Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Underground έντυπα






Έντυπα «Αντεργκράουντ», τμήμα πρώτο (Α – F)

Παρουσίαση διαφόρων underground εντύπων.


Με τον εν καιρώ εμπλουτισμό τους, στα τέσσαρα συνολικά τμήματα αυτής της παρουσίασης, θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα έντυπα από τον αχανή ουρανό του «υπόγειου τύπου» των δεκαετιών 1960, 1970 και 1980.








«ACTUEL» («ΤΩΡΙΝΟ», 1967 - 1975) μηνιαίο  περιοδικό που ίδρυσε το 1967 στο Παρίσι ο Γιάννης Γεωργακαράκος (Jean «Karakos le Grec» Georgakarakos), αρχικά με μουσική, πρωτοποριακή τζαζ, θεματολογία ως «όργανο» της δισκογραφικής εταιρείας που είχε μαζί με τους Fernand Boruso  και Jean Luc Young («BYG Records», από τα αρχικά των επιθέτων των τριών ιδιοκτητών). 

Το μουσικό «Actuel» διοργάνωσε τον Οκτώβριο του 1969 το ομώνυμο μουσικό φεστιβάλ στην βελγική πόλη Amougies, στο οποία συμμετείχαν πολλά γνωστά ονόματα όχι μόνο της «free jazz» αλλά και του προοδευτικού ροκ, όπως Frank Zappa, Captain Beefheart, «Soft Machine», «Pink Floyd», «Ten Years After», Yes και «The Nice». 

Τον Μάϊο του 1970 το «Actuel» πέρασε στα χέρια του πρώην δημοσιογράφου της «L’ Express» Ζαν Φρανσουά Μπιζό (Jean - François Bizot, 1944  - 2007), που μόλις είχε επιστρέψει από ένα ταξίδι στις Η.Π.Α. γοητευμένος από την εκεί Αντικουλτούρα και τα  πολλά και εντυπωσιακά αντεργκράουντ έντυπα. Επί Μπιζό το «Actuel» έγινε το κορυφαίο γαλλικό αντεργκράουντ έντυπο με θεματογραφία που περιστρεφόταν γύρω από την κοινωνικοπολιτική κριτική, την αντικουλτούρα, το ροκ, την ψυχεδέλεια, την οικολογία και τα διάφορα ακανθώδη κοινωνικά ζητήματα όπως ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά ή η ομοφυλοφιλία, κατά μίμηση αντίστοιχων αντεργκράουντ εφημερίδων της Αγγλίας, όπως το «ΟΖ» ή το «ΙΤ», και σχεδιοϊστορίες γνωστών αντεργκράουντ δημιουργών, όπως του Marcel Gotlib, του Gilbert Shelton, της Aline Kominsky, του Robert Crumb, κ.ά. 

Το τελευταίο τεύχος του αντεργκράουντ «Actuel» εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1975, την στιγμή που για πρώτη φορά στην ιστορία του το περιοδικό είχε πετύχει πλεονασματικό ταμείο 900 δολλαρίων! Το 1979 κυκλοφόρησε ξανά, αυτή την φορά όμως ως έντυπο του συρμού αν και πρωτοποριακό στο ύφος των ρεπορτάζ του και στις συνοδεύουσες φωτογραφίες, γινόμενο προπομπός των γελοίων «life – style» περιοδικών που κατέκλυσαν τον εκδοτικό χώρο πριν καν περάσει μία δεκαετία. Αυτό το άλλο, υπηρετικό της κοινωνίας των μπιχλιμπιδιών, «Actuel», που στην μέγιστη ακμή του το 1981 έπιασε το τιράζ των 400.000 αντιτύπων, έκλεισε το 1994, όταν ο Μπιζό προχώρησε στην έκδοση του όμοιας κατεύθυνσης περιοδικού «Nova Μagazine».

Η ενδιαφέρουσα ιστορία του περιοδικού αποτυπώθηκε στο βιβλίο «Actuel, Les belles histoires» των εκδόσεων «de la Martiniere», στο οποίο παρουσιάζονται όλες οι μεταμορφώσεις του κατά την συνολικά 26χρονη εκδοτική διαδρομή του.



«AJOBLANCO» («ΑΣΠΡΟ ΣΚΟΡΔΟ», 1974 - 1999)

Αντεργκράουντ μηνιαίο περιοδικό της Καταλωνίας που ίδρυσαν στην Βαρκελώνη τον Οκτώβριο του 1974 ο 22χρονος τότε αναρχικός φοιτητής Πέπε Ρίμπας (José ή Pepe Ribas, 1951 - ), ο ηθοποιός δρόμου Τόνι Πούϊγ (Toni Puig) και ο Φερνάδο Μιρ (Fernando Mir), στον χώρο του ελευθεριακού κινήματος των λεγόμενων «Acratas» κατά τους τελευταίους μήνες της δικτατορίας του στρατηγού Φράνκο (ο ίδιος ήταν σοβαρά άρρωστος από τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς).

Στην εκδοτική ομάδα συμμετείχαν ακόμα οι Albert Abril, María José Ragué, Maria Dolls Nuria Amat, Santiago Soler Amigó, Juanjo Fernández, Jordi Alemany, Ramón Barnils, Federico Jiménez Losantos, οι συγγραφείς Λουϊς Ραθιονέρο (Luis Racionero, 1940 - , συγγραφέας το 1977 του βιβλίου «Filosofías del underground») και Quim Monzó, ο Cesc Serrat (ηθοποιός δρόμου), οι Karmele Marchante και Lidia Falcón (αγωνίστριες για τα δικαιώματα των γυναικών), οι φωτογράφοι Pep Rigol και Joan Fontcuberta, οι ποιητές José Solé Fortuny, Ana Castellar καΙ Tomás Nart, κ.ά.

Έχοντας διανύσει, με πολύ ενδιαφέρουσα και ευρεία ελευθεριακή, οικολογική και εναλλακτική θεματολογία, μία σχεδόν 6ετή διαδρομή στην καλύτερη φάση της οποίας (το έτος 1977) το τιράζ έπιασε τα 100.000 αντίτυπα, το «Ajoblanco» έκλεισε τον Ιούνιο του 1980, αφήνοντας πίσω του 56 τεύχη μεγέθους Α4 και 22 «παράλληλες» μονογραφίες και «ειδικές εκδόσεις». 

Ο Ρίμπας είχε φύγει από την Βαρκελώνη ήδη από το 1979, ωστόσο όταν επέστρεψε το 1987 (μετά από 5 χρόνια στη Μαδρίτη και 2 στο Λονδίνο) προχώρησε μαζί με τους Puig και Mir σε επανέκδοση του «Ajoblanco». Το νέο «Ajoblanco» που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1987 με εξαρχής αρίθμηση (τεύχος 1, κ.λ.π.), κάλυψε μία δύσκολη διαδρομή (κυρίως λόγω του κατά κανόνα χρεωστικού ταμείου και της χαύνωσης των περισσότερων νέων) μέχρι τον Δεκέμβριο του 1999, οπότε και έκλεισε οριστικά στο 124ο τεύχος του. Ο Ρίμπας εξέδωσε το 2007 το 590 σελίδων βιβλίο του «Los 70 a destajo. Ajoblanco y libertad», στο οποίο περιγράφει το χρονικό της πρώτης ηρωϊκής φάσης του περιοδικού, την δεκαετία του 1970.



«AKWESASNE NOTES»
(«ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΟΥΕΣΑΣΝΕ», 1968 - 1997)

Εναλλακτική μηνιαία και εν συνεχεία διμηνιαία ασπρόμαυρη εφημερίδα που εξέδωσε σε μεγάλο μέγεθος από τον χειμώνα 1968 / 1969 με έδρα το Ρούσβελταουν (Rooseveltown, N.Y.) το έθνος των Μόχωκ («Mohawk Nation Council»).

Τα πρώτα τεύχη αυτοπεριγράφονταν ως «περιοδικό για φυσικούς και φυσιολογικούς λαούς» («A journal for native and natural peoples») το δε «Akwesasne Notes» υιοθετήθηκε ως τίτλος τον Μάρτιο του 1969 (σε παραλλαγμένη μορφή ως «Akwesasne News»). Η θεματολογία της εφημερίδας περιστρεφόταν κατά κανόνα γύρω από τα πολιτισμικά και ανθρώπινα δικαιώματα των αυτοχθόνων εθνών της Αμερικής με κύρια εστίαση την περιοχή Ακουεσάσνε μεταξύ Η.Π.Α. και Καναδά. 

Στο υψηλότερο τιράζ της η «Akwesasne Notes» τύπωσε 10.000 αντίτυπα, έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέλος του «Alternative Press Syndicate» (APS) και κατόρθωσε να διατηρήσει την τακτική της έκδοση μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στις 9 Ιανουαρίου 1988 τα γραφεία της έγιναν όμως στόχος βομβιστών.

Το 1991 η «Akwesasne Notes» σταμάτησε να εκδίδεται, αλλά στις αρχές του 1995 κατόρθωσε να κάνει ξανά την (τριμηνιαία αυτή την φορά και με την μορφή περιοδικού) εμφάνισή της. Στην μακρά, σχεδόν 30χρονη, διαδρομή της, η «Akwesasne Notes» είχε ως εκδότες της από το 1968/1969 έως το 1973 τον λευκό Καναδό Τζέρρυ Γκάμπιλ (Jerry Gambill) που υιοθετήθηκε από τους Μόχωκ και πήρε το όνομα Ραριχοκουάτς (Rarihokwats) και από το 1973 έως το 1996 τον αυτόχθονα (Σένεκα) στοχαστή και ακτιβιστή Σοτσισοουά (Sotsisowah) ή Τζων Μόχωκ (John C. Mohawk, 1944 – 2006).  
  


Άλλα μεγάλα ονόματα που συνεργάστηκαν με την εφημερίδα ήσαν ο Μόχωκ συγγραφέας και ακτιβιστής Νταγκ Τζωρτζ – Κανεντίιο (Doug George-Kanentiio) και ο Χοσέ Μπαρέϊρο (Jose Barreiro, εκδότης του περιοδικού «Native American»). 

«THE ALCHEMIST» («Ο ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ», 1968 - 1969)

Αντεργκράουντ μηνιαία εφημερίδα που εξέδωσε σε 5 συνολικά τεύχη από τον Οκτώβριο του 1968 έως τον Μάρτιο του 1969 στο Μανχάταν του Κάνσας (Manhattan, KS) ο Ραλφ Σπαρκς (Ralph Sparks). Με πλήρη τίτλο «The Αlchemist: Οracle of the Midwest», η εφημερίδα εξέδωσε τα 3 πρώτα τεύχη της πολυγραφημένα και τα άλλα δύο τυπωμένα σε όφφσετ.

Τα κείμενά της περιστρέφονταν γύρω από την ευρεία «Αντικουλτούρα» με προσανατολισμό την πνευματικότητα («Reflections on the Mantra» του Allen Ginsberg, ύμνοι από την Ριγκ Βέδα, «Evolution and Cosmic Consciousness» του αστρολόγου Gavin Arthur, κ.ά.) και φιλοξενούσε ψυχεδελικά σχέδια και αντεργκράουντ σχεδιοϊστορίες, όπως το μυστικιστικό «The Spiritual Stag Film» του Τζων Τόμπσον (John Thompson).


«AMBIT» (1959 - 2012)

Αγγλικό τριμηνιαίο περιοδικό πρωτοποριακής ποίησης και έκφρασης, που ιδρύθηκε το 1959 από τον λονδρέζο παιδίατρο και λογοτέχνη Μάρτιν Μπαξ (Martin Bax) και επέζησε μέχρι τον 21ο αιώνα (τον Απρίλιο του 2012 είχε εκδώσει το 208ο τεύχος του) με εκδοτική ομάδα τους Μπαξ, Καίητ Πέμπερτον (Kate Pemberton), Μάϊκ Φόρεμαν (Mike Foreman, 1938 - ), Χένρυ Γκράχαμ (Henry Graham, 1930 - ) και Γκέοφ Νίκολσον (Geoff Nicholson, 1953 -  ). Ήδη από το 1962 καλλιτεχνικός διευθυντής του περιοδικού είχε αναλάβει ο Φόρεμαν, που, σε συνεργασία με τον διευθυντή ποίησης Γκράχαμ το εμπλούτισε με δουλειές από νεότερους Βρετανούς δημιουργούς. 

Μέλος του «Underground Press Syndicate» (UPS) ήδη από το 1968, το «Ambit» φιλοξένησε στις σελίδες του κείμενα των William Burroughs, Jonathan Lethem, J. G. Ballard (1930 – 2009, που από το 1965 έγινε διευθυντής διηγημάτων στο περιοδικό), Τζεφ Νιούταλ (Jeff Nuttall, 1933 - 2004), κ.ά., ποίηση των Carol Ann Duffy (1955 - ), Peter Porter, Judy Brown, Fleur Adcock, Henry Graham, κ.ά. και σχέδια των Peter Blake (1932 - ), Mike Foreman, David Hockney (1937 - ), Eduardo Paolozzi (1924 - 2005), κ.ά. και πέρασε συχνά στα πεδία του αντικατεστημένου τύπου, με αποκορύφωση την δημοσίευση ποιημάτων γραμμένων υπό την επήρεια ψυχοδηλωτικών.

Άλλες «προχωρημένες» δημοσιεύσεις, κυρίως της «top» εποχής του περιοδικού (1967 - 1977), ήσαν τα κολλάζ λέξεων του Παολότσι («Moonstrips Empire News», 1967, «Why We Are in Vietnam», 1969, κ.ά.), οι εικονικές διαφημίσεις του Μπάλαρντ, κ.ά.


«ANN ARBOR ARGUS» (1968 - 1970)

Αντεργκράουντ εφημερίδα, μέλος του «Undergroud Press Syndicate» (U.P.S.), και του  «Liberation News Service», την οποία ίδρυσε το έτος 1968 στο Ann Arbor ο φοιτητής του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν Κεν Κέλλεϋ (Kenneth M. Kelley, 1949 - 2008).

Λίγο μετά την έκδοση του πρώτου τεύχους, ο εκδότης προσχώρησε στο «Κόμμα των Λευκών Πανθήρων» («White Panther Ρarty»), έγινε μέλος της κεντρικής του επιτροπής και μετέτρεψε το έντυπό του σε ημιεπίσημο όργανο της οργάνωσης. Επί δύο περίπου χρόνια το «Ann Arbor Argus» απόλαυσε την αποδοχή της νεολαίας του Μίσιγκαν, αποκτώντας μεγάλη επιρροή ανάμεσά της και σημαντική προπαγανδιστική ισχύ (σε αυτό μάλιστα δημοσιεύθηκε από το συγκρότημα των «MC5» το γνωστό κάλεσμα να επιτίθενται οι θαυμαστές τους στα καταστήματα που μποϋκοτάριζαν τον πρώτο τους δίσκο «Kick Out The Jams»).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μετά την καταστολή των «Πανθήρων» από το FBI, ο Κέλλεϋ εγκαταστάθηκε στο Σαν Φραντσίσκο της Καλιφόρνιας και από εκεί συνέχισε την αντεργκράουντ εκδοτική του δραστηριότητα με την ίδρυση και έκδοση του περιοδικού «Sun Dance».





