατεστραμμένες, καταλαβαίνεις τώρα. Μάτωναν τα δάχτυλά μου, αλλά είχα τέτοια αγάπη που έπαιζα όλη μέρα. Ήταν και ένας μεγαλύτερός μου που είχε κάνει μαθήματα κιθάρας και έπαιζε κανονικά. Του έλεγα λοιπόν «δείξε μου κι εμένα», τίποτα αυτός, μη μάθει την τέχνη άλλος. Και δεν ήταν όπως στην Αθήνα που υπάρχουν τόσοι κιθαρίστες, από κάπου θα ακούσεις. Εγώ ό,τι έπιανα από το ραδιόφωνο. Ε, μέσα σε ένα χρόνο έπαιζα καλύτερα από τον άλλο και σε άλλον έναν χρόνο έπαιζα καλύτερα και από το δάσκαλό του! (γέλια)
Κάποια στιγμή λοιπόν έρχεται η ώρα της ενασχόλησης σε γκρουπάκια πλέον.
Ναι, μετά από κάποιο διάστημα που με έμαθαν τοπικά ως ο Ηρακλής ο κιθαρίστας, δημιουργήσαμε ένα συγκρότημα μαζί με έναν φίλο που έπαιζε τρομπέτα. Παίζαμε τότε ένα είδος εμπορικής jazz της εποχής. Αυτοί όμως το έκαναν αυτό και επαγγελματικά, παίζοντας σε εκδηλώσεις, και εγώ δε μπορούσα να τους ακολουθήσω. Τσακωνόμουν με τον πατέρα μου. Οπότε έφτιαξα μαζί με συμμαθητές μου άλλο συγκρότημα, τους Les Etoiles. Παίζαμε σε καμιά χοροεσπερίδα αυτά που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη. Κάτι ελληνικα, ιταλικά, γαλλικά. Διάφορα, δεν τα θυμάμαι τώρα. Εννοείται ότι παίζαμε με δανεικές κιθάρες, δεν είχαμε ούτε μηχανήματα ούτε τίποτα.
Μετά, στα φοιτητικά χρόνια, πας στη Θεσσαλονίκη.
Ναι, εκεί έπαιζα στους Saints. Καλό σχήμα και με δικά μας τραγούδια. Εκεί παίζω πλήκτρα και τραγουδάω. Δεν υπάρχει κάτι ηχογραφημένο, αλλά κάποια τραγούδια που είχα γράψει από εκείνα το έχω σκεφτεί να τα ηχογραφήσω, πιο πολύ για ιστορικούς λόγους.
Και στη συνέχεια έχουμε τους D.N.A.;
Ναι, εκεί μάζεψα κάποια άτομα για να παίζουμε όπου βρίσκουμε. Ξεκινήσαμε να παίζουμε στις Εσπερίδες, από εκεί που ξεκίνησαν όλοι. Με αυτό το σχήμα ηχογραφήσαμε και ένα 45άρι. Παίζαμε ελληνικό folk, με ακουστικά όργανα δηλαδή. Για να καταλάβετε, παίζαμε με φλάουτο, φλογέρα, φυσαρμόνικα, μπουζούκι, λύρα ποντιακή, τουμπερλέκια... Με πολύ ωραία και ψαγμένα φωνητικά. Είναι κρίμα, ήταν να βγει ένα LP. Είχα πάει τότε στην Polygram μία ταινία για να μας ακούσουν και μου είπαν επί τόπου ότι είναι καλό και να κάνουμε συμβόλαιο. Μου λένε λοιπόν θα κάνουμε πρώτα ένα μικρό δισκάκι και στη συνέχεια το μεγάλο. Παραγωγός ήταν ο Φασόλας τότε, μιλάμε περίπου για το 1971, που είχε τους Poll και τους Socrates, ήδη μεγάλα ονόματα. Αυτό που κατάλαβα λοιπόν ήταν ότι επειδή ήταν ένας παραγωγός και είχε ήδη και πολλά άλλα μικρότερα συγκροτήματα στα οποία έπρεπε να φροντίζει, εκτός από τις ηχογραφήσεις, και τη συνολική προώθησή τους, όταν έβλεπε κάποιο νέο συγκρότημα που φαινόταν ότι κάτι πάει να γίνει το δέσμευε με συμβόλαιο, έβγαζε ένα δισκάκι και το έβαζε μετά στο «ψυγείο». Αυτό πάθαμε κι εμείς. Η ενορχήστρωση και τα φωνητικά ήταν πάρα πολύ προσεγμένα, γενικά είχε πέσει τόση δουλειά που δύσκολα επαναλαμβάνεται.
Οι συνθέσεις υπήρχαν ήδη; Υλικό για το άλμπουμ δηλαδή.
Τα παίζαμε εκείνη την εποχή σε συναυλίες, αλλά μετά χαθήκαν, δε μου έκανε αίσθηση να τις ξαναχρησιμοποιήσω αλλού. Με τους Λερναία Ύδρα έπαιζα ηλεκτρικά, με μπάσο, δε υπήρχε χώρος για αυτά.
Κάποια μέλη από τους D.N.A. συμμετείχαν και στους Λερναία Ύδρα, σωστά; Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, συμμετείχε και η Λένα Πλάτωνος.
Ναι. Η Λένα Πλάτωνος συμμετείχε, όπως και η Σαβίνα Γιαννάτου που τραγουδάει στο δισκάκι. Η επαφή έγινε μέσω της αδερφής της, της Σοφίας, που ήταν, ας πούμε, το δεξί μου χέρι στους D.N.A. Ήταν πολύ φίλη μου, σαν αδερφή μου την είχα τότε. Εκτός αυτών, ήταν μέλος και ο Λάκης ο Παπαδόπουλος, «με τα ψηλά ρεβέρ» όπως έμεινε γνωστός αργότερα, ο Πέτρος ο Πρωτόπαπας, που έπαιζε πολύ καλό φλάουτο και ήταν και στους Λερναία Ύδρα μετά... Όταν διαλυθήκαμε, αφού δε βγήκε ο δίσκος, τα μέλη που με ακολούθησαν ήταν αυτός και ο περκασιονίστας Φώντας Χατζής - πολύ καλός drummer και πολύ καλό παιδί. Μπάσο έφερα από τη Θεσσαλονίκη τον Νίκο Παυλάκο και πήρα και τον Γίωργο Μαγκλάρα.
Ο Μαγκλάρας ήταν ήδη διάσημος; Γιατί μετέπειτα τον συναντάμε σχεδόν σε κάθε ελληνικό δίσκο που έχει βιολί.
Όχι. Μάλιστα έπαιζε πολύ λίγο βιολί τότε, πιο πολύ κιθαρίστας ήταν. Είχα έναν μάνατζερ εκεί στη γειτονιά, έναν αεράτο τύπο που αυτοπροτάθηκε να μας μανατζάρει, και μου λέει «θα σου βρω βιολί». Εγώ έπαιζα λίγο βιολί τότε, αλλά δεν προλάβαινα να παίζω όλα τα όργανα μόνος μου. Έτσι ήρθε και εξελίχθηκε ουσιαστικά μέσα από τη Λερναία Ύδρα. Τους είχα κάτω και τους έβαζα να ασκούνται συνέχεια όλους τους μουσικούς, αλλιώς δε έβγαιναν και αυτά που θέλαμε να παίξουμε. Μέναμε και μαζί όλο το group για να παίζουμε όλη μέρα.
Είμαστε ακόμα μέσα στην περίοδο της Χούντας όταν συνθέτεις το "Σε Άλλους Κόσμους" και ας ηχογραφήθηκε αρκετά αργότερα. Καταρχήν είχε και κάποιο πολιτικό νόημα ο τίτλος και το περιεχόμενο του δίσκου;
Φυσικά, ήταν το βίωμα τέτοιο και περνάει αυτά τα μηνύματα. Βέβαια, δεν τα αναφέρουμε άμεσα αυτά τα νοήματα, περνάνε από πολλές παραμέτρους. Αλλά ειδικά τώρα εκ των υστέρων που το βλέπω καταλαβαίνω πόσο επηρεασμένο είναι. Απλά δεν ήταν πολιτικό με την έννοια του χρωματισμού, το απέφευγα αυτό, δε μου άρεσε.
Υπήρξαν αντιδράσεις από τη Λογοκρισία;
Υπήρξε μία φορά το 1974 στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Χατζώκου, που μας απαγόρευσαν μία συναυλία. Εκείνη την εποχή για να μπορέσεις να παίξεις έπρεπε να δηλώσεις τα τραγούδια και να πας τους στίχους στο υπουργείο Προεδρίας, να τους ελέγξουν και να τους εγκρίνουν. Εμάς λοιπόν μας τα απαγόρευσαν σχεδόν όλα, αλλά προς τιμήν του ο διοργανωτής, ο Αντώνης ο Γκαγκαβούζης, τους κράτησε απ' έξω και όταν μας κάλεσε η ασφάλεια μου είπε «μην πας εσύ, θα πάω εγώ». Μετά από λίγο την κοπάνησα κι εγώ για Γερμανία.
Για ποιό λόγο;
Η πίεση αυτή που ένιωθα ήταν μεγάλη. Ήμουν φοιτητής, ήμουν και μέσα στο Πολυτεχνείο, φάγαμε πολύ ξύλο... Μάλιστα, δύο φορές παραλίγο να σκοτωθώ κιόλας. Φυλάγαμε το σταθμό με ένα φίλο μου και μόλις μας αντικαταστήσανε ήταν που μπήκε το τανκ. Καταφύγαμε σε σπίτια ακριβώς από πίσω. Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μία κυρία, μοδίστρα ήταν, που μας φιλοξένησε τους δυο μας, καταλήξαμε τελικά να είμαστε μέσα 6-7 άτομα μέχρι το πρωί που μπορέσαμε να φύγουμε.
Εξαιτίας της κατάστασης, λοιπόν, φεύγεις για Γερμανία. Ποιά είναι η επαφή σου εκεί; Το ρωτάω γιατί καταφέρνεις αμέσως να εμπλακείς και πάλι στη ντόπια ροκ σκηνή.
Είχα συγγενείς εκεί. Την πρώτη φορά που είχα πάει ήταν νωρίς, πριν κατέβω στην Αθήνα, μιλάμε για γύρω στο 1971. Είχε μόλις πεθάνει ο πατέρας, είχα απολυθεί και από το στρατό και μάζεψα λεφτά για να φύγω. Την πρώτη φορά, λοιπόν, δεν έκανα κάτι μουσικό, παρόλο που γνώρισα κόσμο. Τη δεύτερη φορά έμενε απέναντί μου ένας φίλος και του μάθαινα μπάσο. Σε κάποια φάση, λοιπόν, κατά το Μάιο ένας τοπικός διοργανωτής μου λέει ότι θα έρθει για συναυλία στην πόλη ο Champion Jack Dupree το Σεπτέμβριο. Ήθελε, λοιπόν, αυτός μία ώρα κάποιο support να ανοίξει τη συναυλία. Μου πρότεινε να παίξω όπως ήθελα, είτε μόνος μου με μία κιθάρα, είτε να φτιάξω συγκρότημα, ό,τι θέλω, και θα μου έδινε 600 μάρκα. Εντάξει, του λέω κι εγώ. Περνάει ο χρόνος και εγώ συνεχίζω να δουλεύω σε ένα βαφείο αυτοκινήτων που ήταν πολύ βαριά και κουραστική δουλειά. Δεν προλάβαινα να κάνω τίποτα, άντε να έβγαινα να πιω μια μπύρα σε ένα τοπικό μπαράκι. Άκουγα και αυτά που συνέβαιναν τότε εδώ με την Κύπρο κτλ., διογκώνονταν και στο εξωτερικό τα πράγματα, η ψυχολογία μου ήταν πολύ πεσμένη. Πολύ χάλια, είχα καταλήξει να είμαι ρομπότ. Πλησίαζαν οι μέρες, λοιπόν, είχαν βγει μέχρι και οι αφίσες και τότε αρχίσαμε να ψάχνουμε μαζί να βρούμε μουσικούς. Βρήκαμε λοιπόν πιανίστα, φλαουτίστρια, drummer, έναν δεκαοχτάχρονο βιολιστή που του έβαλα την παρτιτούρα και την κατέβαζε στο λεπτό - φοβερή μουσική παιδεία οι Γερμανοί, άκουγαν τα πάντα και όλες οι συναυλίες ήταν τίγκα. Μαζευόμαστε λοιπόν 6-7 άτομα και κάνουμε πρόβες 8 ημέρες επί 8 ώρες την ημέρα. Φοβερή αφοσίωση. Και καλά, εγώ γούσταρα να παίζω όλη μέρα, δεν είχα πρόβλημα. Βάλε με να παίζω μουσική και ήμουν ικανοποιημένος. Αλλά εδώ στην Ελλάδα δεν έβρισκα την ίδια ανταπόκριση ακόμα και από μουσικούς που ήταν στα πρώτα τους ποιοτικά σκαλοπάτια. Ο ένας καθυστερούσε, ο άλλος άναβε και ένα τσιγάρο, τους τραβούσα πάντα εγώ και είχα αποδεχθεί ότι έτσι είναι οι πρόβες, έτσι γίνονται πάντα τα πράγματα. Στη Γερμανία, παρότι όλοι εργαζόμενοι, κάναμε οκτώ ώρες την ημέρα πρόβα, από τις 4 μέχρι τις 12 το βράδυ και χωρίς σταματημό. Μάλιστα, καμιά φορά, παρασυρόμενος από την ελληνική πραγματικότητα, μπορεί να έβαζα τις φωνές σε κάποιον που δεν έπαιζε καλά και αυτός αμέσως κοκκίνιζε, ζήταγε συγγνώμη και προσπαθούσε περισσότερο. Και τα παιδιά ήταν φοβεροί μουσικοί. Μετάνιωνα μετά και σκεφτόμουν, «τι μαλάκας που είμαι!». Είχα μείνει στην Ελλάδα εγώ που ο καθένας το έπαιζε βαρύς με το που έπαιζε λίγο μουσική. Τέλος πάντων, μέσα σε 8 ημέρες βγάλαμε ένα υλικό που στηριζόταν στα δικά μου τραγούδια, που μετά θα έμπαιναν στους "Άλλους Κόσμους" καθώς και το "Αγναντεύεις" που το τραγούδησε μία Γερμανίδα στα ελληνικά!
Καταφέρατε να παίξετε καλά στη συναυλία;
Έγινε χαμός! Ήρθε ο Jack Dupree και μου λέει (όπως μου μετάφρασε ένας φίλος μου Έλληνας, που μου έκανε το διερμηνέα): «Εγώ φίλε φεύγω -δηλαδή η γενιά μου, η ηλικία μου- τώρα είσαι εσύ, εσύ έχεις σειρά». Μου ζήτησε να παίζω μαζί του, να ηχογραφήσω στο δίσκο του... Αλλά πού μυαλό εγώ. Μετά από αυτό έρχεται ο Paul, ο μάνατζερ, και μου λέει το γραφείο μου έμαθε την επιτυχία και θέλουμε να σε κλείσουμε για να ανοίξεις και σε άλλες δύο συναυλίες των Passport και των Ekseption. Μιλάμε για ονόματα Α' Εθνικής ας πούμε. Του λέω κι εγώ ότι οι μουσικοί είναι δανεικοί. Ήθελα, δε, κυρίως έναν καλό drummer. Drummer καλός μου λέει είναι μόνο ο Edgar, ο οποίος ήταν γνωστός στο χώρο με ήδη τρία άλμπουμ στο ενεργητικό του με πολυεθνικά group. Φοβόμασταν, λοιπόν, ότι δε θα δεχτεί να παίξει με εμάς και έπιασα να του μιλήσω εγώ, γιατί σύχναζε στο ίδιο μπαρ με εμένα. Η πλάκα είναι ότι στο συγκεκριμένο μπαρ πριν με βλέπανε υποτιμητικά, όπως κοιτάνε κάποιοι τους Αλβανούς εδώ. Μετά το live με μάθανε όλοι ως ο «κιθαρίστας». Αφού έρχονταν και μου ζήταγαν να τους μάθω κιθάρα. Και μιλάμε για κιθαρίστες που τους είχα δει να παίζουν και τρώγανε την ταστιέρα. Εγώ νόμιζα ότι με δουλεύουν και τους έλεγα «τι να σας δείξω ρε παιδιά, εσείς παίζετε καλύτερα από εμένα». Μου λέγαν, λοιπόν, ότι όλοι έχουν πάει σε σχολές και έχουν μάθει τις τεχνικές και παίζουν jazz κιθάρα, αυτά όμως που έπαιζα εγώ, με δωδεκάχροδη μάλιστα, ήταν διαφορετικά, είχαν το ελληνικό χρώμα μέσα. Ε, μέσα σε αυτό το κλίμα βρίσκω την ευκαιρία και μιλάω στον Edgar ότι στήνουμε συγκρότημα να κάνουμε πρόβες και όχι μόνο δέχεται να συμμετάσχει, αλλά μετά την πρώτη πρόβα μου λέει «μαζί σου σε ό,τι κάνεις». Η πλάκα είναι ότι στις πρόβες ήμασταν τόσο καλοί, που ο Paul έκοβε εισιτήριο στον κόσμο για να έρχεται να παρακολουθεί τις πρόβες!
Από όλες αυτές τις μουσικές περιπλανήσεις τι πήρες στη μουσική σου; Μιλάμε για την εποχή που το krautrock είναι στα φόρτε του. Σε επηρέασε;
Πέρα από τα ακούσματα, λόγω συναυλιών και γενικότερου κλίματος, αν σου πω ότι πιο πολύ αγάπησα εκείνη την περίοδο την ελληνική μουσική; Όταν ζεις έξω κάνεις μία επαναφορά στις βάσεις σου. Κάπως έτσι μάλιστα επέμεινα στο ελληνικό στοιχείο και τον ελληνικό στίχο, παρά τις απόψεις πολλών Ελλήνων συναδέλφων μου που έλεγαν ότι το ροκ πρέπει να έχει αγγλικό στίχο. Πάντα πίστευα ότι το ροκ είναι ένας τρόπος έκφρασης των νέων ανθρώπων που ξεπερνάει τα όρια της γλώσσας.
Γίνεται, λοιπόν, όλη αυτή η επιτυχία εκεί, αλλά τι συμβαίνει;
Συμφωνώ, λοιπόν, για τις δύο συναυλίες που λέμε, αλλά ήταν η μία μετά από δύο μήνες και η άλλη μετά από άλλον έναν. Έχω χρόνο, σκέφτηκα, και μάλιστα με τέτοιους μουσικούς δεν έχουμε ανάγκη. Παρόλο που φοβόμασταν πολύ, γιατί ειδικά οι Passport ήταν τότε πολύ πρωτοπόροι και από τα πρώτα ονόματα μαζί με Weather Report κτλ. Παρ' όλα αυτά, κατέβηκα στην Ελλάδα για άσχετο λόγο, για τη μεταπολίτευση και τις εκλογές, και με σκοπό να γυρίσω πίσω. Για να καταλάβετε, ο πατέρας μου ήταν ανεξάρτητος Δήμαρχος και πολιτευτής στο Σιδηρόκαστρο και είχε ρεύμα για να εκλεγεί πριν τη Χούντα. Κατά τη διάρκεια της επταετίας πέθανε και μου ζήτησαν να κατέβω στις εκλογές για να εκμεταλλευτώ το όνομα και να εκλεγώ εγώ. Εγώ όμως ούτε κομματικά, ούτε πολιτικά γούσταρα. Οπότε έβαλε υποψηφιότητα η αδερφή μου και έπρεπε να τη στηρίξω.
Θα βγήκε βέβαια.
Όχι, γιατί ήταν γυναίκα! Η μόνη υποψήφια στην Ελλάδα, αυτή και η Τσουδερού. Τέλος πάντων, κατεβαίνω στην Αθήνα και συναντάω τον Τάσο τον Φαληρέα, ο οποίος μας είχε ακούσει να παρουσιάζουμε το "Σε Άλλους Κόσμους" στην Πλάκα πριν φύγω για Γερμανία, τον είχε φέρει ο Αργύρης Ζήλος να μας ακούσει.
Παντού στο ελληνικό ροκ ανακατεμένος ο Φαληρέας. Λένε γενικά ότι ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους του χώρου, ή έστω τους λιγότερο κακούς.
Κοίτα, σαν έργο πρόσφερε, ήταν έξυπνος άνθρωπος. Το κλίμα όμως που υπάρχει στις εταιρίες δε μπορεί να το αλλάξει καμία μονάδα. Είναι σαν τρένο που τρέχει και δεν αλλάζει πορεία. Μου είχε πει, λοιπόν, ο Φαληρέας τότε να κάνουμε δίσκο. Είχε ξεκινήσει μία διαδικασία με τηλέφωνα, αναβολές κτλ., γιατί οι εταιρείες τότε ήταν σκέτη φρίκη, και είχα πει δεν ασχολούμαι και έφυγα για Γερμανία. Όταν όμως γύρισα με πετυχαίνει και μου λέει «πού χάθηκες κτλ». Του λέω κι εγώ: «Άσε αυτά που ξέρεις, «αφήστε μήνυμα» και «θα κλείσουμε ραντεβού» κτλ. Αν θες να κάνουμε το δίσκο υπογράφουμε συμβόλαιο αύριο». Εξάλλου, δεν είχα και χρόνο, ήθελα να επιστρέψω στη Γερμανία. Όντως έτσι έγινε και από εκεί και πέρα ξεκίνησε ο Γολγοθάς, γιατί οι ηχογραφήσεις κράτησαν ένα χρόνο. Τώρα για αυτό που λες για το Φαληρέα, να σας πω και ένα ανέκδοτο του χώρου. Από D.N.A. ακόμα που παίζαμε, σε κάποια φάση ήταν ο Σαββόπουλος και γέμιζε το Κύτταρο, και μου λένε τα παιδιά του συγκροτήματος ότι έμαθαν ότι ζητάει support. Να πάμε λέμε, θα μας πάρει οπωσδήποτε. Κάνουμε μία ταινία, του την πάω εγώ και την ακούει. Λέει, λοιπόν, «τι είναι αυτά;» κτλ. Σε στυλ ότι δεν αξίζει τίποτα. Εγώ απλώς να τον κοιτάω, γιατί μουσικά είχα εμπειρία για να το αντιλαμβάνομαι ότι αξίζει. Καταλάβαινα και ο άνθρωπος ως πού παίζει και ότι δεν παίζει κάτι παραπάνω. Να αναρωτιέμαι, λοιπόν, γιατί το κάνει αυτό; Του λέω κι εγώ εντάξει, τα μαζεύω και φεύγω. Το λέω στα παιδιά και να μην το πιστεύουν. Η Λένα (Πλάτωνος) να τραβάει τα μαλλιά της, να λέει «δεν το πιστεύω» και τέτοια. Ήταν σχεδόν ερωτευμένη μαζί του (όπως κι όλοι μας γενικά τον είχαμε σαν ίνδαλμα). Δεν τους είπα κιόλας ότι εγώ κατάλαβα περίεργα πράγματα. Την άλλη χρονιά παίζαμε το "Σε Άλλους Κόσμους" και μου λένε τα παιδιά πάλι τα ίδια. «Ζητάει ο Σαββόπουλος» και «σίγουρα θα μας πάρει» κτλ. Τους λέω εγώ να το αφήσουμε και ότι δε θα πετύχουμε τίποτα, αλλά με πίεζαν. Την ταινία λοιπόν που είχαμε δώσει στην εταιρία τη δίνουμε και σε αυτόν. Το ίδιο σκηνικό πάλι. «Τι είναι αυτά;» κτλ. Σε βαθμό να σε απογοητεύσει δηλαδή. Φεύγω. Πάλι απορημένοι οι άλλοι. Τι να τους πω; Ότι καταλαβαίνω τι είναι αυτός ο τύπος και ότι δε θέλει ανταγωνισμό; Η πλάκα ποιά είναι τώρα. Αφού κατάλαβα τι έμπορας είναι ο άνθρωπος (κι ας έχει βέβαια και ταλέντο), δεν είπα τίποτα στους άλλους. Όταν, λοιπόν, μετά από καιρό είναι να γίνει ο δίσκος, μου λέει ο Φαληρέας: «Για να πάρει έγκριση ο δίσκος μη νομίζεις ότι ήταν απλό. Καλέσαμε όλους τους συνθέτες και έγινε ακρόαση για να μας πούνε τη γνώμη τους. Όλοι είπαν ότι πρέπει να βγει οπωσδήποτε». «Ποιοί ήταν;», του λέω, «ήταν και ο Σαββόπουλος;». «Ναι και είπε ότι ήταν αριστούργημα!» μου λέει. (σ.σ. γέλια). Και κάτι ακόμα πάνω σε αυτό. Οι Κατσιμιχαίοι με το Ζιώγαλα κάναν, ως τρίο, κάτι διασκευές, ηπειρώτικα κτλ. Πάρα πολύ ωραία, τα είχα ακούσει. Μου λένε, λοιπόν, «έχουμε κανονίσει ένα ραντεβού με τον Σαββόπουλο να μας ακούσει».