«ANN ARBOR SUN» («Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝ ΑΡΜΠΟΡ», 1968 - 1976) 

Αντεργκράουντ εβδομαδιαία μεγάλου μεγέθους (44 εκατοστά) εφημερίδα που ίδρυσε τον Απρίλιο του 1968 στο Αν Άρμπορ του Μίσιγκαν ο ποιητής Τζων Σινκλαίρ (John Sinclair, 1941 -  , ιδρυτής του κοινόβιου «Trans-Love Energies» και πρόεδρος του «Κόμματος των Λευκών Πανθήρων») ως συνέχεια της αντεργκράουντ εφημερίδας «Warren-Forrest Sun» (1967 – 1968) του Ντητρόϊτ, στο οποίο έως τότε διέμεναν οι «Trans-Love Energies». Το πρώτο τεύχος της εφημερίδας κυκλοφόρησε στις 20 Απριλίου 1968 με τίτλο της απλώς «Sun», στις 4 Ιουλίου 1970 μετονομάστηκε σε «Sun/Dance» (όργανο της «Υπηρεσίας Πληροφόρησης» των «Πανθήρων» - «White Panther Information Service») και τελικά τον Μάϊο του 1971 κατέληξε σε «Ann Arbor Sun».


Με γραφίστικη επιμέλεια του γνωστού ψυχεδελικού ζωγράφου Γκάρυ Γκρίμσω (Gary Grimshaw, 1946 - ), η εφημερίδα λειτούργησε, έως τουλάχιστον το 1970 που ακόμα έφερε τον παράλληλο τίτλο «White Panther Community News Service», ως το επίσημο όργανο των «Λευκών Πανθήρων», ασχολούμενο με όλο το εύρος της «Αντικουλτούρας», από την επαναστατική πολιτική και τις σεξσυμβιωτικές θεωρίες μέχρι τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες και την μουσική ροκ ως απελευθερωτικό εργαλείο. Με κεντρικό σύνθημα την παρότρυνση του Σινκλαίρ ««ροκ - εν - ρολ, χόρτο και σεξ στους δρόμους», η εφημερίδα στήριξε δυνατά τις «γίπι» («yippie») εκδηλώσεις του Αυγούστου 1968 στο Σικάγο («Φεστιβάλ Ζωής», «Festival of Life») που κατεστάλησαν βίαια, με αποτέλεσμα να μπει στην λίστα προγραφών του FBI τους μήνες που ακολούθησαν.

To 1969 η εφημερίδα έγινε μέλος του «Underground Press Syndicate» (UPS), ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ο Σινκλαίρ φυλακίστηκε μετά από πλεκτάνη του FBI και έκτοτε η θεματογραφία εστίασε κυρίως στο κίνημα για την απελευθέρωσή του («Free John Sinclair»). Τον Ιανουάριο του 1973 η εφημερίδα ανεξαρτητοποιήθηκε από το «Κόμμα των Ανθρώπων του Ουράνιου Τόξου» («Rainbow People's Party», RPP) που τον Απρίλιο του 1971, ενόσω ακόμα ο Σινκλαίρ ήταν στην φυλακή (απελευθερώθηκε τον Δεκέμβριο του 1971), είχε διαδεχθεί το έντονα στοχοποιημένο «Κόμμα των Λευκών Πανθήρων».

Σε αυτή την καινούργια περίοδό της υπό την διεύθυνση μιας κολλεκτίβας («The Sun Collective») με επικεφαλής την καλλιτέχνιδα Μπάρμπαρα Βέϊνμπεργκ (Barbara Weinberg), η εφημερίδα γνώρισε νέα άνθιση. Μακριά από την αρχική της επαναστατική ρητορική, αλλά πάντοτε «εναλλακτική» ως προς το στίγμα της (από τον Νοέμβριο του 1974 μάλιστα ο Σινκλαίρ και οι άνθρωποί του, όπως ο Παν Πλάμοντον, είχαν προσληφθεί ως σύμβουλοι έκδοσης), η «Ann Arbor Sun» συνέχισε να εκδίδεται μέχρι το 1976. Από τον Οκτώβριο του 1975 η έδρα της εφημερίδας είχε μεταφερθεί στο Ντητρόϊτ και ο τίτλος της είχε επιστρέψει στο αρχικό «Sun». 



«ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ» (1980 - 1993) 

Η «Ανοιχτή Πόλη» ήταν το μοναδικό ελληνικό «αντεργκράουντ» περιοδικό που υπήρξε μέλος του «Undergroud Press Syndicate» (U.P.S.).

Εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1980 και έκλεισε οριστικά το 1993, έχοντας καταθέσει στην ελλαδική «υπόγεια» σκηνή 33 συνολικά τεύχη με πολύ προχωρημένη για τα τότε δεδομένα θεματογραφία, όπως αντικουλτούρα, αντιψυχιατρική, εναλλακτικές μορφές έκφρασης, μπητ λογοτεχνία, νεολαϊστικα ρεύματα, διεύρυνση συνείδησης, κ.ά. Το 1986 η «Ανοιχτή Πόλη» εξέδωσε και το περιοδικό «Πλατς!» με αντεργκράουντ κόμικς, το οποίο όμως  δεν κυκλοφόρησε δεύτερο τεύχος. 

Εκδότες της «Ανοιχτής Πόλης», η οποία ως υπότιτλο είχε την φράση «Περιοδικό Για Τα Περάσματα Που Δεν Βρέθηκαν Ποτέ», ήσαν οι Κώστας Μανδηλάς και Βλάσης Ρασσιάς. 

Στο εκπληκτικό αλλά άγνωστο έργο του  «Σύντομη Ιστορία των Φιλολογικών και Πολιτικών Περιοδικών της Ελλάδας, από την γέννησή τους μέχρι σήμερα (1784 - 1990)», ο Μ. Βάγιας περιγράφει το εν λόγω περιοδικό με τα ακόλουθα λόγια: «ένα περιοδικό γραμμένο με βαθιά και ανοιχτή αντίληψη, ένα από τα καλλίτερα στο είδος του, στα πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Ασχολείται και με την σύγχρονη λογοτεχνία».


«TO APEIRON» («ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ», 1982 - 1983)

Βραχύβιο δίγλωσσο (στα γαλλικά και αγγλικά) περιοδικό «για αντιεξουσιαστές παγανιστές» («Revue des Paiens Anti-Authoritaires») που εξέδωσε σε δύο μόνον τεύχη από το θερινό ηλιοστάσιο του 1982 έως την φθινοπωρινή ισημερία του 1983 ο Ρ. Υβ Μπρετόν (R. Yves Breton) από το Μοντρεάλ (Montreal) του καναδικού Κεμπέκ.

Το πρώτο τεύχος περιείχε, ανάμεσα σε άλλα, δύο θεωρητικά κείμενα του εκδότη, το ένα με τίτλο «Paien, Anarchiste et Pacifiste» και το άλλο για τον Υλοζωϊσμό, καθώς και ένα λογοτεχνικό ένθετο, το «Krach», με ποίηση των Gerard - Charles Valente, Marcel Labie, Jad, κ.ά.

Το δεύτερο περιείχε το κείμενο «Anarchiste paien, pourquoi pas?», ένα ακόμη για την αστρολογία, αναδημοσιεύσεις της «Last International» του Bob Black και των Ελλήνων «Mescaleros», καθώς και ένα ημιτελές κείμενο («Le Tablier Εrotique») του Gerard - Charles Valente.  


«AQUARIUS» («ΥΔΡΟΧΟΟΣ», 1969)

Βραχύβια διμηνιαία ταμπλόϊντ αντεργκράουντ «χίπι» εφημερίδα που εκδόθηκε όφφσετ το φθινόπωρο του 1969 στο Μπέρκλεϋ (Berkeley) της Καλιφόρνιας και φιλοξένησε κείμενα, ποίηση, φωτογραφίες και σχέδια (με πολύ γυμνό) σε όλο το φάσμα της «Αντικουλτούρας» (κομμιούνες, ψυχοδηλωτικά, οικολογία, ταντρισμός, κ.ά.). Το πρώτο τεύχος της κυκλοφόρησε τον Αύγουστο και το δεύτερο τον Οκτώβριο του 1969.

«ASTRAL PROJECTION» («ΑΣΤΡΙΚΗ ΠΡΟΒΟΛΗ», 1968 - 1973)

Αντεργκράουντ ταμπλόϊντ μη τακτικής περιοδικότητας «χίπι» εφημερίδα με πλήρη τίτλο «The Astral Projection: a North American Oracle», την οποία εξέδωσε στο Αλμπουκέρκη του Νέου Μεξικού (Albuquerque, New Mexico) από την 1η Νοεμβρίου 1968 μέχρι τον Οκτώβριο του 1973 μία μικρή εκδοτική ομάδα υπό το όνομα «La Asociación Flor de Mayo» με επικεφαλής τον Σκιπ Ουϊτσον (Skip Whitson).

Τα θέματα της, κατά κανόνα 36σέλιδης και πολύχρωμης, εφημερίδας, την οποία οι εκδότες ταχυδρομούσαν δωρεάν σε φυλακισμένους που ήθελαν να την διαβάσουν, περιστρέφονταν γύρω από την ευρύτερη «Αντικουλτούρα» (με αντεργκράουντ σχεδιοϊστορίες, ψυχεδελικά σχέδια και μεγάλη δόση του τρίπτυχου «sex -  drugs – rock’n’roll»), την οικολογία και τους εναλλακτικούς τρόπους ζωής («The new American Indian Tribes», στο τεύχος της 1ης Δεκεμβρίου 1968), δίχως όμως την αφέλεια που υπήρχε αλλού: όταν ονειροπόλοι νεαροί μεσοαστοί γίνονταν «χίπις» και έφθαναν στο Νέο Μεξικό για να βρουν έναν ιδεατό κόσμο, η εφημερίδα τους προσγείωνε στην σκληρή πραγματικότητα με κείμενα όπως το «Coming to Nuevo Μexico? Read this first» που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1969. 

Στους πολλούς συνεργάτες της εφημερίδας, που ήταν μέλος του «Underground Press Syndicate» (UPS) , συγκαταλέγονταν και οι Felipe Galdón, Chip Lewis, John Stearns, Aaron Howard, Robert Benjamin, David Locke, Sherry Lewis, Sue Tucker, Reynoldo Ayala, W.A. Goodman, Manuel Gutiérrez, Bob Blackjack, Joe Sálazar και Babs.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν η εκδότρια ομάδα μετονομάστηκε σε «Sun Publishing Company», η εφημερίδα άρχισε να στρέφεται περισσότερο προς την πνευματικότητα και το λεγόμενο «New Age» (Edgar Cayce, Lemuria, κ.λπ.). Το τελευταίο τεύχος της εφημερίδας κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1973 και εν συνεχεία ο Ουϊτσον την συγχώνευσε μαζί με μία ακόμη εφημερίδα που εξέδιδε, την δεκαπενθήμερη «Tribal Messenger» (Νοέμβριος 1969 έως Δεκέμβριος 1973), σε ένα καινούργιο περιοδικό με τίτλο «The Sun».

«BAULS OF THE BRICKYARD» (1969)

Φοιτητική αντεργκράουντ εφημερίδα, μέλος του «Underground Press Syndicate» (UPS) και του «Liberation News Service» (LNS), την οποία εξέδωσε από τις 6 Ιανουαρίου έως τις 23 Μαρτίου 1969 η φοιτητική οργάνωση «Ένωση της Ειρήνης» («Peace Union») στο Purdue University του Δυτικού Λαφαγιέτ της Ιντιάνα (West Lafayette, Indiana).

Η θεματολογία της εφημερίδας περιστρεφόταν γύρω από τον πόλεμο του Βιετνάμ και το ειρηνιστικό κίνημα, την μαριχουάνα και τα λοιπά ευφορικά, την πνευματικότητα και τον αντιρατσισμό, τα δε κείμενά της πλαισιώνονταν από σχέδια και φωτογραφίες με πολύ γυμνό (το πρώτο κιόλας τεύχος φιλοξενούσε φωτογραφία των Τζων Λέννον και Γιόκο Όνο γυμνών), καθώς και ποίηση γύρω από τα προαναφερθέντα θέματα.

Το τολμηρότερο 3ο τεύχος της εφημερίδας (18 Φεβρουαρίου 1969) κρίθηκε «άσεμνο» από τις πανεπιστημιακές αρχές και μεθοδεύτηκε η απαγόρευση της διακίνησής του στους πανεπιστημιακούς χώρους. Το τελευταίο (4ο) τεύχος του «Bauls of the Brickyard» κυκλοφόρησε στις 23 Μαρτίου 1969. 


«BEATITUDE» («ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΣ», 1959 – 1961 και 1961 - 1987)

Πολυγραφημένο περιοδικό ποίησης που ίδρυσαν στο Σαν Φραντσίσκο το 1959 οι Τζων Κέλλυ (John Kelly), Άλλαν Ουϊνανς (A. D. Winans, Allan Davis Winans, 1936 - ), Ουϊλιαμ Μαργκόλις (William J. Margolis), Άλλεν Γκίνσμπεργκ και Μπομπ Κάουφμαν (Bob Kaufman, 1925 - 1986) με σκοπό να δοθεί προβολή σε πολλούς νεοεμφανιζόμενους «τζαζ» και «μπητ» ποιητές της περιόδου ή, όπως οι ίδιοι οι εκδότες έγραψαν, «ν’ αναδειχθεί η ωραιότητα και να προβληθεί η μακαρία ζωή στους κατοίκους και στους παρατηρητές του Σαν Φραντσίσκο».

Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε στις 9 Μαϊου 1959 και ακολούθησαν άλλα 34, με ανά τεύχος κυκλικό μοίρασμα της θέσης του αρχισυντάκτη ανάμεσα στα μέλη της εκδοτικής ομάδας. Το περιοδικό έκλεισε το 1961, αλλ’ άνοιξε ξανά, υπό νέα εκδοτική ομάδα, το 1969 για να προχωρήσει μέχρι και την δεκαετία του 1980.


«BIRTH» («ΓΕΝΝΑ», 1958 - 1960)

Πολυγραφημένο ετήσιο λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδωσαν από τον Οκτώβριο του 1958 στο Ήστ Βίλατζ (East Village) της Νέας Υόρκης ο ποιητής, συγγραφέας, σκιτσογράφος, μουσικός και μετέπειτα μέλος των «The Fugs» Τούλι Κούπφερμπεργκ (Naphtali «Tuli» Kupferberg, 1923 – 2010) και η σύζυγός του Σύλβια Τοπ (Sylvia Topp, 1935 - ). 

Το «Birth» εξέδωσε μόνο 3 «θεματικά» τεύχη, ωστόσο φιλοξένησε ηχηρά ονόματα της τότε ποιητικής πρωτοπορείας, όπως Τεντ Τζόανς (Theodore «Ted» Joans, 1928 - 2003), Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), Ντιάνε Ντι Πρίμα (Diane Di Prima), Λερουά Τζόουνς (LeRoi Jones), κ.ά. 

Το τελευταίο τεύχος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1960 και ήταν αφιερωμένο εν γένει στα «διεγερτικά» («Stimulants»), από το αλκοόλ μέχρι τις ψυχοδηλωτικές ουσίες. Τα δύο προηγούμενα ήσαν αφιερωμένα στην μποεμία και την παιδική γραφή («The Bohemian Issue» και «Children's Writings).







«THE BLACK DWARF» («ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΞΩΤΙΚΟ», 1968 - 1972)

Έντονα πολιτική αλλά πλουραλιστική αντεργκράουντ Αγγλική εφημερίδα που εξέδωσε επί μία τετραετία η ομώνυμη σοσιαλιστική πολυπληθής κολλεκτίβα (Bob Rowthorn, Sean Thompson, Clive Goodwin, David Mercer, Mo Teitlebaum, Robin Fior, Douglas Gill, Adrian Mitchell, Sheila Rowbotham, Roger Tyrrell, Fred Halliday κ.ά.) από μία τοποθεσία του λονδρέζικου Σόχο. 

Το όνομά της υιοθέτησε από την ομώνυμη σατιρική ριζοσπαστική εφημερίδα που εξέδιδε από το 1817 έως το 1824 ο Thomas Jonathan Wooler. Το πρώτο τεύχος της «The Black Dwarf» κυκλοφόρησε στα μέσα του Μαϊου 1968 με αρχισυντάκτη και υπεύθυνο εκδότη (έως και το 1970) τον ήδη γνωστό ακτιβιστή για τον τερματισμό του πολέμου στο Βιετνάμ Ταρίκ Άλι (Tariq Ali, 1943 - ). Καθώς κατά την παραγωγή του 2ου τεύχους γιγαντώθηκε ο περίφημος «Παρισινός Μάης», η εφημερίδα εξασφάλισε τακτική ανταπόκριση από τον ποιητή, καλλιτέχνη και πολιτικό ακτιβιστή Ζαν – Ζακ Λεμπέλ (Jean - Jaques Lebel, 1936 - ) και αναλύσεις από τον Έρικ Χόμπσμπαουμ (Eric Hobsbawm, 1917 - ). 

«Το Μαύρο Ξωτικό είναι ο κόκκινος ήλιος μέσα στις καρδιές μας» έγραψε τον Ιούνιο του 1969 ο γνωστός συγγραφέας Έρνεστ Μαντέλ (Ernest Mandel, 1923 - 1995), κλείνοντας το κείμενό του για την πρώτη επέτειο από την κυκλοφορία της εφημερίδας. Ήδη από το φθινόπωρο του 1968 η εφημερίδα είχε αναδημοσιεύσει από το αμερικανικό περιοδικό «Ράμπαρτς» («Ramparts») σε ειδική έκδοσή της το «Βολιβιανό ημερολόγιο» του Τσε Γκεβάρα (Che Guevara), ενώ στις 10 Μαϊου 1970 θα φιλοξενήσει το γνωστό κείμενο του Ζαν Ζενέ (Jean Genet, 1910 - 1986) για το κίνημα «Black Power» των Αφροαμερικανών.

Το τεύχος της 10ης Ιανουαρίου 1969 αφιέρωνε την καινούργια χρονιά στην «Μαχόμενη Γυναίκα» με άρθρα όπως «Women, Sex and the Abolition of the Family», «1969: Year of the Militant Woman?», κ.ά. ωστόσο η φεμινιστική τάση είχε έλθει ήδη λίγες ημέρες πριν από την έκδοση του συγκεκριμένου τεύχους σε εντονότατες προστριβές με την «αρσενική σωβινιστική» πλευρά και κυρίως με τον νεαρό «χίπι» υπεύθυνο των γραφικών που προερχόταν από το «ΟΖ» του Ρίτσαρντ Νεβίλ (Richard Neville, 1941 - ) και με αυτή την λογική είχε γεμίσει με αρκετό γυμνό τις σελίδες της εφημερίδας. Ακόμα και το μανιφέστο της Σήλα Ροουμπόθαμ (Sheila Rowbotham, 1943 - ), μετέπειτα συγγραφέως του «Women, Resistance and Revolution», επρόκειτο να τυπωθεί επάνω σε ένα background που απεικόνιζε μία γυμνή γυναίκα με τεράστια στήθη. Παρά το ότι με την επέμβαση του Ταρίκ Άλι το τεύχος ανασχεδιάστηκε εξαρχής και αφαιρέθηκαν στην τελική εκδοχή όλα τα γυμνά, η γκρίνια των φεμινιστριών σχεδόν για το κάθε τι συνεχίστηκε σε όλη την διάρκεια της χρονιάς.

Τελικά μέσα στο 1970 η πολυπληθής εκδοτική ομάδα της εφημερίδας διασπάστηκε και οι τροτσκιστές με επικεφαλής τον Ταρίκ Άλι αποχώρησαν για να ιδρύσουν στην συνέχεια τον «Κόκκινο Τυφλοπόντικα» («The Red Mole»). Η  «Black Dwarf» επέζησε μόλις ενάμιση χρόνο μετά από εκείνη την διάσπαση.




«DAELE» (1966 - 1968)

Αντεργκράουντ πολυγραφημένο περιοδικό του νεαρού Βέλγου «χίπι» μετέπειτα συγγραφέα και ποιητή Jan Emiel Daele (1942 - 1978), στο οποίο δημοσίευε κείμενα δικά του αλλά και άλλων εκπροσώπων της Νέας Αριστεράς και της «Αντικουλτούρας» κατά την διετία 1966 - 1968. 

Στα πρώτα, διαστάσεων 21,5 Χ 27,5 εκατοστών, τεύχη του περιοδικού αναδημοσιεύθηκαν συνεντεύξεις των Roel van Duyn και Harry Mulisch από την συλλογή «Τι είναι αριστερό;» («Wat is links?», 1966) του ποιητή και ηγέτη των Βέλγων «Πρόβος» Herman J. Claeys (1935 – 2009). 

Τον Οκτώβριο του 1967 τέσσερις μυστικοί αστυνομικοί εισέβαλαν στο σπίτι του 26χρονου τότε εκδότη στην Reusestraat του Γκεντ (Ghent) με αφορμή ένα δισέλιδο κείμενο του Claeys με τίτλο «Πουτσοχαιρετισμός» («De penisgroet») στο τεύχος νούμερο 10 (Ιούνιος / Ιούλιος 1967) και κατάσχεσαν επιστολές, έντυπα και λίστες συνδρομητών.

Το «Daele» εξέδωσε 15 συνολικά τεύχη εκ των οποίων τα τρία ήσαν διπλά. Το 18ο και τελευταίο τεύχος κυκλοφόρησε την 1η Οκτωβρίου 1968.






«DALLAS NOTES» («ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΤΑΛΑΣ», 1967 - 1971)

Δεκαπενθήμερη αντεργκράουντ εφημερίδα, μέλος του «Underground Press Syndicate» (UPS), την οποία εξέδωσε στο Ντάλας (Dallas, Texas) από τον Μάρτιο 1967 έως τον Φεβρουάριο του 1971 σε 90 περίπου τεύχη ο «χίπι» Στόνεϋ Μπερνς (Stoney Burns, 1942 - 2011) μαζί με τον φωτογράφο Τζι Αρ Κόμπτον (J. R. Compton). 

Η εφημερίδα ιδρύθηκε αρχικά ως «Σημειώσεις από το Αντεργκράουντ» («Notes from the Underground») από μία ομάδα «χίπι» φοιτητών του τοπικού πανεπιστημίου «Southern Methodist University» που όταν επιχείρησαν να διοργανώσουν ένα τοπικό «love-in» και τους σταμάτησε η αστυνομία αποφάσισαν να κηρύξουν τον πόλεμο «στον αυταρχισμό, την μισαλλοδοξία και την υποκρισία».

Η πολύχρωμη εφημερίδα, που από το 26ο τεύχος της τον Φεβρουάριο του 1968 υιοθέτησε τον τίτλο «Dallas Notes», και στην μεγαλύτερη κυκλοφοριακή ακμή της έπιασε τα 12.000 αντίτυπα, προωθούσε σε παραλληλία την ψυχεδελική «χίπι» Αντικουλτούρα και τον πολιτικό ακτιβισμό της Νέας Αριστεράς μέσα από ένα πλούσιο lay-out (έργο του καλλιτέχνη Charles Oldham, γνωστού ως «Charlie O») κοσμημένο από «χίπι» σχέδια και πρωτότυπες αντεργκράουντ σχεδιοϊστορίες (με γνωστότερη την «The Man - The Continuing Story of God» του σχεδιαστή Dennis Harper επάνω σε κείμενα του Jay Gaulding).



Στην διάρκεια της ζωής της, η «Dallas Notes» υπήρξε κατ’ επανάληψη στόχος της αστυνομικής επιθετικότητας, με πρώτο θύμα τον Μπερνς που διώχθηκε για «άσεμνα» και επίσης σε μία περίπτωση υπέστη ξυλοδαρμό, ενώ τα γραφεία της εφημερίδας βανδαλίστηκαν άγρια σε μία υποτιθέμενη «αντιπορνογραφική έρευνα» το φθινόπωρο του 1968 (η υπόθεση έφθασε αργότερα μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α., όπου διατυπώθηκε πως «θα ήταν μάλλον δύσκολο να βρεθεί στα αρχεία μας η περίπτωση μιας περισσότερο έκνομης search-and-destroy επιδρομής»). 

Ο Μπερνς, κατηγορούμενος ως «αρχηγός των χίπις», συνελήφθη και ξυλοφορτώθηκε ακόμη μία φορά στις 12 Απριλίου 1970 μαζί με άλλους 150 νεαρούς, κατά τις αγριότητες της ντόπιας αστυνομίας στο Πάρκο Λη (που η εφημερίδα περιέγραψε ως «σφαγή», «Lee Park Massacre») ενάντια στους εκατοντάδες νεαρούς μακρυμάλληδες που είχαν ήδη από τις 12 Μαρτίου καθιερώσει να κάνουν εκεί ολόγυμνοι μπάνιο.

Η σύλληψη του Μπερνς

Το κλείσιμό της «Dallas Notes»  τον Φεβρουάριο του 1971 πυροδότησε την γέννηση δύο διαδόχων αντεργκράουντ εφημερίδων, της εβδομαδιαίας «The Iconoclast» («Ο Εικονοκλάστης», 1971 – 1977, με εκδότη τον Μπερνς) και της «HOOKA» (που εξέδωσε ο Κόμπτον μέχρι το 1974, από τα αρχικά της φανταστικής οργάνωσης «The Humanitarian Order of Kosmic Awareness»). 


«DESPERADO» (1966)

Πολυγραφημένο περιοδικό του Ρόττερνταμ (Rotterdam) που κυκλοφόρησαν σε 6 συνολικά τεύχη το έτος 1966 οι Leks Groen, Leen Louwerse και Waldo van Dreven, ως «επίσημο όργανο» του κινήματος των «Πρόβος» («Provos») για την συγκεκριμένη πόλη: «blad van het Rotterdamse provotariaat».

Στο αγαπημένο (μακρόστενο) σχήμα των «Πρόβος», αλλά λίγο ψηλότερο σε διαστάσεις 11 Χ 34 και εικονογραφημένο με δουλειές των Walter Reese, R. Olaf Stoop, κ.ά., περιέστρεφε την θεματογραφία του γύρω από τα «χάππενινγκς» και τα «λευκά σχέδια» του κινήματος, πλαισιωμένα από ποίηση (Simon Vinkenoog, κ.ά.), κοινωνική κριτική, καλλιτεχνικές πρωτοπορίες («action painting», κ.ά.) και λοιπές κινηματικές ειδήσεις.

Το 44σέλιδο και σε διαστάσεις 13,8 Χ 21,1 εκατοστών πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Μάϊο του 1966 και το34σέλιδο και σε διαστάσεις 11 Χ 34 εκατοστών 6ο και τελευταίο τον Δεκέμβριο του 1966.









«EVO», «EAST VILLAGE OTHER» (1965 - 1972)



Περίφημη αντεργκράουντ εφημερίδα της Νέας Υόρκης, αρχικά μηνιαία και εν συνεχεία δεκαπενθήμερη, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1965 από τους Τζων Ουϊλκοκ (John Wilcock, 1927 -  ), Ουώλτερ Μπόουαρτ (Walter Howard Bowart, 1939 – 2007), Ισμαήλ Ρηντ (Ishmael Scott Reed, 1938 - , ποιητή και διηγηματογράφο που έδωσε και το όνομα στην εφημερίδα), Sherry Needham και Allan Katzman και κυκλοφόρησε το πρώτο της τεύχος στα τέλη της χρονιάς, λίγο μετά την έκδοση στην Καλιφόρνια του πρώτου έντυπου της Αντικουλτούρας «Los Angeles Free Press» («Ελεύθερος Τύπος του Λος Άντζελες»).

Η «East Village Other» υπήρξε ωστόσο η πρώτη εφημερίδα του κινήματος που υιοθέτησε το πολύχρωμο ψυχεδελικό lay-out, το οποίο αργότερα έγινε τόσο δημοφιλές στα περισσότερα έντυπα του αντεργκράουντ. 

Η «East Village Other», που αποτελούσε για την Νέα Υόρκη την δεκαπενθήμερη 16σέλιδη «χίπικη» ανταγωνίστρια του πολιτικοποιημένου «Ποντικού» («Rat» ή «Rat Subterranean News»), υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περίφημου «Underground Press Syndicate» (UPS) και παρείχε επίσης τις σελίδες της για την προβολή του έργου πολλών μετέπειτα γνωστών αντεργκράουντ δημιουργών σχεδιοϊστοριών, όπως οι Robert Crumb, Trina Robbins, Bill Beckman (ο κύριος ήρωας του οποίου «Captain High» είχε σκοπό ζωής να παραμένει αέναα «φτιαγμένος»), Manuel «Spain» Rodriguez, Art Spiegelman, Hurricane Nancy Kalish, Kim Deitch (δημιουργό των «Waldo the Cat» και «Uncle Ed»), κ.ά. 

Μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας παρήλασε επίσης με κείμενα ή συνεντεύξεις του ένα μεγάλο τμήμα της Αντικουλτούρας, από τους Τίμοθυ Λήρυ (Timothy Leary, πρώην καθηγητή στο Χάρβαρντ και εν συνεχεία «γκουρού» του LSD), Άμπυ Χόφφμαν (Abbie Hoffman), Άλλεν Γκίνσμπερκ (Allen Ginsberg), μέχρι την συγγραφέα Lynda Crawford, τον φιλόσοφο των media Μακ Λιούαν (Herbert Marshall McLuhan, 1911 – 1980) και το προκλητικό συγκρότημα «The Fugs».

Ανάμεσα στους πολλούς τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας (αρθρογράφους, φωτογράφους, κ.λπ.) ξεχώρισαν οι Peter Leggieri (αρχισυντάκτης έως το 1969), Jaakov Kohn (αρχισυντάκτης μετά τον Λετιζιέρι), Ed Sanders, Claudia Dreifus, Alex Gross, Dr.  Eugene Schoenfeld, Joel Fabrikant, Ray Schultz, Alan Shenker, Tuli Kupferberg, Coca Crystal, Dean Latimer, A. J. Weberman, Dennis Frawley και Charlie Frick, με συμμετοχές επίσης από την Ευρώπη των Σάϊμον Βίνκενουγκ (Simon Vinkenoog, Ολλανδία) και Ζ. Ζ. Λεμπέλ (J. J. Lebel, Γαλλία).    