Δεν τους προστάτεψες;
Δεν τους είπα τίποτα. Τώρα, μετά από χρόνια, τα λέω για πρώτη φορά αυτά τα πράγματα. Γυρνάνε λοιπόν και μόνο που δεν κλαίγανε. «Μας είπε ότι δεν αξίζει» κτλ. Τους λέω κι εγώ «ρε σεις, εγώ σας λέω ότι αξίζουν, δε με πιστεύετε;». Να σου πω κάτι; Τελικά όλοι τους το χρήμα πιστεύουν. Γιατί τους πήρε μετά ο Σαββόπουλος στους «Αχαρνείς» και ενώ δεν τους στήριξε σα σχήμα, τους χρησιμοποίησε μια χαρά να κάνει τη δουλειά του.
Μια που το πιάσαμε αυτό, αφού όλοι τους συμμετέχουν στο δίσκο και ειδικά με τους Κατσιμίχες, που με εσένα πρωτοεμφανίστηκαν και μετά έκαναν όνομα, ποιά σχέση υπήρξε;
Εξαφανίστηκαν, εξαφανίστηκαν όλοι. Ο Ζιώγαλας μόνο ήρθε στη συναυλία του Κυττάρου και τραγούδησε και ο Λάκης Παπαδόπουλος, που εμφανίστηκε και χαιρέτισε.
Από το πρώτο δίσκο μέχρι το δεύτερο και τον τρίτο βλέπουμε σταδιακά να απομακρύνεται το progressive στοιχείο και ουσιαστικά να μένει μία πιο μεστή τραγουδοποιία, που αν την προεκτείνουμε φτάνει στο σημερινό έντεχνο.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο θα το έβρισκες περισσότερο στους D.N.A. Αν βρεις το μικρό το δισκάκι που κυκλοφορήσαμε και όλη η άλλη δουλειά που δε βγήκε βέβαια, είναι ακριβώς όλος ο συνδυασμός των πραγμάτων που σήμερα λέμε έντεχνο. Εκεί μέσα έχει και το παραδοσιακό το στοιχείο και το ροκ. Τώρα, για την εξέλιξη του ήχου πρέπει να σκεφτείς ότι στο "Σε Άλλους Κόσμους" έπεσε πάρα πολλή δουλειά. Βρήκα κι εγώ ευκαιρία να κάνω αυτό που θέλω. Αυτά που ήθελα σκέψου ότι δε μπορούσαν και να παιχθούν και live όλα. Έχω αυτή τη στιγμή στο σπίτι μου δουλειές που δε μπορούν να παιχτούν όπως θέλω. Θέλει χρηματοδότηση για να γίνει κάτι τέτοιο και δεν υπήρξε στη συνέχεια. Από το "Παίζεις Με Τις Μηχανές" και μετά έκανα ένα σχήμα που ήταν πρακτικό για να μπορεί να κινείται. Με 5-6 άτομα το πολύ. Εκεί άρχισα να βάζω και το κοινωνικοπολιτικό μήνυμα που ήθελα να περάσω και εστίασα περισσότερο στο λόγο.
Για να παραμείνουμε λίγο παραπάνω στο "Σε Άλλους Κόσμους". Υπήρξε κάποιος από την τεράστια λίστα των συμμετεχόντων που να βοήθησε λίγο παραπάνω δημιουργικά και όχι απλώς να υπηρέτησε το όραμά σου;
Δημιουργικά μόνο ο Θεολόγος (σ.σ. Στρατηγός), θα έλεγα, που ήμασταν φίλοι. Καθόμασταν με τις κιθάρες και βγάζαμε τα κομμάτια. Θυμάμαι που ακούγαμε Yes και μου λέει «μόνο οι ξένοι παίζουν έτσι». «Ρε», του λέω, «να σου γράψω ένα τέτοιο σόλο να το παίξεις;». Και του το έγραψα και το έπαιξε το θηρίο. Να ξέρετε ο Θεολόγος κόμπλαρε. Στις ηχογραφήσεις έπαιζε τα μισά από όσα έπαιζε στις πρόβες. Και με τον Φιλιππίδη (σ.σ. μπάσο) που δε διάβαζε μουσική, του έδειχνα πώς να παίξει. Για να σας πώ και ένα ακόμα ανέκδοτο, όταν είναι να γίνει ο δίσκος και κλείνουμε το studio, μου λέει η εταιρία θα παίξουν αυτοί και αυτοί. «Ώπα», τους λέω, «εγώ θέλω τους δικούς μου». Κακώς δεν επέμεινα να παίξει ο Φώντας που ήταν ο κανονικός μου drummer και μου έδωσαν τον Μαρινάκη, που βέβαια ήταν ανώτερος τεχνικά. Εγώ ήμουν με το ένα πόδι στη Γερμανία και τον δέχτηκα με το ζόρι. Προς τιμήν του, ο Μαρινάκης ερχόταν στο σπίτι για να κάνουμε πρόβες πριν παίξει στις ηχογραφήσεις. Όπως επίσης και το μπάσο, που ήταν η αγάπη μου, σε σημείο να θεωρώ το δίσκο κονσέρτο για μπάσο, το είχα γράψει για να παίξει ο Φιλιππίδης, που όμως ήταν φαντάρος για κάποια περίοδο. Προς τιμήν του λοιπόν και ο Μεταλλίδης που τον αντικατέστησε μου λέει μόνος του να κάνουμε πρόβες πριν τις ηχογραφήσεις, ενώ και αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος. Ήταν και οι δύο πολύ καλοί μουσικοί.
Έχουμε κολλήσει λίγο στο "Σε Άλλους Κόσμους", αλλά αξίζει τον κόπο γιατί είναι ορόσημο. Δε μπορώ να θυμηθώ άλλο διπλό δίσκο ελληνικού ροκ πιο πριν. Και είναι και ντεμπούτο. Πώς έγινε και τι αντίδραση υπήρξε;
Ναι, είναι ο πρώτος, δεν υπάρχει προηγούμενος. Κοίτα, διπλός έγινε γιατί δε χωρούσαν όλα τα τραγούδια σε μονό. Δεν ήθελα να χαθεί τίποτα σε ποιότητα. Σκεφτείτε ότι ήδη ήταν ηχογραφημένο σε τετρακάναλο, αλλά ήταν πολύ καλός ο ηχολήπτης, ο Γιάννης Τριφύλλης, ο καλύτερος που υπήρχε.
Τον στήριξε δηλαδή η ΕΜΙ το δίσκο, έδωσε προσωπικό για να γίνει.
Παιδιά, τον θάβανε το δίσκο μόλις κυκλοφόρησε! Η φάση είναι η εξής. Ο πρώτος παραγωγός ήταν ο Τέρενς Κουίκ. Ο οποίος δεν ήξερε, σε άλλο χώρο κινούταν, αλλά ήταν γενικά θετικός ο άνθρωπος. Στη μέση έρχεται ο Κιουρκτσόγλου ο Γιάννης, ο κιθαρίστας των Πελόμα Μποκιού. Αυτός έκανε και δικά του τραγούδια τότε, πιο ελαφριά, και πιθανόν να ζήλευε επειδή δε μπορούσε να έχει την ελευθερία να κάνει και αυτός αυτά που ήθελε, γιατί ροκάς ήταν κατά βάση. Γενικά κατηγορούσε το δίσκο και έλεγε άσχημα πράγματα. Τα έμαθα εγώ και έψαχνα να τον βρω, αλλά τελικά με συμβούλεψαν και όλοι να μην ασχοληθώ, αφού έτσι είναι τα πράγματα στις εταιρίες και γι' αυτό σιχάθηκα κι εγώ και ούτε που ξαναπάτησα σε αυτές.
Ήταν να τραγουδήσει και ο Ξυλούρης ένα κομμάτι.
Ναι, είχε ενθουσιαστεί και ήθελε να τραγουδήσει σε όλο το δίσκο. Κι εγώ του έλεγα «άσε ρε Νίκο, που θα τραγουδήσεις ροκ». Αυτό το ένα, το παραδοσιακό θα τραγουδήσεις. Εν τω μεταξύ, το ίδιο τραγούδι ήθελε να πει και ο Πουλικάκος. Εγώ ήθελα ο Πουλικάκος να τραγουδήσει το "Θέλω Να Ταξιδεύω" που του πήγαινε πολύ και τελικά κανείς δεν τραγούδησε κανένα.
Με τον Πουλικάκο αλήθεια ποιές οι σχέσεις σας;
Φιλικές, συναδελφικές.
Κυκλοφορήσατε και οι δύο τους δίσκους σας την ίδια χρονιά. Γιατί θεωρείς ότι ενώ το "Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτρσος" χαιρετίζεται από όλους ως καθοριστικό (και είναι), το "Σε Άλλους Κόσμους" το ξέρει πιο λίγος κόσμος;
Πιθανότατα γιατί είναι πιο «έργο», δεν έχει τραγούδια που μπορείς να απομονώσεις.
Για τις επανεκδόσεις του άλμπουμ έχεις κάποιο σχόλιο;
Ε, κοίτα, την πρώτη την ασπρόμαυρη την έκανα εγώ. Για οικονομικούς λόγους κυρίως ο δίσκος βγήκε μονός, αλλά τον πρόσεξα πολύ, έκανα ψαγμένο μοντάζ των τραγουδιών. Αργότερα έκανε επανέκδοση σε μονό δίσκο και η εταιρεία, αλλά αυτοί πήγαν για να πουλήσουν, τον κουτσούρεψαν το δίσκο, έβαλαν και ταμπέλα ότι τραγουδάν οι Κατσιμιχαίοι και ο Ζιώγαλας που είχαν γίνει φίρμες! Στην τελευταία επανέκδοση του Ικάρου ήρθαν τα παιδιά και μου είπαν να τον βγάλουμε σε συνεργασία, νόμιμα, γιατί αν δεν τον βγάλουμε εμείς, έχει φτάσει τόσο ακριβός στο εξωτερικό ο δίσκος που υπάρχουν «πειρατές» στην Ασία που θα τον βγάλουν αυτοί. Θα ήθελα να βγάλω και σε επανέκδοση, με remix όμως σίγουρα, και το "Παίζεις Με Τις Μηχανές", γιατί δεν ακούγονται ούτε τα μισά από όσα συνέβαιναν στις ηχογραφήσεις. Όπως και στους "Άλλους Κόσμους" έχουν χαθεί πολλά πράγματα, κάνει σόλο το κόρνο και δεν ακούγεται τίποτα.
Αλήθεια, πώς αισθάνεται κανείς όταν βλέπει τον δίσκο του να πουλιέται σε εξωφρενικές τιμές και ο ίδιος δεν κερδίζει τίποτα από αυτό, παρά μόνο κάποιοι συλλέκτες-έμποροι;
Είναι σαν τους ζωγράφους που έβλεπαν ρακένδυτοι τα έργα τους να πωλούνται πανάκριβα στις γκαλερί και αυτοί δεν είχαν να φάνε. Έτσι γίνεται δυστυχώς.
Μια που το αναφέραμε ας μιλήσουμε τώρα και για το "Παίζεις Με Τις Μηχανές". Δεν ξέρω κατ' αρχήν αν με την κυκλοφορία του "Σε Άλλους Κόσμους" είχες κάποια επιτυχία.
Καθόλου, τίποτα. Θάφτηκε ο δίσκος και δεν ασχολήθηκε κανένας. Μάλιστα, κάποια στιγμή πήγα στην εταιρεία και τους είπα «δεν ξέρω τι κάνετε εσείς και γιατί θέλατε να κάνετε το δίσκο, μπορεί να το κάνατε για φορολογικούς σκοπούς. Για εμένα όμως ήταν δουλειά ζωής». Ε, μετά απογοητεύτηκα και ξεκίνησα δικιά μου προσπάθεια, τον Πολύαυλο. Είχα ήδη ανοίξει τη Σοφίτα, είχα δηλαδή κάποια οικονομική άνεση για να το κάνω, αλλά κυρίως ήταν για ιδεολογικούς λόγους. Είχα κάποιες προτάσεις από την WEA για να κοπούν 10.000 αντίτυπα, που σήμαινε ότι θα τον στήριζαν το δίσκο. Αλλά πλέον ιδεολογικά δεν ήθελα. Δεν ήθελα να λένε ότι ακόμα και ο Ηρακλής από αυτά τα γρανάζια πέρασε και να φανεί ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Δε βαριέσαι, λέω, ας πουλήσω 10 αντίτυπα, πρέπει να πουλήσω 10.000; Μάλιστα, ο Νίκος ο Σκούρτης, που ήταν αυτός που ήθελε να συνεργαστούμε, παρεξηγήθηκε, νόμιζε ότι ήταν προσωπικό το θέμα. Μάλιστα όταν έφτιαξε την FM Records και ήρθα σε επαφή μαζί του για κάποια δουλειά, μου κράταγε μούτρα!
Στη δεκαετία του '80 βλέπουμε και μεγάλη δραστηριότητα στην αυτοοργάνωση και ιδεολογική αφύπνιση των μουσικών. Έχουμε το Μου.Συν.Κα, την ΑΕΤΑ, δωρεάν συναυλίες, τη Σοφίτα...
Ανοίγουμε μεγάλο κεφάλαιο τώρα, χρειαζόμαστε κανά μήνα να μιλήσουμε για αυτά! Όταν είχα τη Σοφίτα ήμουν εντελώς αυτόνομος, είχα ό,τι μπορεί να θέλει ένας μουσικός. Είχα την εταιρεία μου, είχα το χώρο μου, τα δικά μου μηχανήματα, μέχρι και δικό μου φορτηγάκι είχα. Αλλά δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Κάθισα κάποια στιγμή και σκέφτηκα: Αυτό ήταν όλο; Επειδή εγώ κατάφερα και πέτυχα να είμαι ανεξάρτητος, τελείωσα; Ενώ ταυτόχρονα ξέρω καλά πώς κατασπαράζουν οι εταιρείες τους μουσικούς. Όταν, ακόμα και punk να είσαι, δουν προοπτική, παίρνουν τη δουλειά σου, σε κάνουν επιτυχία και σε εκμεταλλεύονται, ενώ ταυτόχρονα σου βάζουν και τρικλοποδιά για να μη μπορείς να εκφραστείς αν δεν τους συμφέρει ιδεολογικά. Αυτή είναι η δουλειά τους. Είχε γίνει ένας πυρήνας λοιπόν η Σοφίτα, όπου μαζευόντουσαν τα group και σκέφτηκα ότι είναι ευκαιρία να κάνουμε κάτι από κοινού. Το συζητούσα προς κάθε κατεύθυνση. Κάποια στιγμή μαζεύτηκε ένας αριθμός συγκροτημάτων.
Ποιός ήταν ο πρώτος πυρήνας; Ποιοί άλλοι ήταν ενεργοί μαζί σου;
Δε θυμάμαι συγκροτήματα. Αλλά στη δεύτερη φάση ήρθε ο Νίκος ο Γκίνης από τους Σύνδρομο. Φοβερός μουσικός, τον θαύμαζα, αλλά μέσα από τη ΜουΣυνΚα άλλαξα άποψη. Άκου πώς έγινε. Αρχικά μαζευόμασταν όλοι για να οργανώσουμε καμία συναυλία κτλ. Τελικά, ενώ ξεκινούσαμε να οργανώσουμε κάτι όλοι μαζί, κατέληγα να τρέχω μόνος μου για όλα. Τους μάζεψα λοιπόν και λέω «Ρε σεις, μόνο εγώ θα τρέχω; Εγώ δεν έχω ανάγκη, έχω δικό μου μαγαζί, έχω δικιά μου δισκογραφική. Για εσάς το κάνω. Άμα είναι να τρέχω εγώ για να το παίζετε εσείς μούρες...». Τέλος πάντων, δεν προλάβαμε να το οργανώσουμε. Αφού έκλεισε και η Σοφίτα, λοιπόν, έρχονται ο Τρύφωνας από τους Αγάπανθος και ο Γκίνης μαζί με το Λήτη και μου λένε «αφού είσαι δραστήριος και ενδιαφέρεσαι για το ροκ και τα συγκροτήματα, να, εμείς το οργανώσαμε ήδη το πράγμα. Δεν πειράζει που δεν το ξεκίνησες εσύ, το ίδιο είναι». Ούτε που το σκέφτηκα κι εγώ, επί τόπου τους λέω ότι είμαι μέσα. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να ξεκινήσει κάτι, να οργανωθούμε κάπως. Ήταν και ο Πάνος Ηλιόπουλος μαζί τους, που ήταν τότε στο Υφυπουργείο Νέας Γενιάς. Καθόμαστε να συζητήσουμε και μου λένε ότι θα δώσει το Υφυπουργείο ένα εκατομμύριο για το ξεκίνημα και αποφασίστηκε να γίνει μη κερδοσκοπική εταιρία με εμάς τους τέσσερις επικεφαλής. Τότε βρέθηκε και το όνομα Μου.Συν.Κα. Νοικιάσαμε και το Ροντέο για συναυλίες. Πριν ξεκινήσει οτιδήποτε, τους λέω εγώ, ακόμα κι αν δώσει το Υφυπουργείο λεφτά, ξεκαθαρίζω ότι δε θέλω καπέλωμα, ούτε από κόμματα, ούτε από καμία αρχή. Μπροστά θα είναι τα συγκροτήματα. Εξάλλου, και τα χρήματα σε σχέση με άλλες επιδοτήσεις που έδιναν τότε σε κάτι θέατρα των τριών θεατών δεν ήταν και τίποτα. Όχι να πάρει το ροκ ένα εκατομμύριο και να μας πηδήξουν κιόλας. Προχώρησε τελικά αρκετά, κάναμε και συναυλίες. Εγώ ήμουν υπεύθυνος του προγράμματος, γιατί λόγω της Σοφίτας είχα τις επαφές με τα συγκροτήματα. Αργότερα κατάλαβα ότι γι' αυτό με ήθελαν, γιατί σου λέει ο Ηρακλής έχει γνωριμίες, έχει πρόσωπο προς τα έξω, θα μαζέψει κόσμο.
Και πού στράβωσε το θέμα;
Μετά από λίγο άρχισαν να βάζουν κάτω από τις αφίσες «υπό την αιγίδα του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς». Να τους λέω εγώ «Τι τα βάζετε αυτά; Αλλιώς δεν τα συμφωνήσαμε;». Μας κάνουν την αφίσα δωρεάν, μου λέγανε και τέτοια. Τρέχω εγώ, βρίσκω κάποιον φίλο μου να κάνει την αφίσα με πολύ λίγα λεφτά, πάλι τη βάζουν τη λεζάντα. Κάτι δεν πάει καλά με τον Γκίνη και τον Τρύφωνα, σκέφτομαι. Πιάνω και τον Λήτη, «εσύ δεν έχεις σχέση με αυτά» του λέω, «δε βλέπεις τι γίνεται, δεν τα είχαμε πει;». «Ναι, ναι» μου έλεγε, αλλά κάθε φορά που πηγαίναμε να μιλήσουμε, τον έπαιρναν, τελικά, μαζί τους. Στην πορεία, μάλιστα, οι δυο τους ήθελαν να διώξουν τον Λήτη και να βάλουν κάποιον δικό τους, γιατί πράγματι δεν προσέφερε πολύ, δεν ήταν οργανωτικό άτομο. Εγώ τον υπερασπιζόμουν και τους έλεγα να βρούμε τι μπορεί να κάνει καλά και να του το δώσουμε. Μαζί το ξεκινήσαμε, επένδυσε κάποιες δυνάμεις, δε μπορεί να τον πετάξεις μετά. Πράγματι, έμεινε ο Λήτης και ανέλαβε κάποια καθήκοντα που τα έκανε μια χαρά. Ε, μετά είδα πάλι τα ίδια, κάποιες πονηριές κτλ, πιάνω πάλι το Λήτη: «Εγώ θα φύγω αν συνεχιστεί η κατάσταση, αλλά δε θέλω να φτάσω μέχρι εκεί και να τους χαρίσω κάτι που ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Έλα μαζί μου να επιβάλλουμε τις απόψεις μας». Του είπα και ότι ήθελαν να τον διώξουν και θύμωσε. Μαζευόμαστε λοιπόν, στο σπίτι του Λήτη μάλιστα, και πάλι πάει μαζί τους. Άει γαμηθείτε λέω κι εγώ, κάνω μία δήλωση στις εφημερίδες ότι δεν έχω πλέον σχέση με τον ΜουΣυνΚα και αποχωρώ.
Έτσι γεννήθηκε η ΑΕΤΑ;
Μετά από αυτά, μαζεύω όλα τα group, γιατί εμένα ήξεραν και με εμπιστεύονταν, τους εξηγώ την κατάσταση και τους προτείνω όπως είμαστε μαζεμένοι να κάνουμε μία άλλη απολύτως ανεξάρτητη κίνηση. Έτσι δημιουργήθηκε και από εκεί ξεκινάει μία άλλη ιστορία.
Στην ΑΕΤΑ μπαίνει και ο Άσιμος.
Ο Άσιμος έπαιζε ήδη και στον ΜουΣυνΚα. Μάλιστα, θυμάμαι που μου έλεγε να τον βάζω στο πρόγραμμα να παίζει Σάββατα για να μαζεύει κόσμο. Τον έβαζα εγώ και μάλιστα οι άλλοι δεν τον θέλανε γιατί τους έβριζε όλους.
Να πούμε και την ιστορία της ΑΕΤΑ;
Ε, ξεκινήσαμε με ενθουσιασμό και κάθομαι και γράφω σε ένα μεγάλο χαρτόνι το πλάνο της ΑΕΤΑ και φτιάχνω ομάδες εργασίας που εκ περιτροπής θα αναλαμβάνει η καθεμία να οργανώσει κάτι. Το δε «προεδρείο» της ΑΕΤΑ αποτελούνταν από εκφραστές της κάθε ομάδας. Το σκέφτηκα απλά, όλοι να προσφέρουμε ίσα και να έχουμε ίσες απολαβές. Πίστευα, ίσως αισιόδοξα, ότι όλοι οι άνθρωποι όταν βρεθούν στο κατάλληλο περιβάλλον θα φερθούν ανάλογα. Και λειτούργησε αυτό αρχικά. Οι συγκυρίες τη διέλυσαν.
Τι οδήγησε δηλαδή στο τέλος της ΑΕΤΑ;
Κοίταξε να δεις, ήθελε πυρήνα αυτό για να στηριχθεί. Ιδεολογικό πυρήνα εννοώ, που να με στηρίζει στον τρόπο που είχα σκεφτεί την οργάνωση. Ερχόταν ο Άσιμος, ας πούμε, με συνοδεία δέκα ατόμων, την «αυλή» του (ηθοποιοί και δικηγόροι μέσα σε αυτούς, με δέκα διπλώματα ο καθένας), και δε μιλούσε κανένας από τους υπόλοιπους. Έμπαινε με την παρέα του και κυριαρχούσε.