Το 1969, και ενώ ήδη η Sherry Needham είχε αποχωρήσει και ο Bowart είχε φύγει για την Αριζόνα όπου και ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Omen Press», η εφημερίδα δημιούργησε επίσης, με εκδότες τους Λετζιέρι και Vaughn Bode (1941 - 1975), την ταμπλόϊντ εφημερίδα «Gothic Blimp Works», αφιερωμένη αποκλειστικά σε αντεργκράουντ σχεδιοϊστορίες. Η «Gothic Blimp Works» εξέδωσε 8 τεύχη με δουλειές των Art Spiegelman, Ron Haydock, Jay Lynch, Larry Hama, Vaughn Bode, Robert Crumb, Kim Deitch, Trina Robbins, Bernie Wrightson, Bhob Stewart, Spain Rodriguez, Joel Beck, Roger Brand,  Michael Kaluta, George Metzger, Ralph Reese, Steve Stiles, S. Clay Wilson, κ.ά. Είχε προηγηθεί η έκδοση το 1966 της 24σέλιδης ταμπλόϊντ «Zodiac Mindwarp» με εκδότη τον Manuel «Spain» Rodriguez.

Έχοντας πιάσει στις καλύτερες ημέρες της μία πολύ καλή κυκλοφορία περισσότερων από 65.000 αντιτύπων, και έχοντας αποπειραθεί μία ακόμη θυγατρική εφημερίδα, την βραχύβια ημι-πορονογραφική «Kiss» (με πρώτο τεύχος στις 28 Απριλίου 1969 και εκδότες τους Joel Fabricant, Dean A. Latimer και  Peter Mikalajunas), η  θρυλική «East Village Other» άρχισε από τα τέλη του 1971 να αραιώνει την συχνότητα της κυκλοφορίας της και τελικά, εξαιτίας κυρίως των ανεπίλυτων οικονομικών προβλημάτων, έπαψε να εκδίδεται τον Μάρτιο του 1972. 

Δύο από τα τεύχη της «East Village Other» μπορείτε να διαβάσετε σε μορφή pdf εδώ (vol 4 no 24, 14 Μαϊου 1969 ) και εδώ (vol 5 no 13, 3 Μαρτίου 1970). 






«EVERGREEN REVIEW» («ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ», 1957 - 1973)

Αμερικανικό πρωτοπορειακό λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδωσε σε 96 συνολικά τεύχη από το 1957 έως το 1973 ο Μπάρνεϋ Ρόσετ (Barnet Lee ή «Barney» Rosset 1922 – 2012), εκδότης του «Grove Press». Στην αρχή το περιοδικό ήταν τριμηνιαίο, μετά πύκνωσε την περιοδικότητά του σε διμηνιαίο για να καταλήξει στα τελευταία του χρόνια σε μηνιαίο. Στην ακμή του το περιοδικό έπιασε το τιράζ των 150.000 αντιτύπων, από τα οποία τα 40.000 στέλνονταν σε συνδρομητές.

Στις ιστορικές σελίδες του «Evergreen Review», που πρώτο ανέδειξε σε ευρύτερη κλίμακα την σκηνή «μπητ», φιλοξενήθηκαν κείμενα (άλλα απλώς αντισυμβατικά, άλλα στα όρια της ανοχής του κατεστημένου τύπου) των Pablo Neruda, Jean - Paul Sartre, Jack Kerouac (πριν καν εκδώσει το «Στον Δρόμο»), Albert Camus («Essai sur la guillotine», 1960), Terry Southern, Gary Snyder, Lawrence Ferlinghetti, Octavio Paz,Richard Brautigan, Bertolt Brecht, LeRoi Jones (Amirari Baraka),Edward Albee, Harold Pinter, Philip Whalen, Allen Ginsberg, SamuelBeckett, Jorge Luis Borges, Susan Sontag, Timothy Leary, AbbieHoffman, Charles Bukowski, William S. Burroughs, John Rechy, TomStoppard, Derek Walcott, Malcolm X, Marguerite Duras, Jean Genet,Vladimir Nabokov, Robert Coover, Frank O' Hara, Kenzaburo Oe,Günter Grass, Norman Mailer, Henry Miller, Carlos Fuentes, William Eastlake, Lenore Kandel, Boris Vian, Robert Stromberg, Friedrich Durrenmatt, Robert Creeley, Eldridge Cleaver, Hitoshi Anzai, DotsonRader, Turner Brown, Bernadette Devlin, Tuli Kupferberg, Jerry Rubin,Vilgot Sjoman, Michael McClure, Bobby Seale, Bob Garner, FrankZappa, κ.ά.

Φιλοξενήθηκαν επίσης ενδιαφέροντα σχέδια, σχεδιοϊστορίες και φωτογραφίες, συχνά με εντονότατη ερωτική πινελιά και μέσα από τις σελίδες του περιοδικού αναδείχθηκε από τον Ιανουάριο του 1965 μέχρι το 1978 η πρώϊμη S/M εικονονουβέλα «The Adventures of PhoebeZeit-Geist» σε κείμενο του νεαρού τότε Μάϊκελ Ο’ Ντόνογκχιου (MichaelO' Donoghue, 1940 – 1994) και σχέδια του γνωστού καλλιτέχνη Φρανκ Σπρίνγκερ (Frank Springer, 1929 - 2009).

Το τεύχος 49 (Οκτώβριος 1967) ήταν αφιερωμένο στους «χίπις» και την «Δύναμη των Λουλουδιών» («Flower Power»). Ταγμένο στην αντιμετώπιση του ερωτισμού ως κατ’ εξοχήν πολιτικό θέμα, το «Evergreen Review» συχνά προκάλεσε το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής και το 1964 μάλιστα διατάχθηκε η κατάσχεση του 32ου τεύχους του (Απρίλιος – Μάϊος 1964) με την κατηγορία των «ασέμνων» από τον περιφερειακό εισαγγελέα της Nassau County της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Το 1968 πάλι, το περιοδικό έγινε στόχος βομβισμού από εξόριστους Κουβανούς όταν αφιέρωσε το 51ο τεύχος του (Φεβρουάριος 1968) στο «Πνεύμα του Τσε» με το τελευταίο γράμμα του Τσε Γκεβάρα, ένα εγκώμιο από τον Φιντέλ Κάστρο, κείμενο του Ντεμπραί (Regis Debray), κ.ά. Απτόητος ο Ρόσετ δημοσίευσε μερικούς μήνες αργότερα (τεύχος 57, Αύγουστος 1968) το «αντάρτικο ημερολόγιο Βολιβίας» του Τσε Γκεβάρα.

Πολλά από τα κείμενα της πρώϊμης εποχής του περιοδικού εκδόθηκαν από τον Ρόσετ το 1998 υπό μορφή ανθολογίας και με τον τίτλο «Evergreen Review Reader, 1957 – 1966. A Ten Year Anthology». Ο Ρόσετ ξανακυκλοφόρησε την ίδια χρονιά μαζί με την σύζυγό του Άστριντ Μάϊερς (Astrid Myers) το περιοδικό σε ηλεκτρονική / διαδικτυακή έκδοση, με αναδημοσιεύσεις από τα παλαιά τεύχη αλλά και νεότερα κείμενα από συγγραφείς όπως οι Regina Dereiva, Bettina Jonic, DennisNurkse, Giannina Braschi, κ.ά.




«SAN FRANCISCO EXPRESS TIMES» (1968 - 1969)

Αντεργκράουντ ταμπλόϊντ εβδομαδιαία εφημερίδα, μέλος του «Underground Press Syndicate», που εξέδιδαν από τις 24 Ιανουαρίου 1968 έως τις 25 Μαρτίου 1969 στο Σαν  Φραντσίσκο (San Francisco) οι Μάρβιν Γκάρσον (Marvin Garson, βετεράνος του «Κινήματος για την Ελευθερία του Λόγου», « Free Speech Movement » και εκδότης του δελτίου «Wooden Shoe ») και Μπομπ Νόβικ (Bob Novick).  

Οι «Express Times», με εξώφυλλο που θύμιζε την «New York Daily News», είχαν τις σελίδες τους γεμάτες με μεγάλες φωτογραφίες (εξαιρετικών φωτογράφων όπως οι Nacio Jan Brown,  Jeff Blankfort, κ.ά.), εντυπωσιακά σχέδια (από τους Ron Cobb, Jaxon, κ.ά.), αρκετή ποίηση και παθιασμένα άρθρα γύρω από την πολιτική επαναστατικότητα, την μουσική ροκ, την «Αντικουλτούρα, κ.ά. 

Σημαντικότεροι συνεργάτες ης εφημερίδας, που συνήθιζε να «φοράει» ένα φύλλο κάνναβης στο λογότυπό της μη κρύβοντας το ανοικτό φλερτ της με τους «pot-heads» της Καλιφόρνιας, υπήρξαν οι Τοντ Γκίτλιν (Todd Gitlin, 1943 - , ένας από τους ιδρυτές της αριστερίστικης «Students for a Democratic Society», SDS), Γκρέηλ Μάρκους (Greil Marcus), Πωλ Ουϊλιαμς (Paul Williams), Μάρτζορι Χέϊνς (Marjorie Heins), Λένυ Χέλερ (Lenny Heller, που δημοσίευε την διηγηματική σειρά «Berkeley Guns»), Σάντυ Ντάρλινγκτον (Sandy Darlington), Νταν Γεκόργκακας, Νταίηβιντ Σινκλαίρ, κ.ά.

Κατά του εκδότη Γκάρσον σχηματίστηκε δικογραφία στο Σικάγο για τις ταραχές του Αυγούστου κατά την διάρκεια του εκεί Συνεδρίου του Δημοκρατικού Κόμματος και τον Δεκέμβριο καταδικάστηκε τελικά σε 20ήμερη φυλάκιση. Σύμφωνα με έγγραφα που ήλθαν στο φως με τον γνωστό νόμο για ελευθερία της πληροφόρησης («Freedom of Information Act») η εφημερίδα παρακολουθείτο από καιρό εκ των έσω από έναν χαφιέ, τον οποίο είχε κατορθώσει το FBI να «φυτέψει» στην εκδοτική ομάδα. 

Τον Απρίλιο του 1969, μετά από 62 εν συνόλω τεύχη και έπειτα από την αποχώρηση του Γκάρσον, η εφημερίδα μετονομάστηκε σε «Good Times», τίτλο με τον οποίο συνέχισε έως και το 1972. 







«THE FIFTH ESTATE» (1965 - )

Αμερικανικό αντεργκράουντ και αντιεξουσιαστικό περιοδικό από το Ντητρόϊτ του Μίσιγκαν, το μακροβιότερο αγγλόφωνο αντιεξουσιαστικό περιοδικό όλης της Βόρειας Αμερικής, τοποθετημένο από τον ίδιο του τον τίτλο ως αντίπαλο του κατεστημένου Τύπου, που ως γνωστόν εμφανίζεται ως η «Τέταρτη Εξουσία». 

Ιδρύθηκε το 1965 από τον τότε 17χρονο Harvey Ovshinsky, μετά από ένα ταξίδι του στην Καλιφόρνια, όπου εργάστηκε για ένα μικρό διάστημα στο περιοδικό «Los Angeles Free Press», το πρώτο αντεργκράουντ περιοδικό στην ιστορία των Η.Π.Α. Από το Λος Άντζελες υιοθέτησε και το όνομα «Fifth Estate», το οποίο έφερε ένα μικρό καφέ του Sunset Strip, όπου σύχναζαν αρκετοί διανοούμενοι της περιοχής. 

Το πρώτο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε στις 19 Νοεμβρίου 1965, «κτυπημένο» σε γραφομηχανή και εκτυπωμένο σε όφσετ λιθογραφείο. Το 1966 ο Ovshinsky μετέφερε την έδρα του περιοδικού από το υπόγειο του σπιτιού του σε ένα ισόγειο στο κέντρο της πόλης, κοντά στο Πανεπιστήμιο Wayne State, όπου το υιοθέτησαν η τοπική «Επιτροπή για τον τερματισμό του πολέμου του Βιετνάμ», το «Καλλιτεχνικό Εργαστήρι» του ποιητή Τζων Σινκλαίρ (John Sinclair) και άλλοι ριζοσπάστες. Από εκεί και μετά η κυκλοφορία του περιοδικού γνώρισε θεαματική αύξηση και στα επόμενα χρόνια το «Fifth Estate» δέσποζε ανάμεσα στα καλύτερα από τα περισσότερα από 500 αντεργκράουντ περιοδικά που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή στις Η.Π.Α. 

Η κυκλοφορία του περιοδικού κυμαινόταν εκείνη την εποχή από 15.000 έως 20.000 αντίτυπα, πολλά των οποίων έφθαναν και μέχρι του Βιετνάμ, όπου μάλιστα δημιουργήθηκε πρόβλημα από τα αρκετά άρθρα του, που απερίφραστα καλούσαν τους πεζοναύτες σε ανταρσία. 


Από το 1972, που η αισιοδοξία της χίπικης αντικουλτούρας είχε πλέον σβήσει, το περιοδικό εστίασε πλέον συνειδητά στον πολιτικό αγώνα παρά στην «πολιτική της εορτής». Ο ιδρυτής Ovshinsky αποχώρησε, αφήνοντας την έκδοση σε μία ενθουσιώδη ομάδα νεαρών ριζοσπαστών, οι οποίοι όμως απογοητεύθηκαν πολύ σύντομα, τόσο από τις εσωτερικές τριβές, όσο και από την απότομη προσγείωσή τους στην απομυθοποιημένη πραγματικότητα έπειτα από επισκέψεις τους στο Βιετνάμ, την Καμπότζη και την Κούβα. Γύρω στο 1975 τα περισσότερα μέλη της ομάδας είχαν εξαντληθεί και φθαρεί από την υπερδραστηριότητα, ενώ τα χρέη του περιοδικού αυξάνονταν ολοένα και περισσότερο. 


Τον Αύγουστο 1975 η ομάδα, έχοντας καταλήξει σε μία αντιεξουσιαστική πολιτική ταυτότητα υπό το όνομα «Συμμορία Φάτε τους Πλούσιους» («Eat the Rich Gang»), κυκλοφόρησε ένα τεύχος «μεταμόρφωσης», στο οποίο δηλωνόταν προς τους αναγνώστες το εξής: «Το ανά χείρας τεύχος είναι το τελευταίο του Fifth Estate, το τελευταίο τεύχος μίας αποτυχημένης καπιταλιστικής επιχείρησης… Είναι όμως και το πρώτο τεύχος ενός εντελώς καινούργιου Fifth Estate». 

Έκτοτε το «Fifth Estate» διατήρησε μία καθαρά αναρχική θεματογραφία, η οποία κάλυπτε από τις απόψεις γνωστών θεωρητικών όπως Fredy Perlman, Jean Baudrillard, κ.ά., έως τις πολιτικές θέσεις συγκροτημένων κινημάτων όπως του Συμβουλιακού Κομμουνισμού, των «Καταστασιακών», κ.ά. 
Από το 1980 το περιοδικό άρχισε να εστιάζει όλο και περισσότερο σε αντι-τεχνολογκές, αντι-καπιταλι-στικές και αντι-πολιτισμικές θέσεις και νααποστασιοποιείται από τον Αναρχισμό ως ιδεολογία, χαρακτη-ριστικός ήταν μάλιστα ο υπότιτλος που χρησιμοποίησε σε αρκετά αρχικά τεύχη του «Όλοι οι –ισμοί είναι παρελθοντισμοί». 