Τελικά ο Άσιμος ήταν αυθεντικός σε αυτό που έκανε ή έπαιζε ένα ρόλο;
Κοίταξε, να σου εξηγήσω, επειδή τον γνώρισα καλά. Ο Άσιμος το '81 είχε τα πρώτα προβλήματα (σ.σ. ψυχασθένειας εννοεί). Έκανε διάφορα, είχε ξεφύγει, μέχρι και οι αναρχικοί τον έδερναν. Εγώ τον συμπαθούσα πάντα πάρα πολύ. Είχε πρόβλημα ο άνθρωπος. Ο εχθρός του ήταν ο εγωισμός του βασικά, αυτό τον σκότωσε. Παγιδεύτηκε και δε μπόρεσε να ξεφύγει. Είχε πάρει τότε και μία μαγκούρα και τους έδερνε όλους, εχθρούς και φίλους. Μόνο εμένα δεν έδερνε, θεωρούσε ότι αυτός ήταν ο Δον Χουάν και εγώ ο Δον Χενάρο! (σ.σ. γέλια). Τον είχαν συλλάβει μάλιστα και τρέχαμε να τον βγάλουμε, βοήθησε και ο Σαββόπουλος μία φορά, ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος μία άλλη. Μια φορά με παίρνει η Κατερίνα Γώγου...
Είχατε σχέσεις με τη Γώγου;
Ναι, μου είχε δώσει και στίχους της λίγο πριν πεθάνει, τους είχα μελοποιήσει και τους της είχα δώσει πίσω.Τέλος πάντων, με παίρνει και μου λέει «τον πάνε για Δαφνί». Είχαμε και τον Οικονομόπουλο τον ψυχίατρο μαζί και μας λέει ότι πρέπει να τον αναλάβει κάποιος να παίρνει ηρεμιστικά (όχι ψυχοφάρμακα) και να δηλώσει ότι θα φροντίζει να παίρνει ένα την ημέρα, αλλιώς θα τον κλείσουν μέσα και ξεχάστε τον μετά. Εγώ είχα και μικρά παιδιά τότε, αλλά ανέλαβα. Βοήθησαν και άλλοι από την παρέα των Εξαρχείων. Να ξέρετε τα νεύρα του έπαθαν βλάβη από τον πολύ καφέ που έπινε. Πολύ καφέ! Έβαζε δυο κουταλιές σε ένα ποτήρι, λίγο νερό και το κατέβαζε. Όταν τον έβαλα να ελαττώσει τον καφέ και να παίρνει το ηρεμιστικό ήταν που επανήλθε λίγο.
Μα και το όνομά σου δεν υπάρχει στις κασέτες ως υπεύθυνος;
Μόνο ως υπεύθυνος; Στις τρεις τελευταίες κασέτες εγώ του έχω κάνει όλη την ενορχήστρωση. Και για το ευχαριστώ όλων αυτών πάτησε τελικά πάνω στο πτώμα μου να το παίξει επαναστάτης ας πούμε. Πριν τον Μου.ΣΥν.Κα., όταν ήταν στα καλύτερά του, πήγε η Γώγου και βρήκε την Αλεξίου, που την ήξερε και που ήταν τότε παντρεμένη με τον Θεοφίλου που ήταν στη Μίνως-ΕΜΙ. Έτσι του έκαναν αυτό το δίσκο τότε και έβγαλε και κάποια λεφτά και άνοιξε και το μαγαζάκι. Περνούσα να τον δω τι κάνει και του έλεγα ό,τι θέλει από εμένα να το ζητήσει. Να του φτιάξω τα τραγούδια, για παράδειγμα. Δωρεάν φυσικά το έκανα και δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω λεφτά. Του έδινα θάρρος. Μέσα σε λίγο, λοιπόν, ο αθεόφοβος σχημάτισε αυλή πάλι και με έβλεπαν εμένα με μισό μάτι. Με τα πολλά έμαθα ότι τους έλεγε ότι πήγαινα να τον δηλητηριάσω! Παγιδευόταν στο μυαλό του, καταλαβαίνεις.
Και μουσικά πώς συνεργαστήκατε;
Ε, όταν μπήκε στο studio για τις τρεις τελευταίες κασέτες, με πήρε τηλέφωνο και μου λέει «έλα να βοηθήσεις». Πήγα εγώ και είδα ότι τα παιδιά δεν προχωρούσαν πολύ στις ενορχηστρώσεις. Ήξεραν να παίζουν απλά τα κομμάτια και μετά κολλούσαν. Εκεί τους έφτιαξα εγώ την ενορχήστρωση. Μάλιστα, μετά το θάνατό του πήραν αυτά τα τραγούδια οι άλλοι και πάτησαν στις δικές μου ενορχηστρώσεις, τα κυκλοφόρησαν και βγάλανε λεφτά. Ένας φίλος μου τους έκανε και πλάκα, ότι θα τους κάνω αγωγή κτλ. και φοβήθηκαν αυτοί.
Να πούμε για λίγο και για τη "Στιγμή".
Είναι το επόμενο βήμα της Λερναίας Ύδρας. Έχει και ένα τραγούδι που δεν είχε χωρέσει στον προηγούμενο δίσκο. Ε, πάλι μόνοι μας τον προωθούσαμε όπου μπορούσαμε. Όχι τίποτα άλλο, να βγουν τα έξοδα για την επόμενη παραγωγή. Αυτό με ένοιαζε πάντα, να μπορώ να χρηματοδοτήσω τον επόμενο δίσκο μου. Τραγουδάει και η γυναίκα μου και πολύ καλά μάλιστα, θα μπορούσε να έχει κάνει όνομα μόνη της. Γενικά είχα ήδη ξεπεράσει τότε τη λογική του να βγάλω δίσκο για να κάνω καριέρα ή κάτι τέτοιο.
Και από εκεί και πέρα τι γίνεται μουσικά;
Ασχολήθηκα και ψάχτηκα πάρα πολύ με τη μουσική χαλάρωσης. Έφτιαξα επτά κασέτες. Είχα και ένα ακριβό μηχάνημα και έτρεχα και ηχογραφούσα ήχους της φύσης, φρόντιζα να χρησιμοποιώ και συχνότητες από 7 έως 14 κύκλους που παράγουν κύματα άλφα, τα οποία ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα... Έχω κάνει πολύ καλή δουλειά για το χώρο αυτό.
Να πάμε λίγο και στα μη μουσικά. Είχε εγκριθεί και ήταν έτοιμος να παιχτεί στην τότε ΥΕΝΕΔ ο "Πόλεμος Των Ζωδίων", μία εκπομπή επιστημονικής φαντασίας. Τι έγινε;
Ακυρώθηκε λόγω Μαστοράκη αυτό. Έγραφα ήδη εγώ σε περιοδικά επιστημονικής φαντασίας με ψευδώνυμο. Μέσω ενός παραγωγού δίνω ένα κείμενό μου στην ΥΕΝΕΔ και εγκρίνεται. Μάλιστα, μου είχε δώσει ο ίδιος άνθρωπος και το σενάριο μίας υποψήφιας ταινίας του Μαστοράκη, η οποία πρόλαβε και παίχτηκε τελικά, για να δω πώς να μετατρέψω το κείμενο σε σενάριο. Έγιναν όμως τα σκηνικά με τη συνέντευξη για το Πολυτεχνείο, του την πέσαν όλοι του Μαστοράκη και κόπηκε όλη η παραγωγή τελικά.
Και έχουμε και ένα πρόσφατο μυθιστόρημα, τον "Ονειροταξιδευτή".
Ναι, το έχει η μοίρα μου, μου φαίνεται. Ενώ το βιβλίο πήγαινε καλά και ήμουν έτοιμος να ετοιμάσω και το δεύτερο μέρος, γιατί είχε την έννοια να γίνει τριλογία, ο εκδότης άλλαξε δουλειά και το γύρισε στα περιοδικά. Οπότε έμειναν ορφανά τα επόμενα. Αυτά έγιναν το 2006.
Υπήρξε όμως και κάποια συνεργασία με την Ελευθεροτυπία.
Ναι, στο περιοδικό "9", που ασχολείται με την επιστημονική φαντασία είχα δώσει μία νουβέλα μου. Γράφω συνέχεια. Τώρα θα εκδοθεί και μία συλλογή νουβελών μου.
Τελευταία ερώτηση. Θα ακούσαμε ξανά ζωντανά τον Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα;
Κάνουμε πρόβες, αλλά δε θέλω να ξαναπαίξω σε αυτά τα μαγαζιά που περιμένουν να φωνάξουμε εμείς τους φίλους μας και από εκεί να βγουν τα έξοδά τους, χωρίς αυτά να κάνουν τίποτα. Το έκανα μια-δυο φορές και μετά σταμάτησα. Προτιμώ να παίξω δωρεάν για κοινωφελείς σκοπούς. Υπάρχουν και άλλα μαγαζιά, βέβαια, όπως το Βινύλιο στο Ίλιον που θα ξαναπαίξουμε.
Μανώλης Γεωργακάκης, Κώστας Σακκαλής
Τον ευχαριστώ καταρχήν για τη διάθεσή του να απαντήσει σε κάθε μας περιέργεια, αλλά κυρίως για το ότι είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος, ο τελευταίος, ίσως, των πραγματικά ρομαντικών και ιδεολόγων ροκάδων που απαρνήθηκαν τα γρανάζια της μουσικής βιομηχανίας. Ένας άνθρωπος που μένοντας πιστός στις αρχές του κατάφερε να μεγαλουργήσει μουσικά, να αποτύχει εμπορικά, να κάνει ίσως λάθη αλλά και να δημιουργήσει ιστορία. Μία ιστορία που περιλαμβάνει μερικές από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής ροκ σκηνής. Ό,τι θα διαβάσετε είναι ο βασικός κορμός όσων ειπώθηκαν, δοσμένα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διατηρείται η ροή της αφήγησης, κάτι που στην πράξη διαρκώς διακοπτόταν με άπειρο ανεκδοτολογικό υλικό και αφορμές για παράπλευρες συζητήσεις. Κρατήστε επίσης στο νου σας, καθώς θα διαβάζετε ολόκληρο (ας μη σας αποτρέψει το μέγεθός του) το κείμενο, την εικόνα ενός άντρα που το πηγαίο χαμόγελό του γινόταν μεγαλύτερο τις στιγμές που με κάποια δόση πίκρας ή απογοήτευσης, αλλά ποτέ με κακία, μπορεί να αναφέρεται σε ανθρώπους που τον αδίκησαν.
Καθώς στο internet οι πληροφορίες που υπάρχουν για τη ζωή σου είναι περιορισμένες, ήθελα να ξεκινήσουμε χρονολογικά. Πάμε λοιπόν στο Σιδηρόκαστρο Σερρών. Ποιά είναι τα πρώτα ερεθίσματα που σε κάνουν να ασχοληθείς με τη μουσική; Πρέπει να είχε στοιχεία και από την παραδοσιακή ελληνική μουσική και κάποια ροκ;
Ναι, από το ροκ της εποχής. Μεγάλωσα σε μουσική οικογένεια. Ο πατέρας μου, χωρίς να είναι επαγγελματίας μουσικός, ήταν τραγουδιστής φοβερός. Ένας θείος μου έπαιζε ποντιακή λύρα. Γενικά είχε τη μουσική στην καθημερινότητά μου. Ένα άλλο σπουδαίο γεγονός ήταν ότι η περιοχή εκείνη είχε ελληνικά φύλα από όλες τις περιοχές και ακούγονταν όλα τα είδη της μουσικής και μάλιστα πολύ έντονα, γιατί το κάθε φύλο κρατούσε τις ρίζες του. Πολλά χρόνια μετά κατάλαβα τι αξία είχε για μένα η μουσική που άκουγα ακόμα και στα πανηγύρια ή τους γάμους. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε και τηλεόραση ή άλλα μέσα. Για να καταλάβεις, πήραμε ραδιόφωνο όταν ήμουν ήδη 10 χρονών.
Άρα η τριβή υπήρξε κυρίως με τη ζωντανά παιγμένη μουσική.
Ναι, και για αυτούς τους λόγους είχε και αξία.
Και το ροκ;
Το ροκ ήρθε μαζί με το ραδιόφωνο. Άρχισαν να κυκλοφορούν και οι δίσκοι από χέρι σε χέρι (Beatles, Rolling Stones κτλ). Εμείς προσπαθούσαμε να πάρουμε αυτό το άκουσμα το καινούργιο. Πάντως ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν του Enrico Macias - φοβερός κιθαρίστας. Ακούγοντας αυτόν έμαθα κιθάρα. Πιο πριν έπαιζα ακορντεόν και πνευστά, φλογέρες, φυσαρμόνικα κτλ. Κιθάρα δανείστηκα πρώτη φορά από ένα φιλικό σπίτι που την είχαν κρεμασμένη και πλακώθηκα να παίζω. Χορδές κατεστραμμένες, καταλαβαίνεις τώρα. Μάτωναν τα δάχτυλά μου, αλλά είχα τέτοια αγάπη που έπαιζα όλη μέρα. Ήταν και ένας μεγαλύτερός μου που είχε κάνει μαθήματα κιθάρας και έπαιζε κανονικά. Του έλεγα λοιπόν «δείξε μου κι εμένα», τίποτα αυτός, μη μάθει την τέχνη άλλος. Και δεν ήταν όπως στην Αθήνα που υπάρχουν τόσοι κιθαρίστες, από κάπου θα ακούσεις. Εγώ ό,τι έπιανα από το ραδιόφωνο. Ε, μέσα σε ένα χρόνο έπαιζα καλύτερα από τον άλλο και σε άλλον έναν χρόνο έπαιζα καλύτερα και από το δάσκαλό του! (γέλια)
Κάποια στιγμή λοιπόν έρχεται η ώρα της ενασχόλησης σε γκρουπάκια πλέον.
Ναι, μετά από κάποιο διάστημα που με έμαθαν τοπικά ως ο Ηρακλής ο κιθαρίστας, δημιουργήσαμε ένα συγκρότημα μαζί με έναν φίλο που έπαιζε τρομπέτα. Παίζαμε τότε ένα είδος εμπορικής jazz της εποχής. Αυτοί όμως το έκαναν αυτό και επαγγελματικά, παίζοντας σε εκδηλώσεις, και εγώ δε μπορούσα να τους ακολουθήσω. Τσακωνόμουν με τον πατέρα μου. Οπότε έφτιαξα μαζί με συμμαθητές μου άλλο συγκρότημα, τους Les Etoiles. Παίζαμε σε καμιά χοροεσπερίδα αυτά που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη. Κάτι ελληνικα, ιταλικά, γαλλικά. Διάφορα, δεν τα θυμάμαι τώρα. Εννοείται ότι παίζαμε με δανεικές κιθάρες, δεν είχαμε ούτε μηχανήματα ούτε τίποτα.
Μετά, στα φοιτητικά χρόνια, πας στη Θεσσαλονίκη.
Ναι, εκεί έπαιζα στους Saints. Καλό σχήμα και με δικά μας τραγούδια. Εκεί παίζω πλήκτρα και τραγουδάω. Δεν υπάρχει κάτι ηχογραφημένο, αλλά κάποια τραγούδια που είχα γράψει από εκείνα το έχω σκεφτεί να τα ηχογραφήσω, πιο πολύ για ιστορικούς λόγους.
Και στη συνέχεια έχουμε τους D.N.A.;
Ναι, εκεί μάζεψα κάποια άτομα για να παίζουμε όπου βρίσκουμε. Ξεκινήσαμε να παίζουμε στις Εσπερίδες, από εκεί που ξεκίνησαν όλοι. Με αυτό το σχήμα ηχογραφήσαμε και ένα 45άρι. Παίζαμε ελληνικό folk, με ακουστικά όργανα δηλαδή. Για να καταλάβετε, παίζαμε με φλάουτο, φλογέρα, φυσαρμόνικα, μπουζούκι, λύρα ποντιακή, τουμπερλέκια... Με πολύ ωραία και ψαγμένα φωνητικά. Είναι κρίμα, ήταν να βγει ένα LP. Είχα πάει τότε στην Polygram μία ταινία για να μας ακούσουν και μου είπαν επί τόπου ότι είναι καλό και να κάνουμε συμβόλαιο. Μου λένε λοιπόν θα κάνουμε πρώτα ένα μικρό δισκάκι και στη συνέχεια το μεγάλο. Παραγωγός ήταν ο Φασόλας τότε, μιλάμε περίπου για το 1971, που είχε τους Poll και τους Socrates, ήδη μεγάλα ονόματα. Αυτό που κατάλαβα λοιπόν ήταν ότι επειδή ήταν ένας παραγωγός και είχε ήδη και πολλά άλλα μικρότερα συγκροτήματα στα οποία έπρεπε να φροντίζει, εκτός από τις ηχογραφήσεις, και τη συνολική προώθησή τους, όταν έβλεπε κάποιο νέο συγκρότημα που φαινόταν ότι κάτι πάει να γίνει το δέσμευε με συμβόλαιο, έβγαζε ένα δισκάκι και το έβαζε μετά στο «ψυγείο». Αυτό πάθαμε κι εμείς. Η ενορχήστρωση και τα φωνητικά ήταν πάρα πολύ προσεγμένα, γενικά είχε πέσει τόση δουλειά που δύσκολα επαναλαμβάνεται.
Οι συνθέσεις υπήρχαν ήδη; Υλικό για το άλμπουμ δηλαδή.
Τα παίζαμε εκείνη την εποχή σε συναυλίες, αλλά μετά χαθήκαν, δε μου έκανε αίσθηση να τις ξαναχρησιμοποιήσω αλλού. Με τους Λερναία Ύδρα έπαιζα ηλεκτρικά, με μπάσο, δε υπήρχε χώρος για αυτά.
Κάποια μέλη από τους D.N.A. συμμετείχαν και στους Λερναία Ύδρα, σωστά; Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, συμμετείχε και η Λένα Πλάτωνος.
Ναι. Η Λένα Πλάτωνος συμμετείχε, όπως και η Σαβίνα Γιαννάτου που τραγουδάει στο δισκάκι. Η επαφή έγινε μέσω της αδερφής της, της Σοφίας, που ήταν, ας πούμε, το δεξί μου χέρι στους D.N.A. Ήταν πολύ φίλη μου, σαν αδερφή μου την είχα τότε. Εκτός αυτών, ήταν μέλος και ο Λάκης ο Παπαδόπουλος, «με τα ψηλά ρεβέρ» όπως έμεινε γνωστός αργότερα, ο Πέτρος ο Πρωτόπαπας, που έπαιζε πολύ καλό φλάουτο και ήταν και στους Λερναία Ύδρα μετά... Όταν διαλυθήκαμε, αφού δε βγήκε ο δίσκος, τα μέλη που με ακολούθησαν ήταν αυτός και ο περκασιονίστας Φώντας Χατζής - πολύ καλός drummer και πολύ καλό παιδί. Μπάσο έφερα από τη Θεσσαλονίκη τον Νίκο Παυλάκο και πήρα και τον Γίωργο Μαγκλάρα.
Ο Μαγκλάρας ήταν ήδη διάσημος; Γιατί μετέπειτα τον συναντάμε σχεδόν σε κάθε ελληνικό δίσκο που έχει βιολί.
Όχι. Μάλιστα έπαιζε πολύ λίγο βιολί τότε, πιο πολύ κιθαρίστας ήταν. Είχα έναν μάνατζερ εκεί στη γειτονιά, έναν αεράτο τύπο που αυτοπροτάθηκε να μας μανατζάρει, και μου λέει «θα σου βρω βιολί». Εγώ έπαιζα λίγο βιολί τότε, αλλά δεν προλάβαινα να παίζω όλα τα όργανα μόνος μου. Έτσι ήρθε και εξελίχθηκε ουσιαστικά μέσα από τη Λερναία Ύδρα. Τους είχα κάτω και τους έβαζα να ασκούνται συνέχεια όλους τους μουσικούς, αλλιώς δε έβγαιναν και αυτά που θέλαμε να παίξουμε. Μέναμε και μαζί όλο το group για να παίζουμε όλη μέρα.
Είμαστε ακόμα μέσα στην περίοδο της Χούντας όταν συνθέτεις το "Σε Άλλους Κόσμους" και ας ηχογραφήθηκε αρκετά αργότερα. Καταρχήν είχε και κάποιο πολιτικό νόημα ο τίτλος και το περιεχόμενο του δίσκου;
Φυσικά, ήταν το βίωμα τέτοιο και περνάει αυτά τα μηνύματα. Βέβαια, δεν τα αναφέρουμε άμεσα αυτά τα νοήματα, περνάνε από πολλές παραμέτρους. Αλλά ειδικά τώρα εκ των υστέρων που το βλέπω καταλαβαίνω πόσο επηρεασμένο είναι. Απλά δεν ήταν πολιτικό με την έννοια του χρωματισμού, το απέφευγα αυτό, δε μου άρεσε.
Υπήρξαν αντιδράσεις από τη Λογοκρισία;
Υπήρξε μία φορά το 1974 στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Χατζώκου, που μας απαγόρευσαν μία συναυλία. Εκείνη την εποχή για να μπορέσεις να παίξεις έπρεπε να δηλώσεις τα τραγούδια και να πας τους στίχους στο υπουργείο Προεδρίας, να τους ελέγξουν και να τους εγκρίνουν. Εμάς λοιπόν μας τα απαγόρευσαν σχεδόν όλα, αλλά προς τιμήν του ο διοργανωτής, ο Αντώνης ο Γκαγκαβούζης, τους κράτησε απ' έξω και όταν μας κάλεσε η ασφάλεια μου είπε «μην πας εσύ, θα πάω εγώ». Μετά από λίγο την κοπάνησα κι εγώ για Γερμανία.
Για ποιό λόγο;
Η πίεση αυτή που ένιωθα ήταν μεγάλη. Ήμουν φοιτητής, ήμουν και μέσα στο Πολυτεχνείο, φάγαμε πολύ ξύλο... Μάλιστα, δύο φορές παραλίγο να σκοτωθώ κιόλας. Φυλάγαμε το σταθμό με ένα φίλο μου και μόλις μας αντικαταστήσανε ήταν που μπήκε το τανκ. Καταφύγαμε σε σπίτια ακριβώς από πίσω. Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μία κυρία, μοδίστρα ήταν, που μας φιλοξένησε τους δυο μας, καταλήξαμε τελικά να είμαστε μέσα 6-7 άτομα μέχρι το πρωί που μπορέσαμε να φύγουμε.
Εξαιτίας της κατάστασης, λοιπόν, φεύγεις για Γερμανία. Ποιά είναι η επαφή σου εκεί; Το ρωτάω γιατί καταφέρνεις αμέσως να εμπλακείς και πάλι στη ντόπια ροκ σκηνή.
Είχα συγγενείς εκεί. Την πρώτη φορά που είχα πάει ήταν νωρίς, πριν κατέβω στην Αθήνα, μιλάμε για γύρω στο 1971. Είχε μόλις πεθάνει ο πατέρας, είχα απολυθεί και από το στρατό και μάζεψα λεφτά για να φύγω. Την πρώτη φορά, λοιπόν, δεν έκανα κάτι μουσικό, παρόλο που γνώρισα κόσμο. Τη δεύτερη φορά έμενε απέναντί μου ένας φίλος και του μάθαινα μπάσο. Σε κάποια φάση, λοιπόν, κατά το Μάιο ένας τοπικός διοργανωτής μου λέει ότι θα έρθει για συναυλία στην πόλη ο Champion Jack Dupree το Σεπτέμβριο. Ήθελε, λοιπόν, αυτός μία ώρα κάποιο support να ανοίξει τη συναυλία. Μου πρότεινε να παίξω όπως ήθελα, είτε μόνος μου με μία κιθάρα, είτε να φτιάξω συγκρότημα, ό,τι θέλω, και θα μου έδινε 600 μάρκα. Εντάξει, του λέω κι εγώ. Περνάει ο χρόνος και εγώ συνεχίζω να δουλεύω σε ένα βαφείο αυτοκινήτων που ήταν πολύ βαριά και κουραστική δουλειά. Δεν προλάβαινα να κάνω τίποτα, άντε να έβγαινα να πιω μια μπύρα σε ένα τοπικό μπαράκι. Άκουγα και αυτά που συνέβαιναν τότε εδώ με την Κύπρο κτλ., διογκώνονταν και στο εξωτερικό τα πράγματα, η ψυχολογία μου ήταν πολύ πεσμένη. Πολύ χάλια, είχα καταλήξει να είμαι ρομπότ. Πλησίαζαν οι μέρες, λοιπόν, είχαν βγει μέχρι και οι αφίσες και τότε αρχίσαμε να ψάχνουμε μαζί να βρούμε μουσικούς. Βρήκαμε λοιπόν πιανίστα, φλαουτίστρια, drummer, έναν δεκαοχτάχρονο βιολιστή που του έβαλα την παρτιτούρα και την κατέβαζε στο λεπτό - φοβερή μουσική παιδεία οι Γερμανοί, άκουγαν τα πάντα και όλες οι συναυλίες ήταν τίγκα. Μαζευόμαστε λοιπόν 6-7 άτομα και κάνουμε πρόβες 8 ημέρες επί 8 ώρες την ημέρα. Φοβερή αφοσίωση. Και καλά, εγώ γούσταρα να παίζω όλη μέρα, δεν είχα πρόβλημα. Βάλε με να παίζω μουσική και ήμουν ικανοποιημένος. Αλλά εδώ στην Ελλάδα δεν έβρισκα την ίδια ανταπόκριση ακόμα και από μουσικούς που ήταν στα πρώτα τους ποιοτικά σκαλοπάτια. Ο ένας καθυστερούσε, ο άλλος άναβε και ένα τσιγάρο, τους τραβούσα πάντα εγώ και είχα αποδεχθεί ότι έτσι είναι οι πρόβες, έτσι γίνονται πάντα τα πράγματα. Στη Γερμανία, παρότι όλοι εργαζόμενοι, κάναμε οκτώ ώρες την ημέρα πρόβα, από τις 4 μέχρι τις 12 το βράδυ και χωρίς σταματημό. Μάλιστα, καμιά φορά, παρασυρόμενος από την ελληνική πραγματικότητα, μπορεί να έβαζα τις φωνές σε κάποιον που δεν έπαιζε καλά και αυτός αμέσως κοκκίνιζε, ζήταγε συγγνώμη και προσπαθούσε περισσότερο. Και τα παιδιά ήταν φοβεροί μουσικοί. Μετάνιωνα μετά και σκεφτόμουν, «τι μαλάκας που είμαι!». Είχα μείνει στην Ελλάδα εγώ που ο καθένας το έπαιζε βαρύς με το που έπαιζε λίγο μουσική. Τέλος πάντων, μέσα σε 8 ημέρες βγάλαμε ένα υλικό που στηριζόταν στα δικά μου τραγούδια, που μετά θα έμπαιναν στους "Άλλους Κόσμους" καθώς και το "Αγναντεύεις" που το τραγούδησε μία Γερμανίδα στα ελληνικά!
Καταφέρατε να παίξετε καλά στη συναυλία;
Έγινε χαμός! Ήρθε ο Jack Dupree και μου λέει (όπως μου μετάφρασε ένας φίλος μου Έλληνας, που μου έκανε το διερμηνέα): «Εγώ φίλε φεύγω -δηλαδή η γενιά μου, η ηλικία μου- τώρα είσαι εσύ, εσύ έχεις σειρά». Μου ζήτησε να παίζω μαζί του, να ηχογραφήσω στο δίσκο του... Αλλά πού μυαλό εγώ. Μετά από αυτό έρχεται ο Paul, ο μάνατζερ, και μου λέει το γραφείο μου έμαθε την επιτυχία και θέλουμε να σε κλείσουμε για να ανοίξεις και σε άλλες δύο συναυλίες των Passport και των Ekseption. Μιλάμε για ονόματα Α' Εθνικής ας πούμε. Του λέω κι εγώ ότι οι μουσικοί είναι δανεικοί. Ήθελα, δε, κυρίως έναν καλό drummer. Drummer καλός μου λέει είναι μόνο ο Edgar, ο οποίος ήταν γνωστός στο χώρο με ήδη τρία άλμπουμ στο ενεργητικό του με πολυεθνικά group. Φοβόμασταν, λοιπόν, ότι δε θα δεχτεί να παίξει με εμάς και έπιασα να του μιλήσω εγώ, γιατί σύχναζε στο ίδιο μπαρ με εμένα. Η πλάκα είναι ότι στο συγκεκριμένο μπαρ πριν με βλέπανε υποτιμητικά, όπως κοιτάνε κάποιοι τους Αλβανούς εδώ. Μετά το live με μάθανε όλοι ως ο «κιθαρίστας». Αφού έρχονταν και μου ζήταγαν να τους μάθω κιθάρα. Και μιλάμε για κιθαρίστες που τους είχα δει να παίζουν και τρώγανε την ταστιέρα. Εγώ νόμιζα ότι με δουλεύουν και τους έλεγα «τι να σας δείξω ρε παιδιά, εσείς παίζετε καλύτερα από εμένα». Μου λέγαν, λοιπόν, ότι όλοι έχουν πάει σε σχολές και έχουν μάθει τις τεχνικές και παίζουν jazz κιθάρα, αυτά όμως που έπαιζα εγώ, με δωδεκάχροδη μάλιστα, ήταν διαφορετικά, είχαν το ελληνικό χρώμα μέσα. Ε, μέσα σε αυτό το κλίμα βρίσκω την ευκαιρία και μιλάω στον Edgar ότι στήνουμε συγκρότημα να κάνουμε πρόβες και όχι μόνο δέχεται να συμμετάσχει, αλλά μετά την πρώτη πρόβα μου λέει «μαζί σου σε ό,τι κάνεις». Η πλάκα είναι ότι στις πρόβες ήμασταν τόσο καλοί, που ο Paul έκοβε εισιτήριο στον κόσμο για να έρχεται να παρακολουθεί τις πρόβες!
Από όλες αυτές τις μουσικές περιπλανήσεις τι πήρες στη μουσική σου; Μιλάμε για την εποχή που το krautrock είναι στα φόρτε του. Σε επηρέασε;
Πέρα από τα ακούσματα, λόγω συναυλιών και γενικότερου κλίματος, αν σου πω ότι πιο πολύ αγάπησα εκείνη την περίοδο την ελληνική μουσική; Όταν ζεις έξω κάνεις μία επαναφορά στις βάσεις σου. Κάπως έτσι μάλιστα επέμεινα στο ελληνικό στοιχείο και τον ελληνικό στίχο, παρά τις απόψεις πολλών Ελλήνων συναδέλφων μου που έλεγαν ότι το ροκ πρέπει να έχει αγγλικό στίχο. Πάντα πίστευα ότι το ροκ είναι ένας τρόπος έκφρασης των νέων ανθρώπων που ξεπερνάει τα όρια της γλώσσας.
Γίνεται, λοιπόν, όλη αυτή η επιτυχία εκεί, αλλά τι συμβαίνει;
Συμφωνώ, λοιπόν, για τις δύο συναυλίες που λέμε, αλλά ήταν η μία μετά από δύο μήνες και η άλλη μετά από άλλον έναν. Έχω χρόνο, σκέφτηκα, και μάλιστα με τέτοιους μουσικούς δεν έχουμε ανάγκη. Παρόλο που φοβόμασταν πολύ, γιατί ειδικά οι Passport ήταν τότε πολύ πρωτοπόροι και από τα πρώτα ονόματα μαζί με Weather Report κτλ. Παρ' όλα αυτά, κατέβηκα στην Ελλάδα για άσχετο λόγο, για τη μεταπολίτευση και τις εκλογές, και με σκοπό να γυρίσω πίσω. Για να καταλάβετε, ο πατέρας μου ήταν ανεξάρτητος Δήμαρχος και πολιτευτής στο Σιδηρόκαστρο και είχε ρεύμα για να εκλεγεί πριν τη Χούντα. Κατά τη διάρκεια της επταετίας πέθανε και μου ζήτησαν να κατέβω στις εκλογές για να εκμεταλλευτώ το όνομα και να εκλεγώ εγώ. Εγώ όμως ούτε κομματικά, ούτε πολιτικά γούσταρα. Οπότε έβαλε υποψηφιότητα η αδερφή μου και έπρεπε να τη στηρίξω.
Θα βγήκε βέβαια.
Όχι, γιατί ήταν γυναίκα! Η μόνη υποψήφια στην Ελλάδα, αυτή και η Τσουδερού. Τέλος πάντων, κατεβαίνω στην Αθήνα και συναντάω τον Τάσο τον Φαληρέα, ο οποίος μας είχε ακούσει να παρουσιάζουμε το "Σε Άλλους Κόσμους" στην Πλάκα πριν φύγω για Γερμανία, τον είχε φέρει ο Αργύρης Ζήλος να μας ακούσει.
Παντού στο ελληνικό ροκ ανακατεμένος ο Φαληρέας. Λένε γενικά ότι ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους του χώρου, ή έστω τους λιγότερο κακούς.
Κοίτα, σαν έργο πρόσφερε, ήταν έξυπνος άνθρωπος. Το κλίμα όμως που υπάρχει στις εταιρίες δε μπορεί να το αλλάξει καμία μονάδα. Είναι σαν τρένο που τρέχει και δεν αλλάζει πορεία. Μου είχε πει, λοιπόν, ο Φαληρέας τότε να κάνουμε δίσκο. Είχε ξεκινήσει μία διαδικασία με τηλέφωνα, αναβολές κτλ., γιατί οι εταιρείες τότε ήταν σκέτη φρίκη, και είχα πει δεν ασχολούμαι και έφυγα για Γερμανία. Όταν όμως γύρισα με πετυχαίνει και μου λέει «πού χάθηκες κτλ». Του λέω κι εγώ: «Άσε αυτά που ξέρεις, «αφήστε μήνυμα» και «θα κλείσουμε ραντεβού» κτλ. Αν θες να κάνουμε το δίσκο υπογράφουμε συμβόλαιο αύριο». Εξάλλου, δεν είχα και χρόνο, ήθελα να επιστρέψω στη Γερμανία. Όντως έτσι έγινε και από εκεί και πέρα ξεκίνησε ο Γολγοθάς, γιατί οι ηχογραφήσεις κράτησαν ένα χρόνο. Τώρα για αυτό που λες για το Φαληρέα, να σας πω και ένα ανέκδοτο του χώρου. Από D.N.A. ακόμα που παίζαμε, σε κάποια φάση ήταν ο Σαββόπουλος και γέμιζε το Κύτταρο, και μου λένε τα παιδιά του συγκροτήματος ότι έμαθαν ότι ζητάει support. Να πάμε λέμε, θα μας πάρει οπωσδήποτε. Κάνουμε μία ταινία, του την πάω εγώ και την ακούει. Λέει, λοιπόν, «τι είναι αυτά;» κτλ. Σε στυλ ότι δεν αξίζει τίποτα. Εγώ απλώς να τον κοιτάω, γιατί μουσικά είχα εμπειρία για να το αντιλαμβάνομαι ότι αξίζει. Καταλάβαινα και ο άνθρωπος ως πού παίζει και ότι δεν παίζει κάτι παραπάνω. Να αναρωτιέμαι, λοιπόν, γιατί το κάνει αυτό; Του λέω κι εγώ εντάξει, τα μαζεύω και φεύγω. Το λέω στα παιδιά και να μην το πιστεύουν. Η Λένα (Πλάτωνος) να τραβάει τα μαλλιά της, να λέει «δεν το πιστεύω» και τέτοια. Ήταν σχεδόν ερωτευμένη μαζί του (όπως κι όλοι μας γενικά τον είχαμε σαν ίνδαλμα). Δεν τους είπα κιόλας ότι εγώ κατάλαβα περίεργα πράγματα. Την άλλη χρονιά παίζαμε το "Σε Άλλους Κόσμους" και μου λένε τα παιδιά πάλι τα ίδια. «Ζητάει ο Σαββόπουλος» και «σίγουρα θα μας πάρει» κτλ. Τους λέω εγώ να το αφήσουμε και ότι δε θα πετύχουμε τίποτα, αλλά με πίεζαν. Την ταινία λοιπόν που είχαμε δώσει στην εταιρία τη δίνουμε και σε αυτόν. Το ίδιο σκηνικό πάλι. «Τι είναι αυτά;» κτλ. Σε βαθμό να σε απογοητεύσει δηλαδή. Φεύγω. Πάλι απορημένοι οι άλλοι. Τι να τους πω; Ότι καταλαβαίνω τι είναι αυτός ο τύπος και ότι δε θέλει ανταγωνισμό; Η πλάκα ποιά είναι τώρα. Αφού κατάλαβα τι έμπορας είναι ο άνθρωπος (κι ας έχει βέβαια και ταλέντο), δεν είπα τίποτα στους άλλους. Όταν, λοιπόν, μετά από καιρό είναι να γίνει ο δίσκος, μου λέει ο Φαληρέας: «Για να πάρει έγκριση ο δίσκος μη νομίζεις ότι ήταν απλό. Καλέσαμε όλους τους συνθέτες και έγινε ακρόαση για να μας πούνε τη γνώμη τους. Όλοι είπαν ότι πρέπει να βγει οπωσδήποτε». «Ποιοί ήταν;», του λέω, «ήταν και ο Σαββόπουλος;». «Ναι και είπε ότι ήταν αριστούργημα!» μου λέει. (σ.σ. γέλια). Και κάτι ακόμα πάνω σε αυτό. Οι Κατσιμιχαίοι με το Ζιώγαλα κάναν, ως τρίο, κάτι διασκευές, ηπειρώτικα κτλ. Πάρα πολύ ωραία, τα είχα ακούσει. Μου λένε, λοιπόν, «έχουμε κανονίσει ένα ραντεβού με τον Σαββόπουλο να μας ακούσει».
Δεν τους προστάτεψες;
Δεν τους είπα τίποτα. Τώρα, μετά από χρόνια, τα λέω για πρώτη φορά αυτά τα πράγματα. Γυρνάνε λοιπόν και μόνο που δεν κλαίγανε. «Μας είπε ότι δεν αξίζει» κτλ. Τους λέω κι εγώ «ρε σεις, εγώ σας λέω ότι αξίζουν, δε με πιστεύετε;». Να σου πω κάτι; Τελικά όλοι τους το χρήμα πιστεύουν. Γιατί τους πήρε μετά ο Σαββόπουλος στους «Αχαρνείς» και ενώ δεν τους στήριξε σα σχήμα, τους χρησιμοποίησε μια χαρά να κάνει τη δουλειά του.
Μια που το πιάσαμε αυτό, αφού όλοι τους συμμετέχουν στο δίσκο και ειδικά με τους Κατσιμίχες, που με εσένα πρωτοεμφανίστηκαν και μετά έκαναν όνομα, ποιά σχέση υπήρξε;
Εξαφανίστηκαν, εξαφανίστηκαν όλοι. Ο Ζιώγαλας μόνο ήρθε στη συναυλία του Κυττάρου και τραγούδησε και ο Λάκης Παπαδόπουλος, που εμφανίστηκε και χαιρέτισε.
Από το πρώτο δίσκο μέχρι το δεύτερο και τον τρίτο βλέπουμε σταδιακά να απομακρύνεται το progressive στοιχείο και ουσιαστικά να μένει μία πιο μεστή τραγουδοποιία, που αν την προεκτείνουμε φτάνει στο σημερινό έντεχνο.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο θα το έβρισκες περισσότερο στους D.N.A. Αν βρεις το μικρό το δισκάκι που κυκλοφορήσαμε και όλη η άλλη δουλειά που δε βγήκε βέβαια, είναι ακριβώς όλος ο συνδυασμός των πραγμάτων που σήμερα λέμε έντεχνο. Εκεί μέσα έχει και το παραδοσιακό το στοιχείο και το ροκ. Τώρα, για την εξέλιξη του ήχου πρέπει να σκεφτείς ότι στο "Σε Άλλους Κόσμους" έπεσε πάρα πολλή δουλειά. Βρήκα κι εγώ ευκαιρία να κάνω αυτό που θέλω. Αυτά που ήθελα σκέψου ότι δε μπορούσαν και να παιχθούν και live όλα. Έχω αυτή τη στιγμή στο σπίτι μου δουλειές που δε μπορούν να παιχτούν όπως θέλω. Θέλει χρηματοδότηση για να γίνει κάτι τέτοιο και δεν υπήρξε στη συνέχεια. Από το "Παίζεις Με Τις Μηχανές" και μετά έκανα ένα σχήμα που ήταν πρακτικό για να μπορεί να κινείται. Με 5-6 άτομα το πολύ. Εκεί άρχισα να βάζω και το κοινωνικοπολιτικό μήνυμα που ήθελα να περάσω και εστίασα περισσότερο στο λόγο.
Για να παραμείνουμε λίγο παραπάνω στο "Σε Άλλους Κόσμους". Υπήρξε κάποιος από την τεράστια λίστα των συμμετεχόντων που να βοήθησε λίγο παραπάνω δημιουργικά και όχι απλώς να υπηρέτησε το όραμά σου;
Δημιουργικά μόνο ο Θεολόγος (σ.σ. Στρατηγός), θα έλεγα, που ήμασταν φίλοι. Καθόμασταν με τις κιθάρες και βγάζαμε τα κομμάτια. Θυμάμαι που ακούγαμε Yes και μου λέει «μόνο οι ξένοι παίζουν έτσι». «Ρε», του λέω, «να σου γράψω ένα τέτοιο σόλο να το παίξεις;». Και του το έγραψα και το έπαιξε το θηρίο. Να ξέρετε ο Θεολόγος κόμπλαρε. Στις ηχογραφήσεις έπαιζε τα μισά από όσα έπαιζε στις πρόβες. Και με τον Φιλιππίδη (σ.σ. μπάσο) που δε διάβαζε μουσική, του έδειχνα πώς να παίξει. Για να σας πώ και ένα ακόμα ανέκδοτο, όταν είναι να γίνει ο δίσκος και κλείνουμε το studio, μου λέει η εταιρία θα παίξουν αυτοί και αυτοί. «Ώπα», τους λέω, «εγώ θέλω τους δικούς μου». Κακώς δεν επέμεινα να παίξει ο Φώντας που ήταν ο κανονικός μου drummer και μου έδωσαν τον Μαρινάκη, που βέβαια ήταν ανώτερος τεχνικά. Εγώ ήμουν με το ένα πόδι στη Γερμανία και τον δέχτηκα με το ζόρι. Προς τιμήν του, ο Μαρινάκης ερχόταν στο σπίτι για να κάνουμε πρόβες πριν παίξει στις ηχογραφήσεις. Όπως επίσης και το μπάσο, που ήταν η αγάπη μου, σε σημείο να θεωρώ το δίσκο κονσέρτο για μπάσο, το είχα γράψει για να παίξει ο Φιλιππίδης, που όμως ήταν φαντάρος για κάποια περίοδο. Προς τιμήν του λοιπόν και ο Μεταλλίδης που τον αντικατέστησε μου λέει μόνος του να κάνουμε πρόβες πριν τις ηχογραφήσεις, ενώ και αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος. Ήταν και οι δύο πολύ καλοί μουσικοί.
Έχουμε κολλήσει λίγο στο "Σε Άλλους Κόσμους", αλλά αξίζει τον κόπο γιατί είναι ορόσημο. Δε μπορώ να θυμηθώ άλλο διπλό δίσκο ελληνικού ροκ πιο πριν. Και είναι και ντεμπούτο. Πώς έγινε και τι αντίδραση υπήρξε;
Ναι, είναι ο πρώτος, δεν υπάρχει προηγούμενος. Κοίτα, διπλός έγινε γιατί δε χωρούσαν όλα τα τραγούδια σε μονό. Δεν ήθελα να χαθεί τίποτα σε ποιότητα. Σκεφτείτε ότι ήδη ήταν ηχογραφημένο σε τετρακάναλο, αλλά ήταν πολύ καλός ο ηχολήπτης, ο Γιάννης Τριφύλλης, ο καλύτερος που υπήρχε.
Τον στήριξε δηλαδή η ΕΜΙ το δίσκο, έδωσε προσωπικό για να γίνει.
Παιδιά, τον θάβανε το δίσκο μόλις κυκλοφόρησε! Η φάση είναι η εξής. Ο πρώτος παραγωγός ήταν ο Τέρενς Κουίκ. Ο οποίος δεν ήξερε, σε άλλο χώρο κινούταν, αλλά ήταν γενικά θετικός ο άνθρωπος. Στη μέση έρχεται ο Κιουρκτσόγλου ο Γιάννης, ο κιθαρίστας των Πελόμα Μποκιού. Αυτός έκανε και δικά του τραγούδια τότε, πιο ελαφριά, και πιθανόν να ζήλευε επειδή δε μπορούσε να έχει την ελευθερία να κάνει και αυτός αυτά που ήθελε, γιατί ροκάς ήταν κατά βάση. Γενικά κατηγορούσε το δίσκο και έλεγε άσχημα πράγματα. Τα έμαθα εγώ και έψαχνα να τον βρω, αλλά τελικά με συμβούλεψαν και όλοι να μην ασχοληθώ, αφού έτσι είναι τα πράγματα στις εταιρίες και γι' αυτό σιχάθηκα κι εγώ και ούτε που ξαναπάτησα σε αυτές.
Ήταν να τραγουδήσει και ο Ξυλούρης ένα κομμάτι.
Ναι, είχε ενθουσιαστεί και ήθελε να τραγουδήσει σε όλο το δίσκο. Κι εγώ του έλεγα «άσε ρε Νίκο, που θα τραγουδήσεις ροκ». Αυτό το ένα, το παραδοσιακό θα τραγουδήσεις. Εν τω μεταξύ, το ίδιο τραγούδι ήθελε να πει και ο Πουλικάκος. Εγώ ήθελα ο Πουλικάκος να τραγουδήσει το "Θέλω Να Ταξιδεύω" που του πήγαινε πολύ και τελικά κανείς δεν τραγούδησε κανένα.
Με τον Πουλικάκο αλήθεια ποιές οι σχέσεις σας;
Φιλικές, συναδελφικές.
Κυκλοφορήσατε και οι δύο τους δίσκους σας την ίδια χρονιά. Γιατί θεωρείς ότι ενώ το "Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτρσος" χαιρετίζεται από όλους ως καθοριστικό (και είναι), το "Σε Άλλους Κόσμους" το ξέρει πιο λίγος κόσμος;
Πιθανότατα γιατί είναι πιο «έργο», δεν έχει τραγούδια που μπορείς να απομονώσεις.
Για τις επανεκδόσεις του άλμπουμ έχεις κάποιο σχόλιο;
Ε, κοίτα, την πρώτη την ασπρόμαυρη την έκανα εγώ. Για οικονομικούς λόγους κυρίως ο δίσκος βγήκε μονός, αλλά τον πρόσεξα πολύ, έκανα ψαγμένο μοντάζ των τραγουδιών. Αργότερα έκανε επανέκδοση σε μονό δίσκο και η εταιρεία, αλλά αυτοί πήγαν για να πουλήσουν, τον κουτσούρεψαν το δίσκο, έβαλαν και ταμπέλα ότι τραγουδάν οι Κατσιμιχαίοι και ο Ζιώγαλας που είχαν γίνει φίρμες! Στην τελευταία επανέκδοση του Ικάρου ήρθαν τα παιδιά και μου είπαν να τον βγάλουμε σε συνεργασία, νόμιμα, γιατί αν δεν τον βγάλουμε εμείς, έχει φτάσει τόσο ακριβός στο εξωτερικό ο δίσκος που υπάρχουν «πειρατές» στην Ασία που θα τον βγάλουν αυτοί. Θα ήθελα να βγάλω και σε επανέκδοση, με remix όμως σίγουρα, και το "Παίζεις Με Τις Μηχανές", γιατί δεν ακούγονται ούτε τα μισά από όσα συνέβαιναν στις ηχογραφήσεις. Όπως και στους "Άλλους Κόσμους" έχουν χαθεί πολλά πράγματα, κάνει σόλο το κόρνο και δεν ακούγεται τίποτα.