Άλλο μοτίβο του (από τα τέλη της δεκαετίας του 1980) ήταν το γνω-

στό «Non Serviam!», ως επιγραφή στην βάση της γνωστής εξουσιαστικής / μονοθεϊστικής πυραμίδας, της οποίας όμως ανατινάζεται η θεϊκή κορυφή («Zapped Pyramid»). 


«FLOATING BEAR» («ΕΠΙΠΛΕΟΥΣΑ ΑΡΚΟΥΔΑ», 1969 - 1971)

Ολιγοσέλιδο αβαντγκάρντ λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδωσαν, μηνιαίο αρχικά, στην Νέα Υόρκη από τον Φεβρουάριο του 1969 έως το 1971 σε 38 συνολικά τεύχη οι ποιητές Λερουά Τζόουνς (Everett LeRoi Jones, μετέπειτα Amiri Baraka, 1934 - ) και Ντιάνε Ντι Πρίμα (Diane Di Prima, 1934 - ). Το «Floating Bear» δημοσίευε το συσσωρευμένο υλικό που είχε αποσταλεί προς έκδοση στο περιοδικό «Yugen» που ήδη εξέδιδε ο Τζόουνς και, με εξαίρεση τα τελευταία 5 – 6 τεύχη, μοιραζόταν τσάμπα σε όποιον απλώς το ζητούσε, καλύπτοντας το κόστος του από μικροδωρεές.

Τον Ιούνιο του 1961 το 9ο τεύχος του κρίθηκε «άσεμνο» και κατασχέθηκε, εξαιτίας του ποιήματος «Roosevelt After Inauguration» του Μπάρροουζ και του «From The System of Dante's Hell» του ίδιου του Τζόουνς. Οι δύο εκδότες συνελήφθησαν από την αστυνομία, αν και αργότερα αθωώθηκαν από το δικαστήριο.

Στις σελίδες του θρυλικού «Floating Bear» φιλοξενήθηκαν δουλειές των Frank O’Hara, Michael McClure, Ed Dorn, Charles Olson, Joel Oppenheimer, Diane Levertov, Phillp Whalen, Jack Spicer, Allen Ginsberg, Robert Creeley, Robert Duncan, William S. Burroughs, John Wieners, κ.ά. και φυσικά των Τζόουνς και Ντι Πρίμα. Μετά την κυκλοφορία του 24ου τεύχους ο Τζόουνς απομακρύνθηκε και συνέχισε την έκδοση μόνη της η Ντι Πρίμα, σε δεκαπενθήμερη περιοδικότητα, μέχρι το καλοκαίρι 1971. Μετά το 28ο τεύχος η Ντι Πρίμα εγκαταστάθηκε στην Καλιφόρνια (Topanga, CA) και συμπεριέλαβε στο περιοδικό μερικούς ποιητές της λεγόμενης «Αναγέννησης» του Σαν Φραντσίσκο («San Francisco Renaissance»). 







«LOS ANGELES FREE PRESS» («Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ», 1964 - 1978)

Εβδομαδιαία ταμπλόϊντ αντεργκράουντ εφημερίδα (η πρώτη ιστορικά) που εξέδωσε στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας από τις 23 Μαϊου 1964 έως το 1973 ο Αρτ Κάνκιν (Art Kunkin ή Arthur Glick Kunkin, 1928 - ), πρώην εργάτης, συνδικαλιστής του «Socialist Workers Party» και μέλος του αντιρατσιστικού «Συμβουλίου για φυλετική ισότητα» («Congress for Racial Equality», CORE). Το πρώτο τεύχος, ως «Faire Free Press», τυπώθηκε σε 5.000 ολιγοσέλιδα αντίτυπα και η υλοποίηση των δύο πρώτων χρόνων της έκδοσης βασίστηκε σε αποκλειστικά εθελοντική εργασία και δωρεάν παραχώρηση γραφείων στο υπόγειο της καφετέρειας «The Fifth Estate» της Sunset Boulevard.

Το 1965, χρονιά κατά την οποία άρχισε να δημοσιεύει σε αυτήν σχέδιά του ο Ron Cobb (1937 - ), η εφημερίδα υιοθέτησε οριστικά τον τίτλο «Los Angeles Free Press», το ταμπλόϊντ μέγεθος και την όφφσετ εκτύπωση με τα οποία ηγήθηκε κυριολεκτικά του αμερικανικού κινήματος της «Αντικουλτούρας» μέχρι τουλάχιστον τα πρώτα δύο χρόνια της δεκαετίας του 1970. Τον Οκτώβριο του 1966 η εφημερίδα διαβαζόταν από περίπου 9.000 αναγνώστες, οι περισσότεροι των οποίων ήσαν νεολαίοι, είτε συμπαθούντες της Νέας Αριστεράς είτε μέλη της υπό διαμόρφωση τότε «χιπ» κοινότητας. Τους επόμενους μήνες, φιλοξενώντας αλλεπάλληλες συνεντεύξεις και κείμενα των άτυπων ηγετών της «Αντικουλτούρας» (Γκίνσμπεργκ, Λήρυ, Γκρόγκαν, κ.ά.) η εφημερίδα έγινε η εμπροσθοφυλακή του κινήματος «χίπι», απετέλεσε ιδρυτικό μέλος του «Συνδικάτου του Υπόγειου Τύπου» («Underground PressSyndicate», UPS), τον δε Απρίλιο του 1967 διοργάνωσε στην παραλία του Λος Άντζελες ένα πολυπληθές «love-in» με 14.000 «χίπις», το οποίο η αστυνομία διέλυσε αναίτια με υπερβολική βία και πραγματοποίησε 110 συλλήψεις.

Ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα ενδιαφέροντα πράγματα, η εφημερίδα, με βοηθό αρχισυντάκτη από το 1967 τον Τζην Γιάνγκμπλαντ (GeneYoungblood, 1942 - ), φιλοξένησε την «εκ μεταγραφής» από την κλειστή πια «Open City» στήλη «Σημειώσεις ενός πορνόγερου» («The Notes of aDirty Old Man») του Μπουκόφσκι (Henry Charles Bukowski, 1920 – 1994), το γνωστό μανιφέστο του Ρηντ (Ishmael Reed, 1938 - ) «Neo-HooDoo Manifesto» (Σεπτέμβριος του 1969), το κείμενο του DickGregory για τον Χο Τσι Μινχ (τον Νοέμβριο του 1969), το «Ο φοιτητής ως νέγρος» («The student as nigger») του Jerry Farber (στις αρχές του 1967), την σχεδιοϊστορία του Jules Feifer για την δίκη των «8 του Σικάγο» (τον Δεκέμβριο του 1969) και τους «Fabulous Furry FreakBrothers» του Gilbert Shelton, τις σχεδιοϊστορίες του τότε έφηβου ακόμα Μαρκ Βάλεν (Mark Vallen, 1953 - ), τις εξαιρετικές αντιαστυνομικές έρευνες του δαιμόνιου ρεπόρτερ Michael O’ McCarthyκαι συνεντεύξεις με αστέρες του ροκ που κατά κανόνα έπαιρνε ο μουσικός συντάκτης Τζων Κάρπεντερ (John Carpenter, 1941 - 1976) και από τις οποίες ιστορικότερες έμειναν εκείνες με τον Alice Cooper, τον JimMorrison (τον Ιούλιο του 1968, που όμως πέρασε από την… λογοκρισία της συντρόφου του Pamela!) και τον John Lennon (τον Ιανουάριο του 1970). Αξιοσημείωτη ήταν επίσης η κάλυψη που έκανε στην πολύκροτη υπόθεση Μάνσον (Charles Manson και «Οικογένεια») με 110 εν συνόλω σελίδες της σε 47 διαφορετικά τεύχη της από το 1969 έως το 1971.

Στην μέγιστη κυκλοφοριακή της ακμή, το 1969, η 64σέλιδη πλέον «LosAngeles Free Press», ή «Freep» όπως την έλεγαν χαϊδευτικά οι αναγνώστες της, έπιασε τα 100.000 αντίτυπα με διανομή από άκρου σε άκρο των Η.Π.Α., τότε όμως ήταν που έδωσε αφορμή για την καταστολή της, όταν, σε απάντηση της σκευωρίας κατά του προέδρου των «Άσπρων Πανθήρων» Τζων Σινκλαίρ, δημοσίευσε τα ονόματα και τις διευθύνσεις κατοικίας 80 τοπικών μυστικών ναρκο-αστυνομικών με την πανηγυρική δήλωση ότι «στο εξής δεν θα ξαναϋπάρξει μυστική αστυνομία». Ο Κάνκιν μηνύθηκε για κλοπή κρατικών εγγράφων και παρεμπόδιση δικαιοσύνης, του κατατέθηκε αγωγή με τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις και το FBIφρόντισε (με απειλές προς τους ιδιοκτήτες τους) να του κλείσει κάθε πρόσβαση στα τυπογραφεία της Καλιφόρνιας.

Για να υπερασπιστεί την συνέχεια της εφημερίδας του, που επιπρόσθετα είχε γίνει τρεις φορές στόχος βομβιστών δίχως η αστυνομία να ενδιαφερθεί ούτε καν για μία στοιχειώδη έρευνα προς εντοπισμό των δραστών, ο Κάνκιν πήρε δάνειο 250.000 δολλαρίων από εκδότες πορνογραφικών εντύπων που γνώριζε («θεωρούσαν τους εαυτούς τους κοινωνικούς επαναστάτες και ταυτίζονταν με τον αντεργκράουντ τύπο») και έφτιαξε ένα δικό του τυπογραφείο. Το 1971 όμως, και ενώ ήδη πολλά απλήρωτα μέλη της έκδοσης είχαν σε δύο διαφορετικές στιγμές της περασμένης χρονιάς αποχωρήσει για να ιδρύσουν τις ανταγωνιστικές εφημερίδες «Tuesday’ s Child» και «The Staff» (η τελευταία από τον πρώην αρχισυντάκτη της «Freep» Brian Kirby), ο Κάνκιν καταδικάστηκε και έχασε την αγωγή, υποχρεώθηκε σε πρόστιμο 10.000 δολλαρίων και το δάνειο δεν μπορούσε πια να αποπληρωθεί. Η εφημερίδα πέρασε στα χέρια του πορνογραφικού εκδότη Marvin Miller που επέτρεψε αρχικά στον Κάνκιν να κρατήσει, ως υπάλληλός του, την θέση του αρχισυντάκτη.

Η υπό τον μισθωτό πια Κάνκιν «Los Angeles Free Press» εξακολουθούσε να κρατάει την «πολεμική» αίγλη της (τον Μάϊο του 1972 μάλιστα συνελήφθη και καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση ο φωτορεπόρτερ της Ron Ridenour, επειδή φωτογράφιζε βιαιότητες της αστυνομίας εναντίον διαδηλωτών), όμως στις αρχές Αυγούστου 1973 κοινοποιήθηκε ξαφνικά στον Κάνκιν η απόλυσή του (το τελευταίο τεύχος που επιμελήθηκε ήταν το με γενική αρίθμηση 471 ή τόμος 10, αριθμός 30, 27 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1973) –λίγο νωρίτερα είχε απολυθεί και οRidenour επειδή υποστήριζε τις φεμινίστριες που διαμαρτύρονταν για τις ερωτικές αγγελίες. Για τα επόμενα 5 χρόνια μέχρι το κλείσιμό της στις 3 Απριλίου 1978, η «Los Angeles Free Press» πέρασε στην ανυποληψία και στο αργό σβήσιμό της, έχοντας μετατραπεί πλέον σε κοινό έντυπο πορνοαγγελιών.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 2005 ο Κάνκιν επανεξέδωσε έντυπα αλλά και διαδικτυακά την «Los Angeles Free Press» ως εναλλακτική εφημερίδα κοινωνικής κριτικής. Αυτή η επανέκδοση, που την ανέλαβε από τις αρχές του 2007 ο Steven M. Finger, άντεξε μόνο μέχρι το 2008, οπότε η θρυλική «Freep» πέρασε οριστικά στην Ιστορία.




«FRENDZ» («ΦΙΛΟΙ», 1969 - 1972)

Βρετανική μηνιαία αντεργκράουντ εφημερίδα που γεννήθηκε από το κλείσιμο τον χειμώνα του 1969 / 1970 της βραχύβιας βρετανικής έκδοσης του αμερικανικού περιοδικού «Rolling Stone», λόγω κυρίως της μεγαλύτερης επαναστατικότητας που έδειχνε αυτή πέρα από τις ανοχές ή αντοχές των Mick Jagger και Jann Wenner.

Ιδρυτής του περιοδικού ήταν ο Νοτιοαφρικανός Άλαν Μάρκιουσον (Alan Marcuson) και το πρώτο τεύχος (με ένθετο για τον «Whole Earth Catalog») κυκλοφόρησε στις 22 Νοεμβρίου 1969 με τίτλο «Φίλοι του Ρόλλινγκ Στόουν» («Friends of Rolling Stone») για να μετονομαστεί αργότερα, μετά από αγωγή του Jann Wenner, σε σκέτο «Friends» και εν συνεχεία, μετά από ένα σύντομο κλείσιμο (είχαν προηγηθεί 28 τεύχη), από τον Μάϊο του 1971 σε «Frendz».

Με γραφεία της στην Portobello Road του Notting Hill, όπου ανάμεσα σε άλλους ροκ μουσικούς σύχναζε και ο τραγουδιαστής των «T-Rex» και ποιητής Μαρκ Μπόλαν (Mark Bolan), η εφημερίδα (την οποία ο Μάρκιουσον ονειρευόταν να την κάνει κάποια στιγμή ακόμα και καθημερινή!) συνεργάστηκε με τα άλλα αντεργκράουντ έντυπα το Λονδίνου, όπως το «International Times» (ή «IT»), το «Time Out» και το «Oz» και φιλοξένησε αρκετά μεγάλα ονόματα της πρωτοποριακής σκηνής της εποχής όπως τον «καταστασιακό» θεωρητικό Τσαρλς Ράντκλιφ (Charles Radcliffe, 1941 - ), την ροκ φωτογράφο Πένι Σμιθ (Pennie Smith, 1949 - ), τον ψυχεδελικό ζωγράφο Μπάρνλεϋ Μπάμπλς (Barney Bubbles, 1942 - 1983), κ.ά.

Στις αρχές του 1971 η εφημερίδα πλησιάστηκε επικίνδυνα από την ένοπλη ομάδα «Οργισμένη Ταξιαρχία» που έστελνε ξανά και ξανά προς δημοσίευση τις ανακοινώσεις της, ενώ παράλληλα έζησε εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις από οικονομικής πλευράς. Μετά την παραίτηση του Μάρκιουσον, η εφημερίδα συνέχισε να εκδίδεται για 6 ακόμα τεύχη από τον Μάϊο του 1971 με τον τελικό τίτλο «Frendz», νέα εκδοτική ομάδα την «Echidna Epics», νέο αρχισυντάκτη τον Τζων Τραξ (John Trux, επικεφαλής της οργάνωσης για δωρεάν ροκ συναυλίες «Greasy Truckers Promotions») και βασικούς συνεργάτες τους Μπαμπλς, Μάϊκ Μάρτεν (Mike Marten), Τζων Μέϋ (John May), Μάϊκ Μούρκοκ (Mike Moorcock) και Μπομπ Κάλβερτ (Bob Calvert). Το τελευταίο τεύχος της εφημερίδας, που στην διάρκεια της ζωής της διώχθηκε δύο φορές για «άσεμνα», κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1972.





«FUCK YOU: A MAGAZINE OF THE ARTS»
(«
ΑΗ ΓΑΜΗΣΟΥ: ΕΝΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΕΧΝΗΣ», 1962 - 1965)

Αμερικανικό πολυγραφημένο αντεργκράουντ περιοδικό τέχνης και λόγου. Ιδρύθηκε το 1962 από τον Εντ Σάντερς (Ed Sanders, 1939 - ), ποιητή, συγγραφέα, μετέπειτα «yippie» και μέλος του ροκ συγκροτήματος «The Fugs». 

Με υπότιτλο το «θα τυπώσω το καθετί» («I'll print anything»), ο Σάντερς εξέδωσε 13 πολυγραφημένα τεύχη με κείμενα των Frank O'Hara, Julian Beck, Gary Snyder, Diane DiPrima, William Burroughs, Leroi Jones, Gregory Corso, Robert Creeley, Ted Berrigan, Andy Warhol, Michael McClure, Peter Orlovsky, Philip Whalen, Allen Ginsberg, Charles Olson, Tuli Kupferberg, κ.ά.

Το 1ο τεύχος κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1962. Το 12ο (τόμος 8, τεύχος 5) λεγόταν «Mad Motherfucker Issue» με εξώφυλλο φτιαγμένο από τον Άντυ Ουώρχολ (Andy Warhol) και τις σελίδες του γεμάτη με ποίηση των Lawrence Ferlinghetti, Michael McClure, Leroi Jones, Ed Sanders, Ted Berrigan, Ronnie Tavel, Vincent Ferrini, Harry Fainlight, Gregory Corso, Claude Pélieu, Al Fowler, Al Katzman, κ.ά.

Το τελευταίο (13ο αλλά με αρίθμηση τόμος 9, τεύχος 5, αφού από το 5ο τεύχος και μετά η αρίθμηση ακινητοποιήθηκε και άλλαζαν μόνο οι τόμοι!) κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1965. 

Το περιοδικό κρίθηκε «άσεμνο» και «ανατρεπτικό», με αποτέλεσμα το σφράγισμα των γραφείων του από την αστυνομία της Νέας Υόρκης στις 2 Ιανουαρίου 1966, την σύλληψη του εκδότη και την κατάσχεση όσων τευχών βρέθηκαν εκεί, καθώς και του πολύγραφου που τα δημιουργούσε. Ως έδρα του περιοδικού δηλωνόταν «μία μυστική τοποθεσία του Λώουερ Ηστ Σαϊντ», η οποία στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά το βιβλιοπωλείο «Μάτι της Ειρήνης» -«Peace Eye»- του Σάντερς.

Ο Σάντερς αθωώθηκε στην δίκη που έγινε τον Μάρτιο του 1967 μετά από 18 μήνες ταλαιπωρίας και πολλές ανώνυμες απειλές κατά της ζωής του, ωστόσο το «Fuck You» δεν ξαναεκδόθηκε. Ο Σάντερς ήταν πια απασχολημένος με το συγκρότημα «The Fugs», τους «yippies» και τον αγώνα ενάντια στον πόλεμο του Βιετ Ναμ. 







Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βάγιας Μανόλης, «Σύντομη Ιστορία των Φιλολογικών και Πολιτικών Περιοδικών της Ελλάδας, από την γέννησή τους μέχρι σήμερα (1784 - 1990)», Αθήνα, 1990
Baunstein Peter - Doyle Michael William, «Imagine Nation: the American Counterculture of the ‘60s and ‘70s», New York, 2002 
Bizot Jean-François - Miles Barry, «Free Press: Underground and Alternative Publications, 1965-1975», New York, 2006 
Clay Steve

Baunstein Peter - Doyle Michael William, «Imagine Nation: the American Counterculture of the ‘60s and ‘70s», New York, 2002 
Bizot Jean-François - Miles Barry, «Free Press: Underground and Alternative Publications, 1965-1975», New York, 2006 
Clay Steve και Phillips Rodney, «A Secret Location on the Lower East Side: Adventures in Writing, 1960-1980», New York, 1998
Crowley Walt, «Rites of Passage: A Memoir of the Sixties in Seattle», Seattle, 1995
Fountain Nigel, «Underground--The London Alternative Press, 1966-74», London, 1988
Glessing Robert J., «The Underground Press in America», Bloomington Indiana, 1971 
Crowley Walt, «Rites of Passage: A Memoir of the Sixties in Seattle», Seattle, 1995
Fountain Nigel, «Underground--The London Alternative Press, 1966-74», London, 1988
Glessing Robert J., «The Underground Press in America», Bloomington Indiana, 1971 
Κrassner Paul, editor, «Best of the Realist: the Sixties' Most Outrageously Irreverent Magazine», Philadelphia, 1984  
Leamer Lawrence, «The Paper Revolutionaries: The Rise of the Underground Press», New York, 1972
McMillian John, «Smoking Typewriters: The Sixties Underground Press and the Rise of Alternative Media in America», New York, 2011 
Leamer Lawrence, «The Paper Revolutionaries: The Rise of the Underground Press», New York, 1972
McMillian John, «Smoking Typewriters: The Sixties Underground Press and the Rise of Alternative Media in America», New York, 2011 
Μάφι Μάριο, «Underground», Αθήνα,1982
Mungo Raymond, «Famous Long Ago. My Life and Hard Times with the Liberation News Service», Boston, 1970
Nelson Elizabeth, «The British Counterculture 1966-73: A Study of the Underground Press», London, 1989  
The New Yippie Press Collective, « Blacklisted News: Secret Histories from Chicago to 1984», New York, 1983
Pardun Robert, «Prairie Radical: A Journey through the Sixties», Los Gatos, California, 2001
Peck Abe, «Uncovering the Sixties: The Life and Times of the Underground Press», New York, 1985
Mungo Raymond, «Famous Long Ago. My Life and Hard Times with the Liberation News Service», Boston, 1970
Nelson Elizabeth, «The British Counterculture 1966-73: A Study of the Underground Press», London, 1989  
The New Yippie Press Collective, « Blacklisted News: Secret Histories from Chicago to 1984», New York, 1983
Pardun Robert, «Prairie Radical: A Journey through the Sixties», Los Gatos, California, 2001
Peck Abe, «Uncovering the Sixties: The Life and Times of the Underground Press», New York, 1985
Ρασσιάς Βλάσης, «Underground Press. Η Ιστορία του υπόγειου Τύπου», β έκδοση, Αθήνα, 1988 
Sean Stewart, editor, «On the Ground: An Illustrated Anecdotal History of the Sixties Underground Press in the U.S», Oakland CA, 2011
Skinn Dez, «Comix: the Underground Revolution», New York, 2004
Verzuh Ron, «Underground Times: Canada's Flower Child Revolutionaries», Toronto, 1989 
Wachsberger Ken, editor, «Voices from the Underground: Insider Histories of the Vietnam Era Underground Press», Tempe, AZ, 1993
Sean Stewart, editor, «On the Ground: An Illustrated Anecdotal History of the Sixties Underground Press in the U.S», Oakland CA, 2011
Skinn Dez, «Comix: the Underground Revolution», New York, 2004
Verzuh Ron, «Underground Times: Canada's Flower Child Revolutionaries», Toronto, 1989 
Wachsberger Ken, editor, «Voices from the Underground: Insider Histories of the Vietnam Era Underground Press», Tempe, AZ, 1993
Διάφορα έντυπα από το «Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας»
  

Συνέντευξη: Ηρακλής Τριανταφυλλίδης





Συνέντευξη: Ηρακλής Τριανταφυλλίδης



21/04/2011 @ 21:57
Υπάρχουν συνεντεύξεις πετυχημένες και αποτυχημένες. Συνεντεύξεις που έχουν ροή και αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν ουσία και άλλες που αγκομαχούν εν μέσω μονολεκτικής φρασεολογίας και κλισέ απαντήσεων. Το να μπορέσει, όμως, να συνδυαστεί μία συνέντευξη με μία από τις ομορφότερες βραδιές της ζωής σου είναι απλώς εξαιρετική τύχη. Για αυτό δε μπορώ παρά να ευχαριστήσω τον οικοδεσπότη Χρήστο Κισσατζεκιάν και την παρέα  που μαζεύτηκε για μία άνευ όρων, ορίων και προηγουμένου κουβέντα με τον Ηρακλή Τριανταφυλλίδη. Περισσότερο από όλους όμως θα πρέπει να ευχαριστήσω τον ίδιο το μουσικό, που με το συγκρότημά του την Λερναία Ύδρα δημιούργησαν ένα παραγνωρισμένο αριστούργημα της ελληνικής μουσικής, το "Σε Άλλους Κόσμους".

Τον ευχαριστώ καταρχήν για τη διάθεσή του να απαντήσει σε κάθε μας περιέργεια, αλλά κυρίως για το ότι είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος, ο τελευταίος, ίσως, των πραγματικά ρομαντικών και ιδεολόγων ροκάδων που απαρνήθηκαν τα γρανάζια της μουσικής βιομηχανίας. Ένας άνθρωπος που μένοντας πιστός στις αρχές του κατάφερε να μεγαλουργήσει μουσικά, να αποτύχει εμπορικά, να κάνει ίσως λάθη αλλά και να δημιουργήσει ιστορία. Μία ιστορία που περιλαμβάνει μερικές από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής ροκ σκηνής. Ό,τι θα διαβάσετε είναι ο βασικός κορμός όσων ειπώθηκαν, δοσμένα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διατηρείται η ροή της αφήγησης, κάτι που στην πράξη διαρκώς διακοπτόταν με άπειρο ανεκδοτολογικό υλικό και αφορμές για παράπλευρες συζητήσεις. Κρατήστε επίσης στο νου σας, καθώς θα διαβάζετε ολόκληρο (ας μη σας αποτρέψει το μέγεθός του) το κείμενο, την εικόνα ενός άντρα που το πηγαίο χαμόγελό του γινόταν μεγαλύτερο τις στιγμές που με κάποια δόση πίκρας ή απογοήτευσης, αλλά ποτέ με κακία, μπορεί να αναφέρεται σε ανθρώπους που τον αδίκησαν.

Καθώς στο internet οι πληροφορίες που υπάρχουν για τη ζωή σου είναι περιορισμένες, ήθελα να ξεκινήσουμε χρονολογικά. Πάμε λοιπόν στο Σιδηρόκαστρο Σερρών. Ποιά είναι τα πρώτα ερεθίσματα που σε κάνουν να ασχοληθείς με τη μουσική; Πρέπει να είχε στοιχεία και από την παραδοσιακή ελληνική μουσική και κάποια ροκ;
Ναι, από το ροκ της εποχής. Μεγάλωσα σε μουσική οικογένεια. Ο πατέρας μου, χωρίς να είναι επαγγελματίας μουσικός, ήταν τραγουδιστής φοβερός. Ένας θείος μου έπαιζε ποντιακή λύρα. Γενικά είχε τη μουσική στην καθημερινότητά μου. Ένα άλλο σπουδαίο γεγονός ήταν ότι η περιοχή εκείνη είχε ελληνικά φύλα από όλες τις περιοχές και ακούγονταν όλα τα είδη της μουσικής και μάλιστα πολύ έντονα, γιατί το κάθε φύλο κρατούσε τις ρίζες του. Πολλά χρόνια μετά κατάλαβα τι αξία είχε για μένα η μουσική που άκουγα ακόμα και στα πανηγύρια ή τους γάμους. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε και τηλεόραση ή άλλα μέσα. Για να καταλάβεις, πήραμε ραδιόφωνο όταν ήμουν ήδη 10 χρονών. 

Άρα η τριβή υπήρξε κυρίως με τη ζωντανά παιγμένη μουσική.
Ναι, και για αυτούς τους λόγους είχε και αξία. 

Και το ροκ;
Το ροκ ήρθε μαζί με το ραδιόφωνο. Άρχισαν να κυκλοφορούν και οι δίσκοι από χέρι σε χέρι (Beatles, Rolling Stones κτλ). Εμείς προσπαθούσαμε να πάρουμε αυτό το άκουσμα το καινούργιο. Πάντως ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν του Enrico Macias - φοβερός κιθαρίστας. Ακούγοντας αυτόν έμαθα κιθάρα. Πιο πριν έπαιζα ακορντεόν και πνευστά, φλογέρες, φυσαρμόνικα κτλ. Κιθάρα δανείστηκα πρώτη φορά από ένα φιλικό σπίτι που την είχαν κρεμασμένη και πλακώθηκα να παίζω. Χορδές κατεστραμμένες, καταλαβαίνεις τώρα. Μάτωναν τα δάχτυλά μου, αλλά είχα τέτοια αγάπη που έπαιζα όλη μέρα. Ήταν και ένας μεγαλύτερός μου που είχε κάνει μαθήματα κιθάρας και έπαιζε κανονικά. Του έλεγα λοιπόν «δείξε μου κι εμένα», τίποτα αυτός, μη μάθει την τέχνη άλλος. Και δεν ήταν όπως στην Αθήνα που υπάρχουν τόσοι κιθαρίστες, από κάπου θα ακούσεις. Εγώ ό,τι έπιανα από το ραδιόφωνο. Ε, μέσα σε ένα χρόνο έπαιζα καλύτερα από τον άλλο και σε άλλον έναν χρόνο έπαιζα καλύτερα και από το δάσκαλό του! (γέλια)

Κάποια στιγμή λοιπόν έρχεται η ώρα της ενασχόλησης σε γκρουπάκια πλέον.
Ναι, μετά από κάποιο διάστημα που με έμαθαν τοπικά ως ο Ηρακλής ο κιθαρίστας, δημιουργήσαμε ένα συγκρότημα μαζί με έναν φίλο που έπαιζε τρομπέτα. Παίζαμε τότε ένα είδος εμπορικής jazz της εποχής. Αυτοί όμως το έκαναν αυτό και επαγγελματικά, παίζοντας σε εκδηλώσεις, και εγώ δε μπορούσα να τους ακολουθήσω. Τσακωνόμουν με τον πατέρα μου. Οπότε έφτιαξα μαζί με συμμαθητές μου άλλο συγκρότημα, τους Les Etoiles. Παίζαμε σε καμιά χοροεσπερίδα αυτά που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη. Κάτι ελληνικα, ιταλικά, γαλλικά. Διάφορα, δεν τα θυμάμαι τώρα. Εννοείται ότι παίζαμε με δανεικές κιθάρες, δεν είχαμε ούτε μηχανήματα ούτε τίποτα.

Μετά, στα φοιτητικά χρόνια, πας στη Θεσσαλονίκη. 
Ναι, εκεί έπαιζα στους Saints. Καλό σχήμα και με δικά μας τραγούδια. Εκεί παίζω πλήκτρα και τραγουδάω. Δεν υπάρχει κάτι ηχογραφημένο, αλλά κάποια τραγούδια που είχα γράψει από εκείνα το έχω σκεφτεί να τα ηχογραφήσω, πιο πολύ για ιστορικούς λόγους.