Αλήθεια, πώς αισθάνεται κανείς όταν βλέπει τον δίσκο του να πουλιέται σε εξωφρενικές τιμές και ο ίδιος δεν κερδίζει τίποτα από αυτό, παρά μόνο κάποιοι συλλέκτες-έμποροι;
Είναι σαν τους ζωγράφους που έβλεπαν ρακένδυτοι τα έργα τους να πωλούνται πανάκριβα στις γκαλερί και αυτοί δεν είχαν να φάνε. Έτσι γίνεται δυστυχώς.
Μια που το αναφέραμε ας μιλήσουμε τώρα και για το "Παίζεις Με Τις Μηχανές". Δεν ξέρω κατ' αρχήν αν με την κυκλοφορία του "Σε Άλλους Κόσμους" είχες κάποια επιτυχία.
Καθόλου, τίποτα. Θάφτηκε ο δίσκος και δεν ασχολήθηκε κανένας. Μάλιστα, κάποια στιγμή πήγα στην εταιρεία και τους είπα «δεν ξέρω τι κάνετε εσείς και γιατί θέλατε να κάνετε το δίσκο, μπορεί να το κάνατε για φορολογικούς σκοπούς. Για εμένα όμως ήταν δουλειά ζωής». Ε, μετά απογοητεύτηκα και ξεκίνησα δικιά μου προσπάθεια, τον Πολύαυλο. Είχα ήδη ανοίξει τη Σοφίτα, είχα δηλαδή κάποια οικονομική άνεση για να το κάνω, αλλά κυρίως ήταν για ιδεολογικούς λόγους. Είχα κάποιες προτάσεις από την WEA για να κοπούν 10.000 αντίτυπα, που σήμαινε ότι θα τον στήριζαν το δίσκο. Αλλά πλέον ιδεολογικά δεν ήθελα. Δεν ήθελα να λένε ότι ακόμα και ο Ηρακλής από αυτά τα γρανάζια πέρασε και να φανεί ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Δε βαριέσαι, λέω, ας πουλήσω 10 αντίτυπα, πρέπει να πουλήσω 10.000; Μάλιστα, ο Νίκος ο Σκούρτης, που ήταν αυτός που ήθελε να συνεργαστούμε, παρεξηγήθηκε, νόμιζε ότι ήταν προσωπικό το θέμα. Μάλιστα όταν έφτιαξε την FM Records και ήρθα σε επαφή μαζί του για κάποια δουλειά, μου κράταγε μούτρα!
Στη δεκαετία του '80 βλέπουμε και μεγάλη δραστηριότητα στην αυτοοργάνωση και ιδεολογική αφύπνιση των μουσικών. Έχουμε το Μου.Συν.Κα, την ΑΕΤΑ, δωρεάν συναυλίες, τη Σοφίτα...
Ανοίγουμε μεγάλο κεφάλαιο τώρα, χρειαζόμαστε κανά μήνα να μιλήσουμε για αυτά! Όταν είχα τη Σοφίτα ήμουν εντελώς αυτόνομος, είχα ό,τι μπορεί να θέλει ένας μουσικός. Είχα την εταιρεία μου, είχα το χώρο μου, τα δικά μου μηχανήματα, μέχρι και δικό μου φορτηγάκι είχα. Αλλά δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Κάθισα κάποια στιγμή και σκέφτηκα: Αυτό ήταν όλο; Επειδή εγώ κατάφερα και πέτυχα να είμαι ανεξάρτητος, τελείωσα; Ενώ ταυτόχρονα ξέρω καλά πώς κατασπαράζουν οι εταιρείες τους μουσικούς. Όταν, ακόμα και punk να είσαι, δουν προοπτική, παίρνουν τη δουλειά σου, σε κάνουν επιτυχία και σε εκμεταλλεύονται, ενώ ταυτόχρονα σου βάζουν και τρικλοποδιά για να μη μπορείς να εκφραστείς αν δεν τους συμφέρει ιδεολογικά. Αυτή είναι η δουλειά τους. Είχε γίνει ένας πυρήνας λοιπόν η Σοφίτα, όπου μαζευόντουσαν τα group και σκέφτηκα ότι είναι ευκαιρία να κάνουμε κάτι από κοινού. Το συζητούσα προς κάθε κατεύθυνση. Κάποια στιγμή μαζεύτηκε ένας αριθμός συγκροτημάτων.
Ποιός ήταν ο πρώτος πυρήνας; Ποιοί άλλοι ήταν ενεργοί μαζί σου;
Δε θυμάμαι συγκροτήματα. Αλλά στη δεύτερη φάση ήρθε ο Νίκος ο Γκίνης από τους Σύνδρομο. Φοβερός μουσικός, τον θαύμαζα, αλλά μέσα από τη ΜουΣυνΚα άλλαξα άποψη. Άκου πώς έγινε. Αρχικά μαζευόμασταν όλοι για να οργανώσουμε καμία συναυλία κτλ. Τελικά, ενώ ξεκινούσαμε να οργανώσουμε κάτι όλοι μαζί, κατέληγα να τρέχω μόνος μου για όλα. Τους μάζεψα λοιπόν και λέω «Ρε σεις, μόνο εγώ θα τρέχω; Εγώ δεν έχω ανάγκη, έχω δικό μου μαγαζί, έχω δικιά μου δισκογραφική. Για εσάς το κάνω. Άμα είναι να τρέχω εγώ για να το παίζετε εσείς μούρες...». Τέλος πάντων, δεν προλάβαμε να το οργανώσουμε. Αφού έκλεισε και η Σοφίτα, λοιπόν, έρχονται ο Τρύφωνας από τους Αγάπανθος και ο Γκίνης μαζί με το Λήτη και μου λένε «αφού είσαι δραστήριος και ενδιαφέρεσαι για το ροκ και τα συγκροτήματα, να, εμείς το οργανώσαμε ήδη το πράγμα. Δεν πειράζει που δεν το ξεκίνησες εσύ, το ίδιο είναι». Ούτε που το σκέφτηκα κι εγώ, επί τόπου τους λέω ότι είμαι μέσα. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να ξεκινήσει κάτι, να οργανωθούμε κάπως. Ήταν και ο Πάνος Ηλιόπουλος μαζί τους, που ήταν τότε στο Υφυπουργείο Νέας Γενιάς. Καθόμαστε να συζητήσουμε και μου λένε ότι θα δώσει το Υφυπουργείο ένα εκατομμύριο για το ξεκίνημα και αποφασίστηκε να γίνει μη κερδοσκοπική εταιρία με εμάς τους τέσσερις επικεφαλής. Τότε βρέθηκε και το όνομα Μου.Συν.Κα. Νοικιάσαμε και το Ροντέο για συναυλίες. Πριν ξεκινήσει οτιδήποτε, τους λέω εγώ, ακόμα κι αν δώσει το Υφυπουργείο λεφτά, ξεκαθαρίζω ότι δε θέλω καπέλωμα, ούτε από κόμματα, ούτε από καμία αρχή. Μπροστά θα είναι τα συγκροτήματα. Εξάλλου, και τα χρήματα σε σχέση με άλλες επιδοτήσεις που έδιναν τότε σε κάτι θέατρα των τριών θεατών δεν ήταν και τίποτα. Όχι να πάρει το ροκ ένα εκατομμύριο και να μας πηδήξουν κιόλας. Προχώρησε τελικά αρκετά, κάναμε και συναυλίες. Εγώ ήμουν υπεύθυνος του προγράμματος, γιατί λόγω της Σοφίτας είχα τις επαφές με τα συγκροτήματα. Αργότερα κατάλαβα ότι γι' αυτό με ήθελαν, γιατί σου λέει ο Ηρακλής έχει γνωριμίες, έχει πρόσωπο προς τα έξω, θα μαζέψει κόσμο.
Και πού στράβωσε το θέμα;
Μετά από λίγο άρχισαν να βάζουν κάτω από τις αφίσες «υπό την αιγίδα του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς». Να τους λέω εγώ «Τι τα βάζετε αυτά; Αλλιώς δεν τα συμφωνήσαμε;». Μας κάνουν την αφίσα δωρεάν, μου λέγανε και τέτοια. Τρέχω εγώ, βρίσκω κάποιον φίλο μου να κάνει την αφίσα με πολύ λίγα λεφτά, πάλι τη βάζουν τη λεζάντα. Κάτι δεν πάει καλά με τον Γκίνη και τον Τρύφωνα, σκέφτομαι. Πιάνω και τον Λήτη, «εσύ δεν έχεις σχέση με αυτά» του λέω, «δε βλέπεις τι γίνεται, δεν τα είχαμε πει;». «Ναι, ναι» μου έλεγε, αλλά κάθε φορά που πηγαίναμε να μιλήσουμε, τον έπαιρναν, τελικά, μαζί τους. Στην πορεία, μάλιστα, οι δυο τους ήθελαν να διώξουν τον Λήτη και να βάλουν κάποιον δικό τους, γιατί πράγματι δεν προσέφερε πολύ, δεν ήταν οργανωτικό άτομο. Εγώ τον υπερασπιζόμουν και τους έλεγα να βρούμε τι μπορεί να κάνει καλά και να του το δώσουμε. Μαζί το ξεκινήσαμε, επένδυσε κάποιες δυνάμεις, δε μπορεί να τον πετάξεις μετά. Πράγματι, έμεινε ο Λήτης και ανέλαβε κάποια καθήκοντα που τα έκανε μια χαρά. Ε, μετά είδα πάλι τα ίδια, κάποιες πονηριές κτλ, πιάνω πάλι το Λήτη: «Εγώ θα φύγω αν συνεχιστεί η κατάσταση, αλλά δε θέλω να φτάσω μέχρι εκεί και να τους χαρίσω κάτι που ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Έλα μαζί μου να επιβάλλουμε τις απόψεις μας». Του είπα και ότι ήθελαν να τον διώξουν και θύμωσε. Μαζευόμαστε λοιπόν, στο σπίτι του Λήτη μάλιστα, και πάλι πάει μαζί τους. Άει γαμηθείτε λέω κι εγώ, κάνω μία δήλωση στις εφημερίδες ότι δεν έχω πλέον σχέση με τον ΜουΣυνΚα και αποχωρώ.
Έτσι γεννήθηκε η ΑΕΤΑ;
Μετά από αυτά, μαζεύω όλα τα group, γιατί εμένα ήξεραν και με εμπιστεύονταν, τους εξηγώ την κατάσταση και τους προτείνω όπως είμαστε μαζεμένοι να κάνουμε μία άλλη απολύτως ανεξάρτητη κίνηση. Έτσι δημιουργήθηκε και από εκεί ξεκινάει μία άλλη ιστορία.
Στην ΑΕΤΑ μπαίνει και ο Άσιμος.
Ο Άσιμος έπαιζε ήδη και στον ΜουΣυνΚα. Μάλιστα, θυμάμαι που μου έλεγε να τον βάζω στο πρόγραμμα να παίζει Σάββατα για να μαζεύει κόσμο. Τον έβαζα εγώ και μάλιστα οι άλλοι δεν τον θέλανε γιατί τους έβριζε όλους.
Να πούμε και την ιστορία της ΑΕΤΑ;
Ε, ξεκινήσαμε με ενθουσιασμό και κάθομαι και γράφω σε ένα μεγάλο χαρτόνι το πλάνο της ΑΕΤΑ και φτιάχνω ομάδες εργασίας που εκ περιτροπής θα αναλαμβάνει η καθεμία να οργανώσει κάτι. Το δε «προεδρείο» της ΑΕΤΑ αποτελούνταν από εκφραστές της κάθε ομάδας. Το σκέφτηκα απλά, όλοι να προσφέρουμε ίσα και να έχουμε ίσες απολαβές. Πίστευα, ίσως αισιόδοξα, ότι όλοι οι άνθρωποι όταν βρεθούν στο κατάλληλο περιβάλλον θα φερθούν ανάλογα. Και λειτούργησε αυτό αρχικά. Οι συγκυρίες τη διέλυσαν.
Τι οδήγησε δηλαδή στο τέλος της ΑΕΤΑ;
Κοίταξε να δεις, ήθελε πυρήνα αυτό για να στηριχθεί. Ιδεολογικό πυρήνα εννοώ, που να με στηρίζει στον τρόπο που είχα σκεφτεί την οργάνωση. Ερχόταν ο Άσιμος, ας πούμε, με συνοδεία δέκα ατόμων, την «αυλή» του (ηθοποιοί και δικηγόροι μέσα σε αυτούς, με δέκα διπλώματα ο καθένας), και δε μιλούσε κανένας από τους υπόλοιπους. Έμπαινε με την παρέα του και κυριαρχούσε.
Τελικά ο Άσιμος ήταν αυθεντικός σε αυτό που έκανε ή έπαιζε ένα ρόλο;
Κοίταξε, να σου εξηγήσω, επειδή τον γνώρισα καλά. Ο Άσιμος το '81 είχε τα πρώτα προβλήματα (σ.σ. ψυχασθένειας εννοεί). Έκανε διάφορα, είχε ξεφύγει, μέχρι και οι αναρχικοί τον έδερναν. Εγώ τον συμπαθούσα πάντα πάρα πολύ. Είχε πρόβλημα ο άνθρωπος. Ο εχθρός του ήταν ο εγωισμός του βασικά, αυτό τον σκότωσε. Παγιδεύτηκε και δε μπόρεσε να ξεφύγει. Είχε πάρει τότε και μία μαγκούρα και τους έδερνε όλους, εχθρούς και φίλους. Μόνο εμένα δεν έδερνε, θεωρούσε ότι αυτός ήταν ο Δον Χουάν και εγώ ο Δον Χενάρο! (σ.σ. γέλια). Τον είχαν συλλάβει μάλιστα και τρέχαμε να τον βγάλουμε, βοήθησε και ο Σαββόπουλος μία φορά, ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος μία άλλη. Μια φορά με παίρνει η Κατερίνα Γώγου...
Είχατε σχέσεις με τη Γώγου;
Ναι, μου είχε δώσει και στίχους της λίγο πριν πεθάνει, τους είχα μελοποιήσει και τους της είχα δώσει πίσω.Τέλος πάντων, με παίρνει και μου λέει «τον πάνε για Δαφνί». Είχαμε και τον Οικονομόπουλο τον ψυχίατρο μαζί και μας λέει ότι πρέπει να τον αναλάβει κάποιος να παίρνει ηρεμιστικά (όχι ψυχοφάρμακα) και να δηλώσει ότι θα φροντίζει να παίρνει ένα την ημέρα, αλλιώς θα τον κλείσουν μέσα και ξεχάστε τον μετά. Εγώ είχα και μικρά παιδιά τότε, αλλά ανέλαβα. Βοήθησαν και άλλοι από την παρέα των Εξαρχείων. Να ξέρετε τα νεύρα του έπαθαν βλάβη από τον πολύ καφέ που έπινε. Πολύ καφέ! Έβαζε δυο κουταλιές σε ένα ποτήρι, λίγο νερό και το κατέβαζε. Όταν τον έβαλα να ελαττώσει τον καφέ και να παίρνει το ηρεμιστικό ήταν που επανήλθε λίγο.
Μα και το όνομά σου δεν υπάρχει στις κασέτες ως υπεύθυνος;
Μόνο ως υπεύθυνος; Στις τρεις τελευταίες κασέτες εγώ του έχω κάνει όλη την ενορχήστρωση. Και για το ευχαριστώ όλων αυτών πάτησε τελικά πάνω στο πτώμα μου να το παίξει επαναστάτης ας πούμε. Πριν τον Μου.ΣΥν.Κα., όταν ήταν στα καλύτερά του, πήγε η Γώγου και βρήκε την Αλεξίου, που την ήξερε και που ήταν τότε παντρεμένη με τον Θεοφίλου που ήταν στη Μίνως-ΕΜΙ. Έτσι του έκαναν αυτό το δίσκο τότε και έβγαλε και κάποια λεφτά και άνοιξε και το μαγαζάκι. Περνούσα να τον δω τι κάνει και του έλεγα ό,τι θέλει από εμένα να το ζητήσει. Να του φτιάξω τα τραγούδια, για παράδειγμα. Δωρεάν φυσικά το έκανα και δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω λεφτά. Του έδινα θάρρος. Μέσα σε λίγο, λοιπόν, ο αθεόφοβος σχημάτισε αυλή πάλι και με έβλεπαν εμένα με μισό μάτι. Με τα πολλά έμαθα ότι τους έλεγε ότι πήγαινα να τον δηλητηριάσω! Παγιδευόταν στο μυαλό του, καταλαβαίνεις.
Και μουσικά πώς συνεργαστήκατε;
Ε, όταν μπήκε στο studio για τις τρεις τελευταίες κασέτες, με πήρε τηλέφωνο και μου λέει «έλα να βοηθήσεις». Πήγα εγώ και είδα ότι τα παιδιά δεν προχωρούσαν πολύ στις ενορχηστρώσεις. Ήξεραν να παίζουν απλά τα κομμάτια και μετά κολλούσαν. Εκεί τους έφτιαξα εγώ την ενορχήστρωση. Μάλιστα, μετά το θάνατό του πήραν αυτά τα τραγούδια οι άλλοι και πάτησαν στις δικές μου ενορχηστρώσεις, τα κυκλοφόρησαν και βγάλανε λεφτά. Ένας φίλος μου τους έκανε και πλάκα, ότι θα τους κάνω αγωγή κτλ. και φοβήθηκαν αυτοί.
Να πούμε για λίγο και για τη "Στιγμή".
Είναι το επόμενο βήμα της Λερναίας Ύδρας. Έχει και ένα τραγούδι που δεν είχε χωρέσει στον προηγούμενο δίσκο. Ε, πάλι μόνοι μας τον προωθούσαμε όπου μπορούσαμε. Όχι τίποτα άλλο, να βγουν τα έξοδα για την επόμενη παραγωγή. Αυτό με ένοιαζε πάντα, να μπορώ να χρηματοδοτήσω τον επόμενο δίσκο μου. Τραγουδάει και η γυναίκα μου και πολύ καλά μάλιστα, θα μπορούσε να έχει κάνει όνομα μόνη της. Γενικά είχα ήδη ξεπεράσει τότε τη λογική του να βγάλω δίσκο για να κάνω καριέρα ή κάτι τέτοιο.
Και από εκεί και πέρα τι γίνεται μουσικά;
Ασχολήθηκα και ψάχτηκα πάρα πολύ με τη μουσική χαλάρωσης. Έφτιαξα επτά κασέτες. Είχα και ένα ακριβό μηχάνημα και έτρεχα και ηχογραφούσα ήχους της φύσης, φρόντιζα να χρησιμοποιώ και συχνότητες από 7 έως 14 κύκλους που παράγουν κύματα άλφα, τα οποία ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα... Έχω κάνει πολύ καλή δουλειά για το χώρο αυτό.
Να πάμε λίγο και στα μη μουσικά. Είχε εγκριθεί και ήταν έτοιμος να παιχτεί στην τότε ΥΕΝΕΔ ο "Πόλεμος Των Ζωδίων", μία εκπομπή επιστημονικής φαντασίας. Τι έγινε;
Ακυρώθηκε λόγω Μαστοράκη αυτό. Έγραφα ήδη εγώ σε περιοδικά επιστημονικής φαντασίας με ψευδώνυμο. Μέσω ενός παραγωγού δίνω ένα κείμενό μου στην ΥΕΝΕΔ και εγκρίνεται. Μάλιστα, μου είχε δώσει ο ίδιος άνθρωπος και το σενάριο μίας υποψήφιας ταινίας του Μαστοράκη, η οποία πρόλαβε και παίχτηκε τελικά, για να δω πώς να μετατρέψω το κείμενο σε σενάριο. Έγιναν όμως τα σκηνικά με τη συνέντευξη για το Πολυτεχνείο, του την πέσαν όλοι του Μαστοράκη και κόπηκε όλη η παραγωγή τελικά.
Και έχουμε και ένα πρόσφατο μυθιστόρημα, τον "Ονειροταξιδευτή".
Ναι, το έχει η μοίρα μου, μου φαίνεται. Ενώ το βιβλίο πήγαινε καλά και ήμουν έτοιμος να ετοιμάσω και το δεύτερο μέρος, γιατί είχε την έννοια να γίνει τριλογία, ο εκδότης άλλαξε δουλειά και το γύρισε στα περιοδικά. Οπότε έμειναν ορφανά τα επόμενα. Αυτά έγιναν το 2006.
Υπήρξε όμως και κάποια συνεργασία με την Ελευθεροτυπία.
Ναι, στο περιοδικό "9", που ασχολείται με την επιστημονική φαντασία είχα δώσει μία νουβέλα μου. Γράφω συνέχεια. Τώρα θα εκδοθεί και μία συλλογή νουβελών μου.
Τελευταία ερώτηση. Θα ακούσαμε ξανά ζωντανά τον Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα;
Κάνουμε πρόβες, αλλά δε θέλω να ξαναπαίξω σε αυτά τα μαγαζιά που περιμένουν να φωνάξουμε εμείς τους φίλους μας και από εκεί να βγουν τα έξοδά τους, χωρίς αυτά να κάνουν τίποτα. Το έκανα μια-δυο φορές και μετά σταμάτησα. Προτιμώ να παίξω δωρεάν για κοινωφελείς σκοπούς. Υπάρχουν και άλλα μαγαζιά, βέβαια, όπως το Βινύλιο στο Ίλιον που θα ξαναπαίξουμε.
Μανώλης Γεωργακάκης, Κώστας Σακκαλής
Δευτέρα 6 Μαΐου 2013
Γιάννης Σπάθας - Συνέντευξη (Roller Coaster) 1992

Γιάννης Σπάθας - Συνέντευξη (Roller Coaster)
1992
Συνέντευξη του Γιάννη Σπάθα στο fanzine Roller Coaster απο
τον Παναγιώτη Μπάρλα.