Και στη συνέχεια έχουμε τους D.N.A.;
Ναι, εκεί μάζεψα κάποια άτομα για να παίζουμε όπου βρίσκουμε. Ξεκινήσαμε να παίζουμε στις Εσπερίδες, από εκεί που ξεκίνησαν όλοι. Με αυτό το σχήμα ηχογραφήσαμε και ένα 45άρι. Παίζαμε ελληνικό folk, με ακουστικά όργανα δηλαδή. Για να καταλάβετε, παίζαμε με φλάουτο, φλογέρα, φυσαρμόνικα, μπουζούκι, λύρα ποντιακή, τουμπερλέκια... Με πολύ ωραία και ψαγμένα φωνητικά. Είναι κρίμα, ήταν να βγει ένα LP. Είχα πάει τότε στην Polygram μία ταινία για να μας ακούσουν και μου είπαν επί τόπου ότι είναι καλό και να κάνουμε συμβόλαιο. Μου λένε λοιπόν θα κάνουμε πρώτα ένα μικρό δισκάκι και στη συνέχεια το μεγάλο. Παραγωγός ήταν ο Φασόλας τότε, μιλάμε περίπου για το 1971, που είχε τους Poll και τους Socrates, ήδη μεγάλα ονόματα. Αυτό που κατάλαβα λοιπόν ήταν ότι επειδή ήταν ένας παραγωγός και είχε ήδη και πολλά άλλα μικρότερα συγκροτήματα στα οποία έπρεπε να φροντίζει, εκτός από τις ηχογραφήσεις, και τη συνολική προώθησή τους, όταν έβλεπε κάποιο νέο συγκρότημα που φαινόταν ότι κάτι πάει να γίνει το δέσμευε με συμβόλαιο, έβγαζε ένα δισκάκι και το έβαζε μετά στο «ψυγείο». Αυτό πάθαμε κι εμείς. Η ενορχήστρωση και τα φωνητικά ήταν πάρα πολύ προσεγμένα, γενικά είχε πέσει τόση δουλειά που δύσκολα επαναλαμβάνεται. 

Οι συνθέσεις υπήρχαν ήδη; Υλικό για το άλμπουμ δηλαδή.
Τα παίζαμε εκείνη την εποχή σε συναυλίες, αλλά μετά χαθήκαν, δε μου έκανε αίσθηση να τις ξαναχρησιμοποιήσω αλλού. Με τους Λερναία Ύδρα έπαιζα ηλεκτρικά, με μπάσο, δε υπήρχε χώρος για αυτά.

Κάποια μέλη από τους D.N.A. συμμετείχαν και στους Λερναία Ύδρα, σωστά; Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, συμμετείχε και η Λένα Πλάτωνος.
Ναι. Η Λένα Πλάτωνος συμμετείχε, όπως και η Σαβίνα Γιαννάτου που τραγουδάει στο δισκάκι. Η επαφή έγινε μέσω της αδερφής της, της Σοφίας, που ήταν, ας πούμε, το δεξί μου χέρι στους D.N.A. Ήταν πολύ φίλη μου, σαν αδερφή μου την είχα τότε. Εκτός αυτών, ήταν μέλος και ο Λάκης ο Παπαδόπουλος, «με τα ψηλά ρεβέρ» όπως έμεινε γνωστός αργότερα, ο Πέτρος ο Πρωτόπαπας, που έπαιζε πολύ καλό φλάουτο και ήταν και στους Λερναία Ύδρα μετά... Όταν διαλυθήκαμε, αφού δε βγήκε ο δίσκος, τα μέλη που με ακολούθησαν ήταν αυτός και ο περκασιονίστας Φώντας Χατζής - πολύ καλός drummer και πολύ καλό παιδί. Μπάσο έφερα από τη Θεσσαλονίκη τον Νίκο Παυλάκο και πήρα και τον Γίωργο Μαγκλάρα. 

Ο Μαγκλάρας ήταν ήδη διάσημος; Γιατί μετέπειτα τον συναντάμε σχεδόν σε κάθε ελληνικό δίσκο που έχει βιολί. 
Όχι. Μάλιστα έπαιζε πολύ λίγο βιολί τότε, πιο πολύ κιθαρίστας ήταν. Είχα έναν μάνατζερ εκεί στη γειτονιά, έναν αεράτο τύπο που αυτοπροτάθηκε να μας μανατζάρει, και μου λέει «θα σου βρω βιολί». Εγώ έπαιζα λίγο βιολί τότε, αλλά δεν προλάβαινα να παίζω όλα τα όργανα μόνος μου. Έτσι ήρθε και εξελίχθηκε ουσιαστικά μέσα από τη Λερναία Ύδρα. Τους είχα κάτω και τους έβαζα να ασκούνται συνέχεια όλους τους μουσικούς, αλλιώς δε έβγαιναν και αυτά που θέλαμε να παίξουμε. Μέναμε και μαζί όλο το group για να παίζουμε όλη μέρα.

Είμαστε ακόμα μέσα στην περίοδο της Χούντας όταν συνθέτεις το "Σε Άλλους Κόσμους" και ας ηχογραφήθηκε αρκετά αργότερα. Καταρχήν είχε και κάποιο πολιτικό νόημα ο τίτλος και το περιεχόμενο του δίσκου;
Φυσικά, ήταν το βίωμα τέτοιο και περνάει αυτά τα μηνύματα. Βέβαια, δεν τα αναφέρουμε άμεσα αυτά τα νοήματα, περνάνε από πολλές παραμέτρους. Αλλά ειδικά τώρα εκ των υστέρων που το βλέπω καταλαβαίνω πόσο επηρεασμένο είναι. Απλά δεν ήταν πολιτικό με την έννοια του χρωματισμού, το απέφευγα αυτό, δε μου άρεσε.

Υπήρξαν αντιδράσεις από τη Λογοκρισία;
Υπήρξε μία φορά το 1974 στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Χατζώκου, που μας απαγόρευσαν μία συναυλία. Εκείνη την εποχή για να μπορέσεις να παίξεις έπρεπε να δηλώσεις τα τραγούδια και να πας τους στίχους στο υπουργείο Προεδρίας, να τους ελέγξουν και να τους εγκρίνουν. Εμάς λοιπόν μας τα απαγόρευσαν σχεδόν όλα, αλλά προς τιμήν του ο διοργανωτής, ο Αντώνης ο Γκαγκαβούζης, τους κράτησε απ' έξω και όταν μας κάλεσε η ασφάλεια μου είπε «μην πας εσύ, θα πάω εγώ». Μετά από λίγο την κοπάνησα κι εγώ για Γερμανία. 

Για ποιό λόγο;
Η πίεση αυτή που ένιωθα ήταν μεγάλη. Ήμουν φοιτητής, ήμουν και μέσα στο Πολυτεχνείο, φάγαμε πολύ ξύλο... Μάλιστα, δύο φορές παραλίγο να σκοτωθώ κιόλας.  Φυλάγαμε το σταθμό με ένα φίλο μου και μόλις μας αντικαταστήσανε ήταν που μπήκε το τανκ. Καταφύγαμε σε σπίτια ακριβώς από πίσω. Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μία κυρία, μοδίστρα ήταν, που μας φιλοξένησε τους δυο μας, καταλήξαμε τελικά να είμαστε μέσα 6-7 άτομα μέχρι το πρωί που μπορέσαμε να φύγουμε. 

Εξαιτίας της κατάστασης, λοιπόν, φεύγεις για Γερμανία. Ποιά είναι η επαφή σου εκεί; Το ρωτάω γιατί καταφέρνεις αμέσως να εμπλακείς και πάλι στη ντόπια ροκ σκηνή.
Είχα συγγενείς εκεί. Την πρώτη φορά που είχα πάει ήταν νωρίς, πριν κατέβω στην Αθήνα, μιλάμε για γύρω στο 1971. Είχε μόλις πεθάνει ο πατέρας, είχα απολυθεί και από το στρατό και μάζεψα λεφτά για να φύγω. Την πρώτη φορά, λοιπόν, δεν έκανα κάτι μουσικό, παρόλο που γνώρισα κόσμο. Τη δεύτερη φορά έμενε απέναντί μου ένας φίλος και του μάθαινα μπάσο. Σε κάποια φάση, λοιπόν, κατά το Μάιο ένας τοπικός διοργανωτής μου λέει ότι θα έρθει για συναυλία στην πόλη ο Champion Jack Dupree το Σεπτέμβριο. Ήθελε, λοιπόν, αυτός μία ώρα κάποιο support να ανοίξει τη συναυλία. Μου πρότεινε να παίξω όπως ήθελα, είτε μόνος μου με μία κιθάρα, είτε να φτιάξω συγκρότημα, ό,τι θέλω, και θα μου έδινε 600 μάρκα. Εντάξει, του λέω κι εγώ. Περνάει ο χρόνος και εγώ συνεχίζω να δουλεύω σε ένα βαφείο αυτοκινήτων που ήταν πολύ βαριά και κουραστική δουλειά. Δεν προλάβαινα να κάνω τίποτα, άντε να έβγαινα να πιω μια μπύρα σε ένα τοπικό μπαράκι. Άκουγα και αυτά που συνέβαιναν τότε εδώ με την Κύπρο κτλ., διογκώνονταν και στο εξωτερικό τα πράγματα, η ψυχολογία μου ήταν πολύ πεσμένη. Πολύ χάλια, είχα καταλήξει να είμαι ρομπότ. Πλησίαζαν οι μέρες, λοιπόν, είχαν βγει μέχρι και οι αφίσες και τότε αρχίσαμε να ψάχνουμε μαζί να βρούμε μουσικούς. Βρήκαμε λοιπόν πιανίστα, φλαουτίστρια, drummer, έναν δεκαοχτάχρονο βιολιστή που του έβαλα την παρτιτούρα και την κατέβαζε στο λεπτό - φοβερή μουσική παιδεία οι Γερμανοί, άκουγαν τα πάντα και όλες οι συναυλίες ήταν τίγκα. Μαζευόμαστε λοιπόν 6-7 άτομα και κάνουμε πρόβες 8 ημέρες επί 8 ώρες την ημέρα. Φοβερή αφοσίωση. Και καλά, εγώ γούσταρα να παίζω όλη μέρα, δεν είχα πρόβλημα. Βάλε με να παίζω μουσική και ήμουν ικανοποιημένος. Αλλά εδώ στην Ελλάδα δεν έβρισκα την ίδια ανταπόκριση ακόμα και από μουσικούς που ήταν στα πρώτα τους ποιοτικά σκαλοπάτια. Ο ένας καθυστερούσε, ο άλλος άναβε και ένα τσιγάρο, τους τραβούσα πάντα εγώ και είχα αποδεχθεί ότι έτσι είναι οι πρόβες, έτσι γίνονται πάντα τα πράγματα. Στη Γερμανία, παρότι όλοι εργαζόμενοι, κάναμε οκτώ ώρες την ημέρα πρόβα, από τις 4 μέχρι τις 12 το βράδυ και χωρίς σταματημό. Μάλιστα, καμιά φορά, παρασυρόμενος από την ελληνική πραγματικότητα, μπορεί να έβαζα τις φωνές σε κάποιον που δεν έπαιζε καλά και αυτός αμέσως κοκκίνιζε, ζήταγε συγγνώμη και προσπαθούσε περισσότερο. Και τα παιδιά ήταν φοβεροί μουσικοί. Μετάνιωνα μετά και σκεφτόμουν, «τι μαλάκας που είμαι!». Είχα μείνει στην Ελλάδα εγώ που ο καθένας το έπαιζε βαρύς με το που έπαιζε λίγο μουσική. Τέλος πάντων, μέσα σε 8 ημέρες βγάλαμε ένα υλικό που στηριζόταν στα δικά μου τραγούδια, που μετά θα έμπαιναν στους "Άλλους Κόσμους" καθώς και το "Αγναντεύεις" που το τραγούδησε μία Γερμανίδα στα ελληνικά!

Καταφέρατε να παίξετε καλά στη συναυλία;
Έγινε χαμός! Ήρθε ο Jack Dupree και μου λέει (όπως μου μετάφρασε ένας φίλος μου Έλληνας, που μου έκανε το διερμηνέα): «Εγώ φίλε φεύγω -δηλαδή η γενιά μου, η ηλικία μου- τώρα είσαι εσύ, εσύ έχεις σειρά». Μου ζήτησε να παίζω μαζί του, να ηχογραφήσω στο δίσκο του... Αλλά πού μυαλό εγώ. Μετά από αυτό έρχεται ο Paul, ο μάνατζερ, και μου λέει το γραφείο μου έμαθε την επιτυχία και θέλουμε να σε κλείσουμε για να ανοίξεις και σε άλλες δύο συναυλίες των Passport και των Ekseption. Μιλάμε για ονόματα Α' Εθνικής ας πούμε. Του λέω κι εγώ ότι οι μουσικοί είναι δανεικοί. Ήθελα, δε, κυρίως έναν καλό drummer. Drummer καλός μου λέει είναι μόνο ο Edgar, ο οποίος ήταν γνωστός στο χώρο με ήδη τρία άλμπουμ στο ενεργητικό του με πολυεθνικά group. Φοβόμασταν, λοιπόν, ότι δε θα δεχτεί να παίξει με εμάς και έπιασα να του μιλήσω εγώ, γιατί σύχναζε στο ίδιο μπαρ με εμένα. Η πλάκα είναι ότι στο συγκεκριμένο μπαρ πριν με βλέπανε υποτιμητικά, όπως κοιτάνε κάποιοι τους Αλβανούς εδώ. Μετά το live με μάθανε όλοι ως ο «κιθαρίστας». Αφού έρχονταν και μου ζήταγαν να τους μάθω κιθάρα. Και μιλάμε για κιθαρίστες που τους είχα δει να παίζουν και τρώγανε την ταστιέρα. Εγώ νόμιζα ότι με δουλεύουν και τους έλεγα «τι να σας δείξω ρε παιδιά, εσείς παίζετε καλύτερα από εμένα». Μου λέγαν, λοιπόν, ότι όλοι έχουν πάει σε σχολές και έχουν μάθει τις τεχνικές και παίζουν jazz κιθάρα, αυτά όμως που έπαιζα εγώ, με δωδεκάχροδη μάλιστα, ήταν διαφορετικά, είχαν το ελληνικό χρώμα μέσα. Ε, μέσα σε αυτό το κλίμα βρίσκω την ευκαιρία και μιλάω στον Edgar ότι στήνουμε συγκρότημα να κάνουμε πρόβες και όχι μόνο δέχεται να συμμετάσχει, αλλά μετά την πρώτη πρόβα μου λέει «μαζί σου σε ό,τι κάνεις». Η πλάκα είναι ότι στις πρόβες ήμασταν τόσο καλοί, που ο Paul έκοβε εισιτήριο στον κόσμο για να έρχεται να παρακολουθεί τις πρόβες! 

Από όλες αυτές τις μουσικές περιπλανήσεις τι πήρες στη μουσική σου; Μιλάμε για την εποχή που το krautrock είναι στα φόρτε του. Σε επηρέασε;
Πέρα από τα ακούσματα, λόγω συναυλιών και γενικότερου κλίματος, αν σου πω ότι πιο πολύ αγάπησα εκείνη την περίοδο την ελληνική μουσική; Όταν ζεις έξω κάνεις μία επαναφορά στις βάσεις σου. Κάπως έτσι μάλιστα επέμεινα στο ελληνικό στοιχείο και τον ελληνικό στίχο, παρά τις απόψεις πολλών Ελλήνων συναδέλφων μου που έλεγαν ότι το ροκ πρέπει να έχει αγγλικό στίχο. Πάντα πίστευα ότι το ροκ είναι ένας τρόπος έκφρασης των νέων ανθρώπων που ξεπερνάει τα όρια της γλώσσας.