Fanzine: Roller Coaster
Τεύχος: 1
Έτος: Άνοιξη 1992
Ξεκινήσαμε με τον Αντώνη (Τουρκογιώργη) αρχικά σαν Persons. Ημασταν 5 άτομα: Ηλίας Ασβεστόπουλος, Ηλίας Μπουκουβάλας, Αντώνης Τούρκογιώργης, Αντώνης Πιτσολάντης και εγώ. Οταν ο Ασβεστόπουλος και ο Πιτσολάντης πήγαν φαντάροι, μείναμε τρεις, το 1967 και είπα στα παιδιά να μην πάρουμε άλλους μουσικούς και να συνεχίσουμε σαv τρίο. Είχα ήδη αρχίσει να βγάζω τραγούδια του Jimi Hendrix και τα κάναμε πρόβα με τον Αντώνη και τον Μπουκουβάλα κάθε μέρα και το αποτέλεσμα μας άρεσε. Ετσι συνεχίσαμε οι τρεις μας. Το 1969 παίζαμε οι τρεις μας τ' απογεύματα σε κάποια μαγαζιά, όπως ο "Φλοίσβος" και ερχόταν μαζί μας και ένας κιθαρίστας από τα Μπουρμπούλια, ο Johnny Labichi, ένας Ουγγαρο-Ιταλο-Ελληνας... Αυτός έπαιζε Jazz. Το '69 ήρθε στο γκρουπ ο Labichi, ο οποίος ήταν φοβερός κιθαρίστας. Το κοινό στοιχείο σε μένα και τον Labichi ήταν ότι παίζαμε και οι δύο μπλουζ. Αυτός βέβαια επαίζε Jazz, ενώ εγώ μελετούσα το Rock τότε. Ηρθε λοιπόν στο γκρουπ και παίξαμε τον Χειμώνα '70-'71 στο "Κύτταρο", οι Socrates και ο Εξαδάκτυλος που είχε δημιουργηθεί τότε. Θα έλεγα ότι εμείς παίζαμε εκείνη την εποχή Jazz - Rock, με φοβερά μέρη, χιλιάδες ακκόρντα κ.λπ. Αυτό βέβαια είχε σαν αποτέλεσμα να πιεζόμαστε κάπως εγώ, ο Αντώνης και ο Ηλίας, γιατί ενώ αρχικά παίζαμε Hendrix τα τραγούδια αυτά ήταν πολύ λίγα τώρα. Είχε δημιουργηθεί μια ένταση και μια δυναμική μέσα μας, η οποία δεσμευόταν απ' την παρουσία του Labichi. Ετσι, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο το συγκρότημα και είπαμε στο Johnny να φύγει. Φυσικά παραμείναμε πολύ καλοί φίλοι. Ο Johnny έφυγε στην Ιταλία, όπου έπαιξε με τους Aria, ένα φημισμένο Jazz σχήμα. Μόλις έφυγε Johnny, αρχίσαμε - ελεύθεροι πλέον - να παίζουμε τα "Hendrix" και γινόταν ο χαμός στο Κύτταρο. Εμείς με Hendrix, ο Πουλικάκος με Stones... Ηταν μια πολύ όμορφη περίοδος εκείνη. Συνεχίσαμε με τον Αντώνη. Κάναμε κάθε μέρα πρόβες και φτιάχναμε καινούριο τραγούδια. Εγώ τότε είχα δει ένα ντοκυμαντέρ στο σινεμά για τους Σαρακατσάνηδες, όπου άκουσα ένα σκοπό από κλαρίνο. Το βράδυ εκείνο έπαθα... μεγάλη "ζημιά". Πήγα σπίτι μου και όλο το βράδυ μελετούσα πώς θα μπορούσα να βγάλω αυτή την ατμόσφαιρα: ΣΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΣ... Την άλλη μέρα είπα στον Αντώνη να παίξουμε ένα τέτοιο κομμάτι. Μου είπε πως έμοιαζε με δημοτικό και του απάντησα πως δεν μ' ένοιαζε. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν Η ΑΙΣΘΗΣΗ. Αργότερα όταν παίξαμε αυτό το κομμάτι έγινε χαμός. Αυτό το κομμάτι το είχαμε σε μια παραλλαγή στον πρώτο δίσκο και στην συνέχεια το ξαναπαίξαμε στους δίσκους μας άλλες δύο φορές. Προσπαθούσαμε να το βελτιώνουμε συνεχώς. ... Εφυγε ο Μπουκουβάλας και στη θέση του ήρθε ο Τρανταλίδης, που είχε έρθει μαζί με τον Labichi. Σε κάποιο σημείο έγινε μια αλλαγή με τον Μπουκουβάλα και γράψαμε μαζί του τον πρώτο και τον δεύτερο δίσκο και μετά στο The Wings" πήραμε τον Δουκάκη, τον κιθαρίστα από τον Εξαδάκτυλο και τον Τρανταλίδη. Με αυτή τη σύνθεση γράψαμε το The Wings" και πήγαμε και στο Παρίσι, όπου γνωρίσαμε τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και κάναμε μαζί του μερικές συναυλίες και παίξαμε ζωντανά και στο ραδιόφωνο. Στη συνέχεια ήρθε η ηχογράφηση του "Phos", το οποίο έγινε χωρίς τον Δουκάκη αλλά με τον Τρανταλίδη, ο οποίος έφυγε μετά και τη θέση του πήρε ο Αντύπας. Με τον Αντύπα κάναμε το "Waiting For Something", το "Plaza" και το "Breaking Through". To "Breaking Through" μ' αρέσει. Είναι ένας καλός ροκ δίσκος, όμως δεν έγινε αρκετά γνωστός. Είχε και λίγο κακή ηχοληψία, αλλά είχε πολύ ωραία Rock κομμάτια.
- Το όνομα Socrates πώς βγήκε;
Το είχα δει από ένα συμμαθητή μου, που είχε γράψει στο τετράδιο του Socrates Drunk The Conium. To είπα στον Αντώνη και αφού μας άρεσε αποφασίσαμε να ονομάσουμε έτσι το γκρουπ. Βέβαια με τον καιρό έγινε πιο σύντομο: Socrates.
- Κάποτε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου είχε πει ότι είσαι πολύ καλύτερος από τον Clapton. Εχουν γίνει επανειλημμένα τέτοια σχόλια για σένα. Πώς δέχεσαι το γεγονός ότι από πολλούς θεωρείσαι θρύλος σαν κιθαρίστας;
Σήμερα τα νέα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να δουν πώς παίζουν οι μεγάλοι κιθαρίστες. Με τις συναυλίες, με τα χιλιάδες βιβλία που κυκλοφορούν για μελέτη. Τότε στην Ελλάδα δεν έπαιζε κανείς. Κιθαρίστες που έπαιζαν Rock, όπως εγώ, ο Δουκάκης, ο Δήμης Παπαχρήσου, τα βγάλαμε μόνοι μας. Δεν έβλεπε ο ένας τον άλλο, δεν υπήρχαν δυνατότητες. Ούτε συναυλίες γίνονταν τότε. Ημασταν οι πρώτοι που παίξαμε Blues και Rock. Πέρα απ' αυτά, είχα προσπαθήσει και είχα μάθει και μερικά άλλα πράγματα που με ενδιέφεραν, όπως τα δημοτικά. Πέρασαν μέσα στις νότες μου και ορισμένες τέτοιες νότες, ελληνικές. Εχω την εντύπωση ότι, αν έχει μείνει το όνομα μου, είναι επειδή πραγματικά μ' ενδιέφερε να έρθω σε επαφή και να "τραγουδήσω" με την κιθάρα μου. Μόνο αυτό. Ούτε οι "δεξιοτεχνίες", ούτε τίποτα άλλο. Μόνο εκεί πιστεύω ότι οφείλεται το ότι έχω κάποιο όνομα. Αλλωστε και σήμερα και τότε υπάρχουν και υπήρχαν πολλοί καλοί κιθαρίστες. Απλώς εγώ είχα και έχω το ίδιο σκεπτικό: θέλω ό,τι κάνω να έχει τη δυνατότητα να μιλήσει στον άλλο. Αυτό είναι όλο μου το ψάξιμο και όλη μου η αγωνία. Δεν μ' ενδιαφέρει να εντυπωσιάσω τους άλλους. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα που θυμάμαι από τότε που παίζαμε στο Κύτταρο: Τότε ο καθένας έπαιζε ένα σόλο. Αυτή η σχέση που βασίζεται στη λογική "Παίζω σόλο. Θαυμάστε με", ίσως να είναι καλή, αφού βλέπεις κάποιον που παίζει φοβερά πράγματα, όμως κάποια στιγμή άρχισε να μ' ενοχλεί αφάνταστα. Ενοιωθα σαν να χρησιμοποιούσα πονηρούς τρόπους για να κλέψω το χειροκρότημα. Οταν παίζεις ένα σόλο, λες: Τώρα θα παίξω τη γρήγορη τη φάση και θα τους πάρω τα κεφάλια και θα σηκωθούν να χειροκροτήσουν". Αυτό γινόταν κάθε βράδυ. Συνέχεια. Δεν γινόταν επειδή το είχε ανάγκη η μουσική. Αν το κάνεις γιατί το έχει ανάγκη η μουσική εκείνη την ώρα, είναι εντάξει. Τραβάς ένα ξέσπασμα και είναι γιατί το είχε ανάγκη η μουσική. Εκείνη η ρουτίνα στηριζόταν στη λογική ότι "αν χειροκροτούσαν, θα έρχονταν να σε ξαναδούν". Δηλαδή η κατάσταση έμοιαζε λίγο με τσίρκο... Για να τελειώσω: Αν έχει μείνει το όνομα μου, φαντάζομαι ότι έχει μείνει περισσότερο επειδή συγκίνησα τα παιδιά που με άκουσαν και όχι επειδή τα εντυπωσίασα. Επίσης είχα κάνει ένα στυλ το οποίο ξεχώριζε από τα άλλα παιξίματα. Ετσι φαντάζομαι...
- Είναι γεγονός ότι έχεις τελείως ξεχωριστό και προσωπικό στυλ. Δεν έχει κάποιος άλλος αυτό το στυλ στο παίξιμο του, εκτός από τα παιδιά που μελετούν βιβλία και κασσέτες που έχουν και δικά σου πράγματα και επηρεάζονται από εσένα...
Αυτό είναι καλό. Κι εγώ έτσι επηρεαζόμουν. Και δεν μελετούσα μόνο κιθάρα. Μελετούσα και κλαρίνο, και τον Χαλκιά, και τον Ravi Shankar, και τον John Coltraine και άλλους τραγουδιστές, και το βιολί απ' τον Κόρρο. Χίλια δύο φράγματα, απ' τα οποία ήθελα να προσθέτω μια λεπτομέρεια στο παίξιμο μου. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει και ξαφνικά φτάνεις σ' ένα σημείο και λες: Τι γίνεται εδώ;" Θυμάμαι χαρακτηριστικά στο Λονδίνο, όταν ήμασταν κάπου μαζεμένοι και παίζαμε μεταξύ μας, όσο έπαιζα blues δεν έτρεχε τίποτα, ενώ όταν το γύριζα σε ελληνικούς και ανατολίτικους σκοπούς τρελλαινόντουσαν. Κοιτούσαν με απορία και έκπληξη. Τους ερχόταν παράξενο. Ηταν κάτι καινούριο στ' αυτιά τους.
- Απ' όσα είπαμε μου έδωσες την εντύπωση ότι δεν θέλεις να χαρακτηρίζεσαι σαν είδωλο και σαν "κιθαρίστας - ήρωας", πράγματα που έχουν καταντήσει παραδοσιακά για το Rock.
Δεν είναι ότι δεν θέλω. Με ευχαριστεί κάποια στιγμή να αναγνωρίζεται η δουλειά μου. Απλώς δεν θέλω να ζητάει ο κόσμος το εξής: "Εφόσον είσαι ο Σπάθας, απόδειξε το". Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Αυτή είναι η εκδοχή που δεν μου αρέσει. Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα να παίξω φοβερά απλά πράγματα, όμως να είναι πάντα εκφραστικά. Εχω μάθει 5 πράγματα, όμως τα έχω και τα παίζω σωστά. Δεν μιλάω αλλαζονικά. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έχω μάθει παραπάνω από πέντε πράγματα, όμως αυτά τα πέντε πράγματα έχω καταφέρει να τα παίζω σωστά. Να τα παίζω και να τα εννοώ. Νομίζω πως έχει γίνει μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομα Σπάθας. Εχει μεγαλοποιηθεί. Αν κρίνω τον Σπάθα σαν τρίτος, απ' έξω, θα πω ότι αξίζει να έχει μεγάλο όνομα μόνο σ' αυτό το είδος που παίζει. Μερικοί τα μεγαλοποιούν. Λένε πως είμαι "ο πρώτος κιθαρίστας". Ας βάλουν καλύτερα μια υποσημείωση: Είμαι καλός στο Rock, στο Blues, στο είδος που παίζω... Γενικά ό,τι παίζω θέλω να έχει ένα νόημα και μια ουσία που να με καλύπτει εκφραστικά και μουσικά. Το σημείο στο οποίο διαφωνώ με τους περισσότερους μουσικούς είναι το εξής: Προσπαθούν να μάθουν χίλια δύο στυλ και τελικά δεν γίνονται καλοί σε κανένα. Και αν δεν γίνεις καλός σε ένα στυλ, δεν μπορείς να το προχωρήσεις, δεν μπορείς να δώσεις κάτι παραπάνω. Σπαταλιέσαι απ' το ένα κι απ' το άλλο. Πιστεύω πως πρέπει να μάθεις ένα είδος μουσικής πολύ καλά και μετά να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις. Να ανοίξεις τ' αυτιά σου και να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις και να δώσεις τελικά κάτι καινούριο.
- Αυτό αποτελεί μήνυμα και για τους νέους μουσικούς;
Είχα κάνει κάποια σεμινάρια στο παρελθόν, αλλά δεν μπορείς σε ένα σεμινάριο να δώσεις τόσα πολλά. Γιατί, γαμώτο, η μουσική δεν είναι μόνο νότες. Για να φτάσει το όργανο να "τραγουδάει"... Ξέρεις πόσοι μουσικοί βγαίνουν απ' τα ωδεία όλου του κόσμου; Οταν το σκέφτομαι αυτό τρελλαίνομαι. Ξέρεις πόσοι μουσικοί είναι καταπληκτικοί; Ομως ποτέ δεν κάνουν τίποτα. Δεν καταφέρνουν να βγάλουν το κεφάλι πάνω απ' το πλήθος. Γιατί πρέπει να μάθεις αυτό που παίζεις πάρα - πάρα πολύ καλά. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Το δεύτερο στάδιο είναι να του προσδώσεις και ένα χαρακτήρα δικό σου. Δηλαδή θέλει μια μελέτη και μια τρέλλα με ένα είδος και μετά, αφού νοιώσεις ότι θέλεις να το εμπλουτίσεις και με άλλα πράγματα, να πας και σε άλλα είδη μουσικής. Πρέπει να νοιώθεις μέσα σου ότι είναι σαν να τραγουδάς. Πρέπει πάντα το όργανο να τραγουδάει. Οσοι μουσικοί έχουν καταφέρει να "τραγουδήσουν", έχουν περάσει στον κόσμο όχι μόνο σαν "δεξιοτέχνες", θα σου πως ένα παράδειγμα για δύο μπασίστες, που είναι και οι δύο φοβεροί μουσικοί και έχουν φοβερές γνώσεις. Ο Stanley Clark και ο Jacko Pastorious. κατά τη γνώμη μου ο Pastorious είχε κάνει μεγαλύτερο ντόρο. Είχε ταράξει περισσότερο τα νερά, γιατί ήταν πιο "τραγουδιστής" από τον Clark. Και όταν είσαι "τραγουδιστής", ο κόσμος δεν ασχολείται με το πώς παίζεις. Μιλάει μέσα του αυτό που του δίνει ο μουσικός και δεν ασχολείται με τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ερχεται κατευθείαν η αίσθηση του παιξίματος. Ενώ το άλλο παίξιμο είναι το παίξιμο του εντυπωσιασμού. Περνάμε σε ένα άλλο είδος μουσικής, που σκοπό έχει πρώτα να σε εντυπωσιάσει. Τελικά υπάρχουν δύο τρόποι να αποδεχτείς την αξία του άλλου: Ο ένας είναι να σε εντυπωσιάσει. Ο άλλος τρόπος είναι να φτάσει πρώτα η ψυχή του και οι άλλες ικανότητες του, οι τεχνικές, να έρθουν σε δεύτερο πλάνο. Και για να φτάσει ο μουσικός να σου δώσει πρώτα την αίσθηση και όχι να σε εντυπωσιάσει, χρειάζεται φοβερή δεξιοτεχνία στο όργανο. Να γίνεις ένα με το όργανο. Ο Jonh Coltraine για παράδειγμα, όλοι λένε πως ήταν φοβερός μουσικός γιατί "τραγουδούσε". Αυτό ισχύει για τον κόσμο που τον άκουγε, όχι για τους μουσικούς. Οι μουσικοί που "μιλάνε" στον κόσμο είναι λίγοι, άσχετα από το στυλ και το είδος της μουσικής που παίζουν. Είναι ένα στάδιο το οποίο ξέρω. Περνάς πάνω απ' το επίπεδο "γνώση -τεχνική - ακκόρντα - κλίμακες κ.λπ" και φτάνεις σ' ένα σημείο που λες: ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ...
- Επομένως, συμφωνείς ότι ένας μουσικός μπορεί να "μιλήσει" στον κόσμο, ακόμη κι αν δεν έχει καλή τεχνική κατάρτιση.
Ε, βέβαιο. Δες τον Β. Β. King, ο οποίος δεν έχει τις γνώσεις και τη δεξιοτεχνία που έχουν τόσοι άλλοι, οι οποίοι είναι εντυπωσιακοί. Όμως ο Β. Β. King συγκινεί. Αυτό είναι το άλλο επίπεδο. Το όργανο έχει περάσει αλλού. Ποιες γνώσεις; Γιατί όλα αυτά; Εδώ καλείσαι να τραγουδήσεις. Η μπορείς να τραγουδήσεις, ή δεν μπορείς. Ο Β. Β. King το καταφέρνει αυτό, ενώ παίζει με 2 - 3 νότες. Και άλλοι το καταφέρνουν με λίγες ή με χιλιάδες νότες.
- Πες μου τη γνώμη σου, ως μουσικός και ως ακροατής, για την ελληνική μουσική σκηνή. Την παρακολουθείς;
Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος. Μεγάλη εντύπωση μου έχουν κάνει οι Blues Wire. Ο τραγουδιστής τους νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος Bluesman που έχει περάσει από την Ελλάδα, ο καλύτερος Blues τραγουδιστής. Και μπράβο τους. Είναι ωραίο να παίζεις ένα είδος μουσικής. Βέβαια χρειάζεται να κάνεις κάποια άλλη δουλειά για να τα βγάλεις πέρα. Δεν ξέρω πώς τα βολεύουν τα παιδιά. Τέλος πάντων... Υπάρχουν και άλλα γκρουπ που μου αρέσουν, όπως οι ΤΡΥΠΕΣ. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα σπουδαίο φυτώριο μουσικών όπως και ο Πειραιάς. Έχω βγάλει το εξής συμπέρασμα: Ακόμη και οι μουσικοί που βρίσκονται στην Αθήνα είναι από Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Φάληρο, Γλυφάδα και οι Αθηναίοι μουσικοί είναι λιγότεροι. Γενικά, ακούω διάφορα νέα συγκροτήματα. Τα παιδιά προσπαθούν. Αυτά τα παιδιά τα νοιώθω. Στενοχωριέμαι πολλές φορές, γιατί ξεκινάνε με όνειρα, με πάθος και τελικά ή θα το διαλύσουν ή θα καταλήξουν να παίζουν κάποια σόλο στη Ρίτα Σακελαρίου για να την κάνουν να νοιώσει "μοντέρνα και ροκ".
- Και τι λες γι' αυτές τις περιπτώσεις;
Τα παιδιά τα καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να τα δικαιολογήσω απόλυτα. Δεν επιμένουν αρκετά. Κανένας δεν έγινε "μεγάλος και τρανός" απ' τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Αν θα έδινα μια συμβουλή σε όλα τα νέα παιδιά που έχουν ένα γκρουπ και προσπαθούν, θα τους έλεγα να κάνουν υπομονή και να δουλεύουν σκληρά. Οχι βιασύνη. Επίσης, η εμπειρία μου μου λέει ότι δεν πρέπει να πηγαίνει ποτέ κάποιος σε μια εταιρία παρακαλώντας. Θα έλεγα, ότι αν υπάρχει κάτι που αξίζει να παρακαλάς, αυτό είναι το να παίζεις Live. Εμείς ποτέ δεν χτυπήσαμε πόρτα εταιρίας. Ηρθαν μόνοι τους και μας βρήκαν, αφού είχαμε αποκτήσει ένα κοινό, χάρη στη σκληρή μας προσπάθεια. Αυτοί που ικετεύαμε να μας αφήσουν να παίξουμε, ήταν οι μαγαζάτορες. Κάναμε σαν τρελλοί για να παίξουμε. Παίζαμε απογεύματα σε κάποια μαγαζιά, παίζαμε κυριακάτικα πρωινά σε κάποιες συνοικίες. Όπου μπορούσαμε. Αν αποκτήσεις κάποιο κοινό από τα Live, τότε κάποια στιγμή θα έρθει και η εταιρία και δεν θα μπορεί να σου βάλει χέρι. Δεν θα συμβιβάσεις τον ήχο σου, γιατί αυτοί θα έχουν έρθει να σου προτείνουν κάποιο δίσκο.
- Ας μιλήσουμε και για τη δουλειά σου τώρα. Στην μετά - Socrates εποχή.
Κατ' αρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Socrates δεν έχουν διαλυθεί. Ποτέ δεν δηλώσαμε ότι διαλυθήκαμε. Υπάρχουμε ακόμη. Μάλιστα, σκεφτόμασταν μια εμφάνιση τα Χριστούγεννα.
- Υπήρχαν και κάποιες φήμες για νέο δίσκο, αλλά ατόνισαν. Ισχύουν;
Προς το παρόν δεν σκεφτόμαστε κάτι τέτοιο.
- Πες μου τώρα για τη συνεργασία σου με το Βασίλη Λέκκα.
Με το Βασίλη είχαμε γνωριστεί πολύ καιρό πριν τα "Σύντομα Ονειρα". Μου αρέσει πολύ η φωνή του και νομίζω ότι δένουμε πολύ καλά μαζί. Οπου να 'ναι θα κυκλοφορήσει και η νέα μας δουλειά ("Κλασσικά Εικονογραφημένα"). Τα πάμε πολύ καλά. Η δουλειά μας άρεσε στον κόσμο. Νομίζω πως η φωνή του Βασίλη ταίριαξε απόλυτα με την κιθάρα μου και τους στίχους του Ευγένιου (Αρωνίτσης).
- Κάποιοι παλιοί φανς των Socrates δυσανασχέτησαν με αυτή την επιλογή σου.
Δεν αισθάνομαι άσχημα γι' αυτό. Για μένα αυτό που κάνω είναι κάτι φυσικό. Είναι μια εξέλιξη. Ένοιωσα την ανάγκη να παίξω κάτι άλλο και το έκανα. Κάποια από τα κομμάτια που περιέχονται στα "Σύντομα Ονειρα" τα είχα γράψει από τότε που οι Socrates ήταν στο Λονδίνο.
- Τι σχέδια έχεις για το μέλλον;
Εκτός από τη συνεργασία μου με το Βασίλη - θα βγάλουμε άλλον ένα δίσκο - ετοιμάζω και μια προσωπική δουλειά. Εναν ορχηστρικό δίσκο. Είναι κάτι που έχω στο μυαλό μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ένας συνδυασμός μεταξύ Blues και δημοτικής μουσικής. Ελπίζω να κυκλοφορήσει μέσα στο '92.
- Την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα πώς τη βλέπεις;
Νομίζω πως σήμερα είναι πλέον φανερός ο εμπαιγμός μας από τα κόμματα και τους πολιτικούς. Μας κυβερνούν γέροι. Ήταν πολύ πετυχημένος ο χαρακτηρισμός "δεινόσαυροι". Όμως νομίζω πως ο κόσμος και ιδιαίτερα οι νέοι το έχουν καταλάβει πια. Και δεν είναι μόνο οι δεινόσαυροι που κυβερνούν. Είναι και τα φαινόμενα των "κοσκωτάδων" σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Ο Κοσκωτάς συμβολίζει τον τύπο του "φαταούλα" που όρμησε μέσα σ' όλα για να αρπάξει όσα μπορούσε περισσότερα για την πάρτη του. Νομίζω πως όλα αυτά τα είδαν οι νέοι και τα πράγματα θα αλλάξουν απ' αυτούς. Θα έρθει μια νέα επανάσταση. Μια επανάσταση σιωπηλή. Νομίζω πως ο κόσμος θα αλλάξει προς το καλύτερο, έτσι σιωπηλά. Αρκεί μόνο η απόρριψη των νέων ανθρώπων και η αηδία τους που τους απομακρύνει από όλα αυτά...
- Βλέπεις τους μουσικούς και γενικά τους καλλιτέχνες να παίζουν κάποιο ρόλο σ' αυτή την αλλαγή; Να μπορούν να οδηγήσουν τους νέους σε μια "μαζική κινητοποίηση";
Δεν πιστεύω στις μαζικές κινητοποιήσεις. Όλα αυτά δοκιμάστηκαν. Νομίζω πως ο ρόλος της τέχνης σ' αυτή την υπόθεση είναι να δείξει στον κόσμο τι άλλο υπάρχει και όχι πώς μπορεί να κατακτηθεί. Πάντως αυτή η σιωπηλή επανάσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και καλλιτεχνική. Η πολιτισμική αν θες...
Fanzine: Roller Coaster
Τεύχος: 1
Έτος: Άνοιξη 1992
Ξεκινήσαμε με τον Αντώνη (Τουρκογιώργη) αρχικά σαν Persons. Ημασταν 5 άτομα: Ηλίας Ασβεστόπουλος, Ηλίας Μπουκουβάλας, Αντώνης Τούρκογιώργης, Αντώνης Πιτσολάντης και εγώ. Οταν ο Ασβεστόπουλος και ο Πιτσολάντης πήγαν φαντάροι, μείναμε τρεις, το 1967 και είπα στα παιδιά να μην πάρουμε άλλους μουσικούς και να συνεχίσουμε σαv τρίο. Είχα ήδη αρχίσει να βγάζω τραγούδια του Jimi Hendrix και τα κάναμε πρόβα με τον Αντώνη και τον Μπουκουβάλα κάθε μέρα και το αποτέλεσμα μας άρεσε. Ετσι συνεχίσαμε οι τρεις μας. Το 1969 παίζαμε οι τρεις μας τ' απογεύματα σε κάποια μαγαζιά, όπως ο "Φλοίσβος" και ερχόταν μαζί μας και ένας κιθαρίστας από τα Μπουρμπούλια, ο Johnny Labichi, ένας Ουγγαρο-Ιταλο-Ελληνας... Αυτός έπαιζε Jazz. Το '69 ήρθε στο γκρουπ ο Labichi, ο οποίος ήταν φοβερός κιθαρίστας. Το κοινό στοιχείο σε μένα και τον Labichi ήταν ότι παίζαμε και οι δύο μπλουζ. Αυτός βέβαια επαίζε Jazz, ενώ εγώ μελετούσα το Rock τότε. Ηρθε λοιπόν στο γκρουπ και παίξαμε τον Χειμώνα '70-'71 στο "Κύτταρο", οι Socrates και ο Εξαδάκτυλος που είχε δημιουργηθεί τότε. Θα έλεγα ότι εμείς παίζαμε εκείνη την εποχή Jazz - Rock, με φοβερά μέρη, χιλιάδες ακκόρντα κ.λπ. Αυτό βέβαια είχε σαν αποτέλεσμα να πιεζόμαστε κάπως εγώ, ο Αντώνης και ο Ηλίας, γιατί ενώ αρχικά παίζαμε Hendrix τα τραγούδια αυτά ήταν πολύ λίγα τώρα. Είχε δημιουργηθεί μια ένταση και μια δυναμική μέσα μας, η οποία δεσμευόταν απ' την παρουσία του Labichi. Ετσι, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο το συγκρότημα και είπαμε στο Johnny να φύγει. Φυσικά παραμείναμε πολύ καλοί φίλοι. Ο Johnny έφυγε στην Ιταλία, όπου έπαιξε με τους Aria, ένα φημισμένο Jazz σχήμα. Μόλις έφυγε Johnny, αρχίσαμε - ελεύθεροι πλέον - να παίζουμε τα "Hendrix" και γινόταν ο χαμός στο Κύτταρο. Εμείς με Hendrix, ο Πουλικάκος με Stones... Ηταν μια πολύ όμορφη περίοδος εκείνη. Συνεχίσαμε με τον Αντώνη. Κάναμε κάθε μέρα πρόβες και φτιάχναμε καινούριο τραγούδια. Εγώ τότε είχα δει ένα ντοκυμαντέρ στο σινεμά για τους Σαρακατσάνηδες, όπου άκουσα ένα σκοπό από κλαρίνο. Το βράδυ εκείνο έπαθα... μεγάλη "ζημιά". Πήγα σπίτι μου και όλο το βράδυ μελετούσα πώς θα μπορούσα να βγάλω αυτή την ατμόσφαιρα: ΣΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΣ... Την άλλη μέρα είπα στον Αντώνη να παίξουμε ένα τέτοιο κομμάτι. Μου είπε πως έμοιαζε με δημοτικό και του απάντησα πως δεν μ' ένοιαζε. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν Η ΑΙΣΘΗΣΗ. Αργότερα όταν παίξαμε αυτό το κομμάτι έγινε χαμός. Αυτό το κομμάτι το είχαμε σε μια παραλλαγή στον πρώτο δίσκο και στην συνέχεια το ξαναπαίξαμε στους δίσκους μας άλλες δύο φορές. Προσπαθούσαμε να το βελτιώνουμε συνεχώς. ... Εφυγε ο Μπουκουβάλας και στη θέση του ήρθε ο Τρανταλίδης, που είχε έρθει μαζί με τον Labichi. Σε κάποιο σημείο έγινε μια αλλαγή με τον Μπουκουβάλα και γράψαμε μαζί του τον πρώτο και τον δεύτερο δίσκο και μετά στο The Wings" πήραμε τον Δουκάκη, τον κιθαρίστα από τον Εξαδάκτυλο και τον Τρανταλίδη. Με αυτή τη σύνθεση γράψαμε το The Wings" και πήγαμε και στο Παρίσι, όπου γνωρίσαμε τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και κάναμε μαζί του μερικές συναυλίες και παίξαμε ζωντανά και στο ραδιόφωνο. Στη συνέχεια ήρθε η ηχογράφηση του "Phos", το οποίο έγινε χωρίς τον Δουκάκη αλλά με τον Τρανταλίδη, ο οποίος έφυγε μετά και τη θέση του πήρε ο Αντύπας. Με τον Αντύπα κάναμε το "Waiting For Something", το "Plaza" και το "Breaking Through". To "Breaking Through" μ' αρέσει. Είναι ένας καλός ροκ δίσκος, όμως δεν έγινε αρκετά γνωστός. Είχε και λίγο κακή ηχοληψία, αλλά είχε πολύ ωραία Rock κομμάτια.
- Το όνομα Socrates πώς βγήκε;
Το είχα δει από ένα συμμαθητή μου, που είχε γράψει στο τετράδιο του Socrates Drunk The Conium. To είπα στον Αντώνη και αφού μας άρεσε αποφασίσαμε να ονομάσουμε έτσι το γκρουπ. Βέβαια με τον καιρό έγινε πιο σύντομο: Socrates.
- Κάποτε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου είχε πει ότι είσαι πολύ καλύτερος από τον Clapton. Εχουν γίνει επανειλημμένα τέτοια σχόλια για σένα. Πώς δέχεσαι το γεγονός ότι από πολλούς θεωρείσαι θρύλος σαν κιθαρίστας;
Σήμερα τα νέα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να δουν πώς παίζουν οι μεγάλοι κιθαρίστες. Με τις συναυλίες, με τα χιλιάδες βιβλία που κυκλοφορούν για μελέτη. Τότε στην Ελλάδα δεν έπαιζε κανείς. Κιθαρίστες που έπαιζαν Rock, όπως εγώ, ο Δουκάκης, ο Δήμης Παπαχρήσου, τα βγάλαμε μόνοι μας. Δεν έβλεπε ο ένας τον άλλο, δεν υπήρχαν δυνατότητες. Ούτε συναυλίες γίνονταν τότε. Ημασταν οι πρώτοι που παίξαμε Blues και Rock. Πέρα απ' αυτά, είχα προσπαθήσει και είχα μάθει και μερικά άλλα πράγματα που με ενδιέφεραν, όπως τα δημοτικά. Πέρασαν μέσα στις νότες μου και ορισμένες τέτοιες νότες, ελληνικές. Εχω την εντύπωση ότι, αν έχει μείνει το όνομα μου, είναι επειδή πραγματικά μ' ενδιέφερε να έρθω σε επαφή και να "τραγουδήσω" με την κιθάρα μου. Μόνο αυτό. Ούτε οι "δεξιοτεχνίες", ούτε τίποτα άλλο. Μόνο εκεί πιστεύω ότι οφείλεται το ότι έχω κάποιο όνομα. Αλλωστε και σήμερα και τότε υπάρχουν και υπήρχαν πολλοί καλοί κιθαρίστες. Απλώς εγώ είχα και έχω το ίδιο σκεπτικό: θέλω ό,τι κάνω να έχει τη δυνατότητα να μιλήσει στον άλλο. Αυτό είναι όλο μου το ψάξιμο και όλη μου η αγωνία. Δεν μ' ενδιαφέρει να εντυπωσιάσω τους άλλους. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα που θυμάμαι από τότε που παίζαμε στο Κύτταρο: Τότε ο καθένας έπαιζε ένα σόλο. Αυτή η σχέση που βασίζεται στη λογική "Παίζω σόλο. Θαυμάστε με", ίσως να είναι καλή, αφού βλέπεις κάποιον που παίζει φοβερά πράγματα, όμως κάποια στιγμή άρχισε να μ' ενοχλεί αφάνταστα. Ενοιωθα σαν να χρησιμοποιούσα πονηρούς τρόπους για να κλέψω το χειροκρότημα. Οταν παίζεις ένα σόλο, λες: Τώρα θα παίξω τη γρήγορη τη φάση και θα τους πάρω τα κεφάλια και θα σηκωθούν να χειροκροτήσουν". Αυτό γινόταν κάθε βράδυ. Συνέχεια. Δεν γινόταν επειδή το είχε ανάγκη η μουσική. Αν το κάνεις γιατί το έχει ανάγκη η μουσική εκείνη την ώρα, είναι εντάξει. Τραβάς ένα ξέσπασμα και είναι γιατί το είχε ανάγκη η μουσική. Εκείνη η ρουτίνα στηριζόταν στη λογική ότι "αν χειροκροτούσαν, θα έρχονταν να σε ξαναδούν". Δηλαδή η κατάσταση έμοιαζε λίγο με τσίρκο... Για να τελειώσω: Αν έχει μείνει το όνομα μου, φαντάζομαι ότι έχει μείνει περισσότερο επειδή συγκίνησα τα παιδιά που με άκουσαν και όχι επειδή τα εντυπωσίασα. Επίσης είχα κάνει ένα στυλ το οποίο ξεχώριζε από τα άλλα παιξίματα. Ετσι φαντάζομαι...
- Είναι γεγονός ότι έχεις τελείως ξεχωριστό και προσωπικό στυλ. Δεν έχει κάποιος άλλος αυτό το στυλ στο παίξιμο του, εκτός από τα παιδιά που μελετούν βιβλία και κασσέτες που έχουν και δικά σου πράγματα και επηρεάζονται από εσένα...
Αυτό είναι καλό. Κι εγώ έτσι επηρεαζόμουν. Και δεν μελετούσα μόνο κιθάρα. Μελετούσα και κλαρίνο, και τον Χαλκιά, και τον Ravi Shankar, και τον John Coltraine και άλλους τραγουδιστές, και το βιολί απ' τον Κόρρο. Χίλια δύο φράγματα, απ' τα οποία ήθελα να προσθέτω μια λεπτομέρεια στο παίξιμο μου. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει και ξαφνικά φτάνεις σ' ένα σημείο και λες: Τι γίνεται εδώ;" Θυμάμαι χαρακτηριστικά στο Λονδίνο, όταν ήμασταν κάπου μαζεμένοι και παίζαμε μεταξύ μας, όσο έπαιζα blues δεν έτρεχε τίποτα, ενώ όταν το γύριζα σε ελληνικούς και ανατολίτικους σκοπούς τρελλαινόντουσαν. Κοιτούσαν με απορία και έκπληξη. Τους ερχόταν παράξενο. Ηταν κάτι καινούριο στ' αυτιά τους.
- Απ' όσα είπαμε μου έδωσες την εντύπωση ότι δεν θέλεις να χαρακτηρίζεσαι σαν είδωλο και σαν "κιθαρίστας - ήρωας", πράγματα που έχουν καταντήσει παραδοσιακά για το Rock.
Δεν είναι ότι δεν θέλω. Με ευχαριστεί κάποια στιγμή να αναγνωρίζεται η δουλειά μου. Απλώς δεν θέλω να ζητάει ο κόσμος το εξής: "Εφόσον είσαι ο Σπάθας, απόδειξε το". Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Αυτή είναι η εκδοχή που δεν μου αρέσει. Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα να παίξω φοβερά απλά πράγματα, όμως να είναι πάντα εκφραστικά. Εχω μάθει 5 πράγματα, όμως τα έχω και τα παίζω σωστά. Δεν μιλάω αλλαζονικά. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έχω μάθει παραπάνω από πέντε πράγματα, όμως αυτά τα πέντε πράγματα έχω καταφέρει να τα παίζω σωστά. Να τα παίζω και να τα εννοώ. Νομίζω πως έχει γίνει μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομα Σπάθας. Εχει μεγαλοποιηθεί. Αν κρίνω τον Σπάθα σαν τρίτος, απ' έξω, θα πω ότι αξίζει να έχει μεγάλο όνομα μόνο σ' αυτό το είδος που παίζει. Μερικοί τα μεγαλοποιούν. Λένε πως είμαι "ο πρώτος κιθαρίστας". Ας βάλουν καλύτερα μια υποσημείωση: Είμαι καλός στο Rock, στο Blues, στο είδος που παίζω... Γενικά ό,τι παίζω θέλω να έχει ένα νόημα και μια ουσία που να με καλύπτει εκφραστικά και μουσικά. Το σημείο στο οποίο διαφωνώ με τους περισσότερους μουσικούς είναι το εξής: Προσπαθούν να μάθουν χίλια δύο στυλ και τελικά δεν γίνονται καλοί σε κανένα. Και αν δεν γίνεις καλός σε ένα στυλ, δεν μπορείς να το προχωρήσεις, δεν μπορείς να δώσεις κάτι παραπάνω. Σπαταλιέσαι απ' το ένα κι απ' το άλλο. Πιστεύω πως πρέπει να μάθεις ένα είδος μουσικής πολύ καλά και μετά να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις. Να ανοίξεις τ' αυτιά σου και να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις και να δώσεις τελικά κάτι καινούριο.
- Αυτό αποτελεί μήνυμα και για τους νέους μουσικούς;
Είχα κάνει κάποια σεμινάρια στο παρελθόν, αλλά δεν μπορείς σε ένα σεμινάριο να δώσεις τόσα πολλά. Γιατί, γαμώτο, η μουσική δεν είναι μόνο νότες. Για να φτάσει το όργανο να "τραγουδάει"... Ξέρεις πόσοι μουσικοί βγαίνουν απ' τα ωδεία όλου του κόσμου; Οταν το σκέφτομαι αυτό τρελλαίνομαι. Ξέρεις πόσοι μουσικοί είναι καταπληκτικοί; Ομως ποτέ δεν κάνουν τίποτα. Δεν καταφέρνουν να βγάλουν το κεφάλι πάνω απ' το πλήθος. Γιατί πρέπει να μάθεις αυτό που παίζεις πάρα - πάρα πολύ καλά. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Το δεύτερο στάδιο είναι να του προσδώσεις και ένα χαρακτήρα δικό σου. Δηλαδή θέλει μια μελέτη και μια τρέλλα με ένα είδος και μετά, αφού νοιώσεις ότι θέλεις να το εμπλουτίσεις και με άλλα πράγματα, να πας και σε άλλα είδη μουσικής. Πρέπει να νοιώθεις μέσα σου ότι είναι σαν να τραγουδάς. Πρέπει πάντα το όργανο να τραγουδάει. Οσοι μουσικοί έχουν καταφέρει να "τραγουδήσουν", έχουν περάσει στον κόσμο όχι μόνο σαν "δεξιοτέχνες", θα σου πως ένα παράδειγμα για δύο μπασίστες, που είναι και οι δύο φοβεροί μουσικοί και έχουν φοβερές γνώσεις. Ο Stanley Clark και ο Jacko Pastorious. κατά τη γνώμη μου ο Pastorious είχε κάνει μεγαλύτερο ντόρο. Είχε ταράξει περισσότερο τα νερά, γιατί ήταν πιο "τραγουδιστής" από τον Clark. Και όταν είσαι "τραγουδιστής", ο κόσμος δεν ασχολείται με το πώς παίζεις. Μιλάει μέσα του αυτό που του δίνει ο μουσικός και δεν ασχολείται με τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ερχεται κατευθείαν η αίσθηση του παιξίματος. Ενώ το άλλο παίξιμο είναι το παίξιμο του εντυπωσιασμού. Περνάμε σε ένα άλλο είδος μουσικής, που σκοπό έχει πρώτα να σε εντυπωσιάσει. Τελικά υπάρχουν δύο τρόποι να αποδεχτείς την αξία του άλλου: Ο ένας είναι να σε εντυπωσιάσει. Ο άλλος τρόπος είναι να φτάσει πρώτα η ψυχή του και οι άλλες ικανότητες του, οι τεχνικές, να έρθουν σε δεύτερο πλάνο. Και για να φτάσει ο μουσικός να σου δώσει πρώτα την αίσθηση και όχι να σε εντυπωσιάσει, χρειάζεται φοβερή δεξιοτεχνία στο όργανο. Να γίνεις ένα με το όργανο. Ο Jonh Coltraine για παράδειγμα, όλοι λένε πως ήταν φοβερός μουσικός γιατί "τραγουδούσε". Αυτό ισχύει για τον κόσμο που τον άκουγε, όχι για τους μουσικούς. Οι μουσικοί που "μιλάνε" στον κόσμο είναι λίγοι, άσχετα από το στυλ και το είδος της μουσικής που παίζουν. Είναι ένα στάδιο το οποίο ξέρω. Περνάς πάνω απ' το επίπεδο "γνώση -τεχνική - ακκόρντα - κλίμακες κ.λπ" και φτάνεις σ' ένα σημείο που λες: ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ...
- Επομένως, συμφωνείς ότι ένας μουσικός μπορεί να "μιλήσει" στον κόσμο, ακόμη κι αν δεν έχει καλή τεχνική κατάρτιση.
Ε, βέβαιο. Δες τον Β. Β. King, ο οποίος δεν έχει τις γνώσεις και τη δεξιοτεχνία που έχουν τόσοι άλλοι, οι οποίοι είναι εντυπωσιακοί. Όμως ο Β. Β. King συγκινεί. Αυτό είναι το άλλο επίπεδο. Το όργανο έχει περάσει αλλού. Ποιες γνώσεις; Γιατί όλα αυτά; Εδώ καλείσαι να τραγουδήσεις. Η μπορείς να τραγουδήσεις, ή δεν μπορείς. Ο Β. Β. King το καταφέρνει αυτό, ενώ παίζει με 2 - 3 νότες. Και άλλοι το καταφέρνουν με λίγες ή με χιλιάδες νότες.
- Πες μου τη γνώμη σου, ως μουσικός και ως ακροατής, για την ελληνική μουσική σκηνή. Την παρακολουθείς;
Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος. Μεγάλη εντύπωση μου έχουν κάνει οι Blues Wire. Ο τραγουδιστής τους νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος Bluesman που έχει περάσει από την Ελλάδα, ο καλύτερος Blues τραγουδιστής. Και μπράβο τους. Είναι ωραίο να παίζεις ένα είδος μουσικής. Βέβαια χρειάζεται να κάνεις κάποια άλλη δουλειά για να τα βγάλεις πέρα. Δεν ξέρω πώς τα βολεύουν τα παιδιά. Τέλος πάντων... Υπάρχουν και άλλα γκρουπ που μου αρέσουν, όπως οι ΤΡΥΠΕΣ. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα σπουδαίο φυτώριο μουσικών όπως και ο Πειραιάς. Έχω βγάλει το εξής συμπέρασμα: Ακόμη και οι μουσικοί που βρίσκονται στην Αθήνα είναι από Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Φάληρο, Γλυφάδα και οι Αθηναίοι μουσικοί είναι λιγότεροι. Γενικά, ακούω διάφορα νέα συγκροτήματα. Τα παιδιά προσπαθούν. Αυτά τα παιδιά τα νοιώθω. Στενοχωριέμαι πολλές φορές, γιατί ξεκινάνε με όνειρα, με πάθος και τελικά ή θα το διαλύσουν ή θα καταλήξουν να παίζουν κάποια σόλο στη Ρίτα Σακελαρίου για να την κάνουν να νοιώσει "μοντέρνα και ροκ".
- Και τι λες γι' αυτές τις περιπτώσεις;
Τα παιδιά τα καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να τα δικαιολογήσω απόλυτα. Δεν επιμένουν αρκετά. Κανένας δεν έγινε "μεγάλος και τρανός" απ' τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Αν θα έδινα μια συμβουλή σε όλα τα νέα παιδιά που έχουν ένα γκρουπ και προσπαθούν, θα τους έλεγα να κάνουν υπομονή και να δουλεύουν σκληρά. Οχι βιασύνη. Επίσης, η εμπειρία μου μου λέει ότι δεν πρέπει να πηγαίνει ποτέ κάποιος σε μια εταιρία παρακαλώντας. Θα έλεγα, ότι αν υπάρχει κάτι που αξίζει να παρακαλάς, αυτό είναι το να παίζεις Live. Εμείς ποτέ δεν χτυπήσαμε πόρτα εταιρίας. Ηρθαν μόνοι τους και μας βρήκαν, αφού είχαμε αποκτήσει ένα κοινό, χάρη στη σκληρή μας προσπάθεια. Αυτοί που ικετεύαμε να μας αφήσουν να παίξουμε, ήταν οι μαγαζάτορες. Κάναμε σαν τρελλοί για να παίξουμε. Παίζαμε απογεύματα σε κάποια μαγαζιά, παίζαμε κυριακάτικα πρωινά σε κάποιες συνοικίες. Όπου μπορούσαμε. Αν αποκτήσεις κάποιο κοινό από τα Live, τότε κάποια στιγμή θα έρθει και η εταιρία και δεν θα μπορεί να σου βάλει χέρι. Δεν θα συμβιβάσεις τον ήχο σου, γιατί αυτοί θα έχουν έρθει να σου προτείνουν κάποιο δίσκο.
- Ας μιλήσουμε και για τη δουλειά σου τώρα. Στην μετά - Socrates εποχή.
Κατ' αρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Socrates δεν έχουν διαλυθεί. Ποτέ δεν δηλώσαμε ότι διαλυθήκαμε. Υπάρχουμε ακόμη. Μάλιστα, σκεφτόμασταν μια εμφάνιση τα Χριστούγεννα.
- Υπήρχαν και κάποιες φήμες για νέο δίσκο, αλλά ατόνισαν. Ισχύουν;
Προς το παρόν δεν σκεφτόμαστε κάτι τέτοιο.
- Πες μου τώρα για τη συνεργασία σου με το Βασίλη Λέκκα.
Με το Βασίλη είχαμε γνωριστεί πολύ καιρό πριν τα "Σύντομα Ονειρα". Μου αρέσει πολύ η φωνή του και νομίζω ότι δένουμε πολύ καλά μαζί. Οπου να 'ναι θα κυκλοφορήσει και η νέα μας δουλειά ("Κλασσικά Εικονογραφημένα"). Τα πάμε πολύ καλά. Η δουλειά μας άρεσε στον κόσμο. Νομίζω πως η φωνή του Βασίλη ταίριαξε απόλυτα με την κιθάρα μου και τους στίχους του Ευγένιου (Αρωνίτσης).
- Κάποιοι παλιοί φανς των Socrates δυσανασχέτησαν με αυτή την επιλογή σου.
Δεν αισθάνομαι άσχημα γι' αυτό. Για μένα αυτό που κάνω είναι κάτι φυσικό. Είναι μια εξέλιξη. Ένοιωσα την ανάγκη να παίξω κάτι άλλο και το έκανα. Κάποια από τα κομμάτια που περιέχονται στα "Σύντομα Ονειρα" τα είχα γράψει από τότε που οι Socrates ήταν στο Λονδίνο.
- Τι σχέδια έχεις για το μέλλον;
Εκτός από τη συνεργασία μου με το Βασίλη - θα βγάλουμε άλλον ένα δίσκο - ετοιμάζω και μια προσωπική δουλειά. Εναν ορχηστρικό δίσκο. Είναι κάτι που έχω στο μυαλό μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ένας συνδυασμός μεταξύ Blues και δημοτικής μουσικής. Ελπίζω να κυκλοφορήσει μέσα στο '92.
- Την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα πώς τη βλέπεις;
Νομίζω πως σήμερα είναι πλέον φανερός ο εμπαιγμός μας από τα κόμματα και τους πολιτικούς. Μας κυβερνούν γέροι. Ήταν πολύ πετυχημένος ο χαρακτηρισμός "δεινόσαυροι". Όμως νομίζω πως ο κόσμος και ιδιαίτερα οι νέοι το έχουν καταλάβει πια. Και δεν είναι μόνο οι δεινόσαυροι που κυβερνούν. Είναι και τα φαινόμενα των "κοσκωτάδων" σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Ο Κοσκωτάς συμβολίζει τον τύπο του "φαταούλα" που όρμησε μέσα σ' όλα για να αρπάξει όσα μπορούσε περισσότερα για την πάρτη του. Νομίζω πως όλα αυτά τα είδαν οι νέοι και τα πράγματα θα αλλάξουν απ' αυτούς. Θα έρθει μια νέα επανάσταση. Μια επανάσταση σιωπηλή. Νομίζω πως ο κόσμος θα αλλάξει προς το καλύτερο, έτσι σιωπηλά. Αρκεί μόνο η απόρριψη των νέων ανθρώπων και η αηδία τους που τους απομακρύνει από όλα αυτά...
- Βλέπεις τους μουσικούς και γενικά τους καλλιτέχνες να παίζουν κάποιο ρόλο σ' αυτή την αλλαγή; Να μπορούν να οδηγήσουν τους νέους σε μια "μαζική κινητοποίηση";
Δεν πιστεύω στις μαζικές κινητοποιήσεις. Όλα αυτά δοκιμάστηκαν. Νομίζω πως ο ρόλος της τέχνης σ' αυτή την υπόθεση είναι να δείξει στον κόσμο τι άλλο υπάρχει και όχι πώς μπορεί να κατακτηθεί. Πάντως αυτή η σιωπηλή επανάσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και καλλιτεχνική. Η πολιτισμική αν θες...
Η Παράγκα και ο Σίμος ο Υπαρξιστής
Η Παράγκα και ο Σίμος ο Υπαρξιστής Ο Πάνος Κουτρουμπούσης
γράφει για μια θρυλική μορφή των ΄60s
O Σίμος γύρναγε την Ευρώπη μόνος του, δουλεύοντας όπου
έβρισκε μεροκάματο, ζώντας σε άθλιες συνθήκες. Η Παράγκα ήταν βασικά ένα ξύλινο
διώροφο, στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πέτρινα κτίρια-βιοτεχνίες στην οδό Σαρρή,
όπου μαζεύονταν αγόρια και κορίτσια απ' τις γύρω γειτονιές, οι περισσότεροι
λαϊκοί άνθρωποι, απάγγελλαν ποιήματα που είχαν γράψει, χόρευαν και συζητούσαν
περί Υπαρξισμού. Από μια στενή σκάλα ανέβαινες σε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό με
ραπτομηχανές, καθίσματα αυτοκινήτων, μοτέρ και μουσαμάδες, ξύλινους τοίχους
γεμάτους αποκόμματα εφημερίδων, σκιτσάκια του καθενός και φωτογραφίες, ένα
φύρδην-μίγδην. Ο Σίμος φοβόταν τις γάτες... Κάποια φορά ένα γατάκι ανέβηκε στην
Παράγκα και φώναζε «Bγάλτε το έξω!». Απορήσαμε και τον ρώτησα «Σίμο, γιατί;».
«Ρε αγαθέ», μου είπε, «το ξέρεις ότι οι γάτες είναι απόγονοι των τίγρεων;».
Θυμάμαι κάποια φορά που ένας θαμώνας ήρθε με έναν δημοσιογράφο, τον
συστήνει στον Σίμο κι αυτός του λέει «τα αισθήματα του φίλου μας τα ξέρουμε και
από το μέλλον». Έλεγε συνέχεια τέτοια ο Σίμος. Ήταν ο ομορφότερος, αλλά και
ανοιχτός σε νέες ιδέες. Επίσης, ήταν για λίγο ηθοποιός του σινεμά. Είχε παίξει
τον Μαρίνο Κοντάρ, έναν Κρητικό επαναστάτη, τον σωματέμπορα... Η Παράγκα
έκλεισε το τέλος της δεκαετίας του '50 που έφυγε ο Σίμος για την Ευρώπη (την
έκλεισε η αστυνομία, έγιναν παράπονα από γονείς για κοπέλες που πέρναγαν την
ώρα τους εκεί, κορίτσια 16 με 18, το πολύ 20), αλλά ο χώρος συνέχισε να υπάρχει
ως άσυλο για τους backpackers που έρχονταν στην Αθήνα. Ο Σίμος έγραφε
συνέχεια, κατέγραφε τα πάντα. Μια φορά τρώγαμε σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά
στο Odeon στο Παρίσι και τον βλέπω στην αντανάκλαση στην τζαμαρία να αντιγράφει
όσα έλεγε το μενού! Τράβαγε και συνέχεια φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες,
χιλιάδες. Κάποια φορά ο Κούνδουρος, που τον είχε δει να βγάζει φωτογραφίες σε
μια αντιδικτατορική συγκέντρωση, φώναζε «βγάλτε τον έξω, ποιος είναι αυτός;».
Τον είχε περάσει για σπιούνο. Όταν πέθανε, βρέθηκαν χιλιάδες φιλμ που δεν είχε
ποτέ εμφανίσει... Κάτι πρέπει να έμεινε από τα '60s, όχι μόνο σε μας που
τα ζήσαμε, αλλά γενικά στον κόσμο. Όσα τρελά έγιναν όμως το σύστημα βρήκε
ευκαιρία να τα κοροϊδέψει και να πει «τι ξεφτίλα ήταν αυτή», κι έτσι τα καλά
τους σημεία έσβησαν. Στα μυαλά μένει η αντίσταση, η προσπάθεια για καλυτέρευση
της φύσης και των ανθρώπων. Τα ναρκωτικά ήταν αυτά που τα χάλασαν όλα. Πολλοί
πέρασαν σε αυτά και στον χιπισμό και έτσι βρήκαν ευκαιρία να τους αγοράσουν, να
γίνουν έμποροι. Άρχισαν έτσι να ξεφτίζουν και να διαλύονται οι παρέες, πολλοί
έφυγαν έξω. Τα πρώτα πέντε χρόνια ήταν όλα καλά, αλητείες με παρέες, rock 'n'
roll, άντε και καμιά μαριχουάνα, μετά όμως το '65, που αρχίζουν οι πολιτικές
ανωμαλίες και φτάνουμε στο τέρμα, διαλύθηκαν όλα. Πέφτει ένα γκριζάρισμα,
άρχισαν τα κυνηγητά. Τις παρέες μου και μένα δεν μας κυνηγούσε κανείς, αλλά το
'67 έφυγα έξω και κάπου εκεί ήταν το τέλος για τα ελληνικά '60s. Πηγή: www.lifo.gr
Γεννήθηκα στη Λιβαδειά, τυχαία, από πατέρα δικαστικό και μάνα
δασκάλα. Μετά πήγαμε στη Θεσσαλονίκη και όταν ήμουν τεσσάρων ήρθαμε στην Αθήνα.
Ήταν 1941. Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι να μαζεύουμε με τους πιτσιρικάδες της
γειτονιάς κάλυκες από σφαίρες και μυδράλια των Spitfire που πέρναγαν και
θερίζανε. Τα βρίσκαμε εδώ κι εκεί σε οικόπεδα κάτω από την Πατησίων. Μικρός δεν
είχα όνειρα. Αργότερα, στο γυμνάσιο, σκεφτόμουν ότι ίσως να ήθελα να γίνω
ψυχίατρος, τα οικονομικά μας όμως δεν θα μου το επέτρεπαν. Δεν ήμασταν
κονομημένοι. Όχι ότι θα γινόμουν, βέβαια... Σχολείο πήγα στο Κολέγιο Αθηνών,
στη Φιλοθέη, έγραψα ένα τεστ γνώσεων και μπήκα με υποτροφία στην πέμπτη
δημοτικού. Ήταν μια οργανωμένη εκπαίδευση, σε αμερικανικό στυλ, αλλά σε καλό
αμερικανικό, όχι σαν κι αυτά που βλέπουμε στις ταινίες με teenagers που βάζουν
στοιχήματα ποιος θα γαμήσει, με τους μπούληδες που δέρνουν, ποιος θα βγει στο
ποδόσφαιρο πρώτος και μαλακίες. Λίγο πριν τελειώσω το γυμνάσιο, με αποβάλανε
δυο φορές και μου έκοψαν την υποτροφία. Η πρώτη ήταν επειδή έφτιαχνα σκίτσα σε
χαρτάκια διπλωμένα με τίτλο από τη «Μάσκα»: «Το σπίτι των πεθαμένων» κ.λπ., που
τα άνοιγες και είχαν διάφορους τύπους να βγαίνουν από ένα μπουρδέλο. Την
επόμενη είχαν γίνει κάτι φασαρίες, με άφησαν μετεξεταστέο, μου έκοψαν και την
υποτροφία και έτσι πήγα στο δημόσιο. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, πήγα στην
Ιταλία, στη Ρώμη, στο Centro Sperimentale di Cinematografia που είχε ιδρύσει ο
Μουσολίνι, για να σπουδάσω σκηνοθεσία. Απέναντι ακριβώς από την Τσινετσιτά.
Κάποιες φορές μας έκανε διάλεξη ο Φελίνι, ενώ πολλοί σκηνοθέτες της ιταλικής
παραγωγής ήταν καθηγητές μας σε διάφορα θέματα. Έμεινα εκεί δυο χρόνια, από το
1955 ως το '57. Ήθελα να σπουδάσω κινηματογράφο γιατί είχα δει πολύ σινεμά.
Κάναμε κοπάνα απ' το σχολείο και βλέπαμε δυο-τρία έργα την ημέρα, συνεχόμενα.
Μπαίναμε στο σχολείο, υπογράφαμε και φεύγαμε για το σινεμά που τότε άρχιζε από
τις 10 το πρωί. Και το βράδυ βλέπαμε κι άλλο! Φέρνανε στο Ροσιγκλέρ και στην
Αλάσκα επεισοδιακούς κολοσσούς που τους έλεγαν chapter movies. Οι Αμερικάνοι
έβγαζαν ένα chapter κάθε μέρα για να ξαναπηγαίνεις, με υπερήρωες - Δόκτωρ
Σατάν, Ζορό και τέτοια. Δεν δούλεψα ποτέ ως σκηνοθέτης, εκτός από ένα μικρό
ντοκιμαντέρ που ετοίμασα για τα μπουζούκια στο Πέραμα, που όμως δεν το
ολοκλήρωσα ποτέ. Είναι 13 λεπτά, σε φιλμ 35 mm και με πολύ γρήγορο μοντάζ - δεν
ήξερα κιόλας, πέταξα υλικό ωρών γιατί φοβόμουν να μην πληρώσω δικαιώματα για τα
τραγούδια. Κατά τ' άλλα, δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτη σε ξένες ταινίες και μετά
βαρέθηκα. Δούλεψα στον Δαλιανίδη και σε ξένες παραγωγές, στους 300 του Λεωνίδα,
που γυρίστηκε στο Λουτράκι, και σ' ένα άλλο για τους πρώτους Ολυμπιακούς και
τον Λούη, με την Τζέιν Μάνσφιλντ. Το έκανα για τα λεφτά. Θέλω να δουλεύω μόνος
μου, θέλω να είμαι κυρίαρχος αυτού που κάνω, της όλης υπόθεσης, και το σινεμά
δεν ήταν μια τέτοια υπόθεση. Τίποτα δεν υπήρξε που να μου αλλάξει τη ζωή.
Κανένα έργο. Αρκετά όμως με εντυπωσίασαν και δεν χόρταινα να τα «τρώω»:
φυλλάδια με παραστάσεις του Καραγκιόζη, το περιοδικό «Μάσκα», έργα με τον Ζορό,
το τρίο Στούτζες και πειρατές, πολύ σινεμά και μετά τζαζ μέχρι τον Zappa, τα
βιβλία του Κόντογλου, ο Αίσωπος, ο Χότζας, βιβλία επιστημονικής φαντασίας. Αυτά
μέχρι τα είκοσί μου χρόνια. Μετά άρχισα να διαβάζω σοβαρή λογοτεχνία. Δεν είχα
συγγραφική εκπαίδευση, ποτέ δεν μελέτησα αυτά που διάβαζα, δεν ήμουν
φιλολογοτέχνης. Δεν είχα διαβάσει καν τους κλασικούς· ο μόνος συγγραφέας που
μπορώ να πω ότι με έχει επηρεάσει βαθιά είναι ο Κάφκα. Έχω διαβάσει και
Ντοστογιέφσκι, αλλά ελληνικά ελάχιστα. Άρχισα να σχεδιάζω μικρούλης στο σπίτι
και πιο συστηματικά όταν έγινα 13-14 ετών. Δεν έχω πάει ποτέ σε σχολή. Τα
πρότυπά μου (ας πούμε) ήταν οι εικονογραφήσεις των βιβλίων περιπετειών και τα
αμερικάνικα κόμικς. Από τα κόμικς έμαθα και καλά αγγλικά. Ο πρώτος χρόνος στο
Κολέγιο ήταν πολύ βαρετός, αλλά, όταν ανακάλυψα τα κόμικς, τα αγγλικά έγιναν το
αγαπημένο μου μάθημα. Μου άρεσαν πολύ ο Ernst και ο Dali και κάθε τόσο
ανακάλυπτα έναν καινούργιο συγγραφέα, αλλά στην ουσία ποτέ δεν είχα πρότυπα.
Στο Παρίσι πήγα για πρώτη φορά για χριστουγεννιάτικες διακοπές το 1956. Εκεί
μάλιστα γνώρισα τον Χρηστάκη, μαζεύονταν σε κάποιο καφέ και συζητούσαν. Το 1964
έμεινα έναν ολόκληρο χρόνο. Ο Φασιανός, που σπούδαζε στην Καλών Τεχνών, μου
έδινε την κάρτα του για να τρώω στο εστιατόριο των φοιτητών και με έπεισε να
γραφτώ για να τρώω φτηνά. Πήγα στο Τμήμα Χαρακτικής, με δέχτηκαν, αλλά ο
καθηγητής με έστειλε στο ατελιέ, μου ζήτησαν 100 φράγκα για υλικά. Με δέχτηκαν
για χαρακτική στην Καλών Τεχνών και δεν πήγα επειδή δεν είχα 100 φράγκα!
Επέστρεψα έτσι στο φοιτητικό εστιατόριο με τις κάρτες των αλλωνών. Τότε ήταν
καλά τα πράγματα για τους νεολαίους στο Παρίσι. Φτηνά όλα, ακόμα και τα
ταξίδια, τα ξενοδοχεία, αν είχες και κάποιον να σε φιλοξενήσει, μπορούσες να
ζήσεις με λίγα. Δεν έχω ταλέντο για να περηφανεύομαι, αλλά πολύ ευχαριστιέμαι
όταν γνωρίζω άλλους που λένε ότι ξέρουν και αρέσκονται στα γραπτά μου ή τα
εικαστικά μου -όταν έκανα. Εικαστικά δεν πολυφτιάχνω τώρα, λόγω έλλειψης χώρου.
Στο γράψιμο χρειάζεσαι πολύ λιγότερο. Το 1959 πήγα να δω έναν πρώην υπαρξιστή
που έμενε στο Λονδίνο και από τότε επέστρεφα συνέχεια. Το 1967 γνώρισα την Κέιτ
και το '68 παντρευτήκαμε και μετακόμισα μια και καλή. Έγινα μόνιμος κάτοικος
Λονδίνου για 30 χρόνια, εκτός από δύο χρόνια που έμεινα Αμερική και έναν χρόνο
στην Ελλάδα. Ήμουν εικονογράφος σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας, έβγαζα
φωτογραφίες από μικρά αντικείμενα, table photography, κάτι που δεν το έκαναν
πολλοί. Έκανα κι εξώφυλλα για το «It», σχέδια, ενώ έγραψα ένα κείμενο για τις
φυλακές του Λιβάνου για το «Oz»· ήταν ένα ρεπορτάζ για την κατάσταση στα κελιά
με πολλούς ξένους κρατούμενους, που δημοσιεύτηκε τμηματικά. Αργότερα
κυκλοφόρησε σε βιβλίο ολόκληρο, μαζί με τη συνέντευξη που έκανα με τον Μπάροουζ
στην Ουάσινγκτον, δούλευα τότε στο «Voice of America». Ήταν φρικτά στο «Voice
of America», δεν μ' άρεσε καθόλου. Απαγορευόταν να πεις τη λέξη «σύντροφος»,
ακόμα και αν ήταν το «σύντροφος της ζωής μου». Ήταν εποχή Ρίγκαν, με πόλεμο
Ιράν-Ιράκ και προπαγανδιστικές εκπομπές. Πριν απ' αυτό ήμουν στο BBC, σε πολύ
πιο πολιτισμένη κατάσταση. Το beat κίνημα στην Ελλάδα ξεκίνησε το '62, με
δευτερεύοντες νέους και κοπέλες που ήταν ταξιδευτές κι έρχονταν στην Αθήνα και
στα νησιά. Αν είχαν και κάνα φράγκο παραπάνω, έπιαναν και σπίτι. Οι
περισσότεροι έμεναν στα Αναφιώτικα, σε μικρά σπιτάκια, και συχνάζαμε μαζί τους:
ο Κούλης, ο Πάγκαλος, εγώ, ή στα μεγάλα καφενεία του Συντάγματος, στον
Παπασπύρου, στον Ζαχαράτο και το καλοκαίρι στην Ύδρα. Είχα ασχοληθεί ήδη
με το beat κίνημα επειδή διάβαζα «Time», «Newsweek» και Μπάροουζ. Τον είχα ανακαλύψει
στο Bookstores στην Αμερικής. Τότε εμφανίστηκε κι ένα περιοδικό, το «Residue»
του Νταν Ρίχτερ, ο οποίος έβγαλε δυο τεύχη στην Ελλάδα με διάφορους ξένους που
ζούσαν εδώ και μετά συνεργάστηκε με τον Κιούμπρικ στην Οδύσσεια του
Διαστήματος, στις σκηνές με τους πιθηκάνθρωπους. Ήταν κολλητός των Beatles και
ο ίδιος ταξιδευτής. Ο μόνος δικός μας πραγματικά beat ποιητής ήταν ο Μεϊμάρης,
που είχε κάνει στο Σαν Φρανσίσκο, και ήταν ο άνθρωπος που επισκέφτηκε ο
Γκίνσμπεργκ όταν ήρθε στην Ελλάδα το '63. Όταν μου τηλεφώνησε ο Πουλικάκος για
να μου πει ότι θα βγάλουν το «Πάλι» με τον Βαλαωρίτη, ήμουν στο Παρίσι. Του
απάντησα «άντε, να φλομώσουμε στη δημιουργικότητα» και του έστειλα μια ιστορία
μου που μπήκε στο πρώτο τεύχος. Στη συνέχεια κατέβηκα στην Ελλάδα και μπήκα στην
επιτροπή που το έφτιαχνε, μέχρι τη δικτατορία που σταμάτησε να βγαίνει. Το ΚΔΩΑ
ήταν κάτι που είχα σκεφτεί μόνος μου, από μία φράση που έβαλα σε ένα από
ταχυδράματά μου (δικιά μου επινόηση, επίσης), που θα πει Κτηνώδης Δύναμη
Ωγκώδης Άγνοια - το «ογκώδης» γραμμένο με ωμέγα λόγω του ότι έχουμε άγνοια.
Υπάρχει στο πρώτο μου βιβλίο Εν Αγκαλία de Κρισγιαούρτι, μαζί με την επεξήγηση.
Σύμβολα θεωρούνται ο Σωκράτης κι ο Ηρακλής - ο πρώτος επειδή είπε «ένα ξέρω,
ότι τίποτα δεν ξέρω» και ο Ηρακλής ως κτηνώδης δύναμη. Δεν μετανιώνω για κάτι
ιδιαίτερα. Αν μπορούσα να ταξιδέψω πίσω στον χρόνο όμως, θα κοίταζα να είμαι
πιο πρακτικά δραστήριος και λιγότερο ανέμελος, στο στυλ «ό,τι βρέξει ας
κατεβάσει». Τον θάνατο δεν τον έχω φόβο. Προς το παρόν. Δεν φοβάμαι τίποτα για μένα
προσωπικά, ίσως μόνο την αναπηρία ή να χάσω τη σύντροφό μου. Αυτό που φοβάμαι
είναι η πιθανή ραγδαία κατολίσθηση των κοινωνιών των ανθρώπων. Η γνώμη μου
είναι μάλλον απογοητευτική για την Αθήνα. Υπάρχει μια τάση αυτοκαταστροφής,
φταίει ο πρώτος Καραμανλής. Το μόνο μοναδικό είναι η Ακρόπολη. Αλλιώς,
αντιπαροχές και θλιβερές αντιγραφές, ξενόφερτες. Πού και πού πέφτεις σε
ξεχασμένες γωνιές ή δρόμους που σου γλυκαίνουν την ψυχή, συμπτωματικά όμως.
Είναι πολλά πράγματα που με ενοχλούν ιδιαίτερα, και κανένα πιο πολύ απ' το
άλλο. Πρόχειρα θα μπορούσα να πω τους τερατώδεις, άσχημους όγκους από μέταλλο
και γυαλί, τους πεζόδρομους που γεμίζουν στο πι και φι με σκουπίδια κι
αυτοκίνητα, τα μουτζουρογκραφίτι στους τοίχους, κι άλλα, κι άλλα. Όσο για τα
γύρω συμβάντα που με εξοργίζουν, είναι ακόμα πιο πολλά. Η προσβλητική απληστία
που δείχνουν ωμά πολλοί έμποροι, οι μοτοσικλέτες που τρέχουν στα πεζοδρόμια, ο
ατάλαντος κι εκτός ελέγχου συρφετός της τηλεόρασης, οι νόμιμοι κλέφτες. Δεν
βγαίνουμε συχνά. Δεν πάμε ούτε καν σινεμά πια, η τελευταία ταινία που είδαμε
ήταν ο Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης. Πάμε μόνο για ψώνια. Αυτό που μου αρέσει
είναι να βρίσκομαι με παρεΐτσα σε καφενεία ήσυχα, που μπορείς ν' ακούσεις τον
συνομιλητή σου χωρίς βιασύνη, να διαβάζω βιβλία που μου πάνε και να συνομιλώ με
την Κέιτ, τη σύντροφό μου. Παίρνω δύναμη από την ψυχραιμία και το δυνατό
στομάχι. Η καλύτερη εικόνα που μπορώ να έχω στο μυαλό μου είναι η Κέιτ κι εγώ
σε μια βίλα στο Κάπρι, με αρχαία ερείπια και ζώα τριγύρω μας, γάτες, σκύλους,
κότες. Η ευτυχία υπάρχει σε στιγμές και μικρά χρονικά διαστήματα και σε όνειρα
του ύπνου. Εκτός αν ευτυχία είναι μια ζεστή κουβερτούλα, όπως του Charlie
Brown... Η θεϊκή ουσία δεν ανακατεύεται πουθενά. Περιέχει και το γιν και το
γιαν, κι εκεί που οι άνθρωποι βλέπουν επέμβαση είναι μόνο τυχαίες, τυφλές
συγκυρίες. Εφόσον δεχτούμε ότι ο Θεός είναι οντότητα, όχι πάντως με γενειάδα,
νομίζω ότι το κρυμμένο για μας ίχνος του είναι στα πάντα, στο παν που τα
ξεκίνησε όλα, στη δική του απείρως μικρή και για μας απείρως μυστική στιγμή,
και αυτό απλώθηκε και εξελίχθηκε μόνο του, χωρίς επεμβάσεις της δημιουργικής
νόησης. Η πιο πρόσφατη θέση, που δεν γίνεται να είναι και τελική -δεν θα είναι
ποτέ- βασίζεται στη θεωρία των κβάντων, απ' ό,τι έχω καταλάβει, που έχει κάνει
τον κορυφαίο φυσικό Στίβεν Χόκινγκ να πει ότι μάλλον υπάρχει Θεός. Η ζωή με
έχει διδάξει πολλές αμφιβολίες και πολύ λίγες βεβαιότητες - και αυτές όχι και
τόσο σίγουρες.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο διηγημάτων του Πάνου Κουτρουμπούση «Το
Κεντράκι του Ταρζάν» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.
Πηγή: www.lifo.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