Γίνεται, λοιπόν, όλη αυτή η επιτυχία εκεί, αλλά τι συμβαίνει;
Συμφωνώ, λοιπόν, για τις δύο συναυλίες που λέμε, αλλά ήταν η μία μετά από δύο μήνες και η άλλη μετά από άλλον έναν. Έχω χρόνο, σκέφτηκα, και μάλιστα με τέτοιους μουσικούς δεν έχουμε ανάγκη. Παρόλο που φοβόμασταν πολύ, γιατί ειδικά οι Passport ήταν τότε πολύ πρωτοπόροι και από τα πρώτα ονόματα μαζί με Weather Report κτλ. Παρ' όλα αυτά, κατέβηκα στην Ελλάδα για άσχετο λόγο, για τη μεταπολίτευση και τις εκλογές, και με σκοπό να γυρίσω πίσω. Για να καταλάβετε, ο πατέρας μου ήταν ανεξάρτητος Δήμαρχος και πολιτευτής στο Σιδηρόκαστρο και είχε ρεύμα για να εκλεγεί πριν τη Χούντα. Κατά τη διάρκεια της επταετίας πέθανε και μου ζήτησαν να κατέβω στις εκλογές για να εκμεταλλευτώ το όνομα και να εκλεγώ εγώ. Εγώ όμως ούτε κομματικά, ούτε πολιτικά γούσταρα. Οπότε έβαλε υποψηφιότητα η αδερφή μου και έπρεπε να τη στηρίξω.

Θα βγήκε βέβαια.
Όχι, γιατί ήταν γυναίκα! Η μόνη υποψήφια στην Ελλάδα, αυτή και η Τσουδερού. Τέλος πάντων, κατεβαίνω στην Αθήνα και συναντάω τον Τάσο τον Φαληρέα, ο οποίος μας είχε ακούσει να παρουσιάζουμε το "Σε Άλλους Κόσμους" στην Πλάκα πριν φύγω για Γερμανία, τον είχε φέρει ο Αργύρης Ζήλος να μας ακούσει. 

Παντού στο ελληνικό ροκ ανακατεμένος ο Φαληρέας. Λένε γενικά ότι ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους του χώρου, ή έστω τους λιγότερο κακούς. 
Κοίτα, σαν έργο πρόσφερε, ήταν έξυπνος άνθρωπος. Το κλίμα όμως που υπάρχει στις εταιρίες δε μπορεί να το αλλάξει καμία μονάδα. Είναι σαν τρένο που τρέχει και δεν αλλάζει πορεία. Μου είχε πει, λοιπόν, ο Φαληρέας τότε να κάνουμε δίσκο. Είχε ξεκινήσει μία διαδικασία με τηλέφωνα, αναβολές κτλ., γιατί οι εταιρείες τότε ήταν σκέτη φρίκη, και είχα πει δεν ασχολούμαι και έφυγα για Γερμανία. Όταν όμως γύρισα με πετυχαίνει και μου λέει «πού χάθηκες κτλ». Του λέω κι εγώ: «Άσε αυτά που ξέρεις, «αφήστε μήνυμα» και «θα κλείσουμε ραντεβού» κτλ. Αν θες να κάνουμε το δίσκο υπογράφουμε συμβόλαιο αύριο». Εξάλλου, δεν είχα και χρόνο, ήθελα να επιστρέψω στη Γερμανία. Όντως έτσι έγινε και από εκεί και πέρα ξεκίνησε ο Γολγοθάς, γιατί οι ηχογραφήσεις κράτησαν ένα χρόνο. Τώρα για αυτό που λες για το Φαληρέα, να σας πω και ένα ανέκδοτο του χώρου. Από D.N.A. ακόμα που παίζαμε, σε κάποια φάση ήταν ο Σαββόπουλος και γέμιζε το Κύτταρο, και μου λένε τα παιδιά του συγκροτήματος ότι έμαθαν ότι ζητάει support. Να πάμε λέμε, θα μας πάρει οπωσδήποτε. Κάνουμε μία ταινία, του την πάω εγώ και την ακούει. Λέει, λοιπόν, «τι είναι αυτά;» κτλ. Σε στυλ ότι δεν αξίζει τίποτα. Εγώ απλώς να τον κοιτάω, γιατί μουσικά είχα εμπειρία για να το αντιλαμβάνομαι ότι αξίζει. Καταλάβαινα και ο άνθρωπος ως πού παίζει και ότι δεν παίζει κάτι παραπάνω. Να αναρωτιέμαι, λοιπόν, γιατί το κάνει αυτό; Του λέω κι εγώ εντάξει, τα μαζεύω και φεύγω. Το λέω στα παιδιά και να μην το πιστεύουν. Η Λένα (Πλάτωνος) να τραβάει τα μαλλιά της, να λέει «δεν το πιστεύω» και τέτοια. Ήταν σχεδόν ερωτευμένη μαζί του (όπως κι όλοι μας γενικά τον είχαμε σαν ίνδαλμα). Δεν τους είπα κιόλας ότι εγώ κατάλαβα περίεργα πράγματα. Την άλλη χρονιά παίζαμε το "Σε Άλλους Κόσμους" και μου λένε τα παιδιά πάλι τα ίδια. «Ζητάει ο Σαββόπουλος» και «σίγουρα θα μας πάρει» κτλ. Τους λέω εγώ να το αφήσουμε και ότι δε θα πετύχουμε τίποτα, αλλά με πίεζαν. Την ταινία λοιπόν που είχαμε δώσει στην εταιρία τη δίνουμε και σε αυτόν. Το ίδιο σκηνικό πάλι. «Τι είναι αυτά;» κτλ. Σε βαθμό να σε απογοητεύσει δηλαδή. Φεύγω. Πάλι απορημένοι οι άλλοι. Τι να τους πω; Ότι καταλαβαίνω τι είναι αυτός ο τύπος και ότι δε θέλει ανταγωνισμό; Η πλάκα ποιά είναι τώρα. Αφού κατάλαβα τι έμπορας είναι ο άνθρωπος (κι ας έχει βέβαια και ταλέντο), δεν είπα τίποτα στους άλλους. Όταν, λοιπόν, μετά από καιρό είναι να γίνει ο δίσκος, μου λέει ο Φαληρέας: «Για να πάρει έγκριση ο δίσκος μη νομίζεις ότι ήταν απλό. Καλέσαμε όλους τους συνθέτες και έγινε ακρόαση για να μας πούνε τη γνώμη τους. Όλοι είπαν ότι πρέπει να βγει οπωσδήποτε». «Ποιοί ήταν;», του λέω, «ήταν και ο Σαββόπουλος;». «Ναι και είπε ότι ήταν αριστούργημα!» μου λέει. (σ.σ. γέλια). Και κάτι ακόμα πάνω σε αυτό. Οι Κατσιμιχαίοι με το Ζιώγαλα κάναν, ως τρίο, κάτι διασκευές, ηπειρώτικα κτλ. Πάρα πολύ ωραία, τα είχα ακούσει. Μου λένε, λοιπόν, «έχουμε κανονίσει ένα ραντεβού με τον Σαββόπουλο να μας ακούσει». 

Δεν τους προστάτεψες;
Δεν τους είπα τίποτα. Τώρα, μετά από χρόνια, τα λέω για πρώτη φορά αυτά τα πράγματα. Γυρνάνε λοιπόν και μόνο που δεν κλαίγανε. «Μας είπε ότι δεν αξίζει» κτλ. Τους λέω κι εγώ «ρε σεις, εγώ σας λέω ότι αξίζουν, δε με πιστεύετε;». Να σου πω κάτι; Τελικά όλοι τους το χρήμα πιστεύουν. Γιατί τους πήρε μετά ο Σαββόπουλος στους «Αχαρνείς» και ενώ δεν τους στήριξε σα σχήμα, τους χρησιμοποίησε μια χαρά να κάνει τη δουλειά του. 

Μια που το πιάσαμε αυτό, αφού όλοι τους συμμετέχουν στο δίσκο και ειδικά με τους Κατσιμίχες, που με εσένα πρωτοεμφανίστηκαν και μετά έκαναν όνομα, ποιά σχέση υπήρξε;
Εξαφανίστηκαν, εξαφανίστηκαν όλοι. Ο Ζιώγαλας μόνο ήρθε στη συναυλία του Κυττάρου και τραγούδησε και ο Λάκης Παπαδόπουλος, που εμφανίστηκε και χαιρέτισε.

Από το πρώτο δίσκο μέχρι το δεύτερο και τον τρίτο βλέπουμε σταδιακά να απομακρύνεται το progressive στοιχείο και ουσιαστικά να μένει μία πιο μεστή τραγουδοποιία, που αν την προεκτείνουμε φτάνει στο σημερινό έντεχνο. 
Αυτό ακριβώς το στοιχείο θα το έβρισκες περισσότερο στους D.N.A. Αν βρεις το μικρό το δισκάκι που κυκλοφορήσαμε και όλη η άλλη δουλειά που δε βγήκε βέβαια, είναι ακριβώς όλος ο συνδυασμός των πραγμάτων που σήμερα λέμε έντεχνο. Εκεί μέσα έχει και το παραδοσιακό το στοιχείο και το ροκ. Τώρα, για την εξέλιξη του ήχου πρέπει να σκεφτείς ότι στο "Σε Άλλους Κόσμους" έπεσε πάρα πολλή δουλειά. Βρήκα κι εγώ ευκαιρία να κάνω αυτό που θέλω. Αυτά που ήθελα σκέψου ότι δε μπορούσαν και να παιχθούν και live όλα. Έχω αυτή τη στιγμή στο σπίτι μου δουλειές που δε μπορούν να παιχτούν όπως θέλω. Θέλει χρηματοδότηση για να γίνει κάτι τέτοιο και δεν υπήρξε στη συνέχεια. Από το "Παίζεις Με Τις Μηχανές" και μετά έκανα ένα σχήμα που ήταν πρακτικό για να μπορεί να κινείται. Με 5-6 άτομα το πολύ. Εκεί άρχισα να βάζω και το κοινωνικοπολιτικό μήνυμα που ήθελα να περάσω και εστίασα περισσότερο στο λόγο. 

Για να παραμείνουμε λίγο παραπάνω στο "Σε Άλλους Κόσμους". Υπήρξε κάποιος από την τεράστια λίστα των συμμετεχόντων που να βοήθησε λίγο παραπάνω δημιουργικά και όχι απλώς να υπηρέτησε το όραμά σου;
Δημιουργικά μόνο ο Θεολόγος (σ.σ. Στρατηγός), θα έλεγα, που ήμασταν φίλοι. Καθόμασταν με τις κιθάρες και βγάζαμε τα κομμάτια. Θυμάμαι που ακούγαμε Yes και μου λέει «μόνο οι ξένοι παίζουν έτσι». «Ρε», του λέω, «να σου γράψω ένα τέτοιο σόλο να το παίξεις;». Και του το έγραψα και το έπαιξε το θηρίο. Να ξέρετε ο Θεολόγος κόμπλαρε. Στις ηχογραφήσεις έπαιζε τα μισά από όσα έπαιζε στις πρόβες. Και με τον Φιλιππίδη (σ.σ. μπάσο) που δε διάβαζε μουσική, του έδειχνα πώς να παίξει. Για να σας πώ και ένα ακόμα ανέκδοτο, όταν είναι να γίνει ο δίσκος και κλείνουμε το studio, μου λέει η εταιρία θα παίξουν αυτοί και αυτοί. «Ώπα», τους λέω, «εγώ θέλω τους δικούς μου». Κακώς δεν επέμεινα να παίξει ο Φώντας που ήταν ο κανονικός μου drummer και μου έδωσαν τον Μαρινάκη, που βέβαια ήταν ανώτερος τεχνικά. Εγώ ήμουν με το ένα πόδι στη Γερμανία και τον δέχτηκα με το ζόρι. Προς τιμήν του, ο Μαρινάκης ερχόταν στο σπίτι για να κάνουμε πρόβες πριν παίξει στις ηχογραφήσεις. Όπως επίσης και το μπάσο, που ήταν η αγάπη μου, σε σημείο να θεωρώ το δίσκο κονσέρτο για μπάσο, το είχα γράψει για να παίξει ο Φιλιππίδης, που όμως ήταν φαντάρος για κάποια περίοδο. Προς τιμήν του λοιπόν και ο Μεταλλίδης που τον αντικατέστησε μου λέει μόνος του να κάνουμε πρόβες πριν τις ηχογραφήσεις, ενώ και αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος. Ήταν και οι δύο πολύ καλοί μουσικοί. 

Έχουμε κολλήσει λίγο στο "Σε Άλλους Κόσμους", αλλά αξίζει τον κόπο γιατί είναι ορόσημο. Δε μπορώ να θυμηθώ άλλο διπλό δίσκο ελληνικού ροκ πιο πριν. Και είναι και ντεμπούτο. Πώς έγινε και τι αντίδραση υπήρξε;
Ναι, είναι ο πρώτος, δεν υπάρχει προηγούμενος. Κοίτα, διπλός έγινε γιατί δε χωρούσαν όλα τα τραγούδια σε μονό. Δεν ήθελα να χαθεί τίποτα σε ποιότητα. Σκεφτείτε ότι ήδη ήταν ηχογραφημένο σε τετρακάναλο, αλλά ήταν πολύ καλός ο ηχολήπτης, ο Γιάννης Τριφύλλης, ο καλύτερος που υπήρχε.

Τον στήριξε δηλαδή η ΕΜΙ το δίσκο, έδωσε προσωπικό για να γίνει.
Παιδιά, τον θάβανε το δίσκο μόλις κυκλοφόρησε! Η φάση είναι η εξής. Ο πρώτος παραγωγός ήταν ο Τέρενς Κουίκ. Ο οποίος δεν ήξερε, σε άλλο χώρο κινούταν, αλλά ήταν γενικά θετικός ο άνθρωπος. Στη μέση έρχεται ο Κιουρκτσόγλου ο Γιάννης, ο κιθαρίστας των Πελόμα Μποκιού. Αυτός έκανε και δικά του τραγούδια τότε, πιο ελαφριά, και πιθανόν να ζήλευε επειδή δε μπορούσε να έχει την ελευθερία να κάνει και αυτός αυτά που ήθελε, γιατί ροκάς ήταν κατά βάση. Γενικά κατηγορούσε το δίσκο και έλεγε άσχημα πράγματα. Τα έμαθα εγώ και έψαχνα να τον βρω, αλλά τελικά με συμβούλεψαν και όλοι να μην ασχοληθώ, αφού έτσι είναι τα πράγματα στις εταιρίες και γι' αυτό σιχάθηκα κι εγώ και ούτε που ξαναπάτησα σε αυτές. 

Ήταν να τραγουδήσει και ο Ξυλούρης ένα κομμάτι. 
Ναι, είχε ενθουσιαστεί και ήθελε να τραγουδήσει σε όλο το δίσκο. Κι εγώ του έλεγα «άσε ρε Νίκο, που θα τραγουδήσεις ροκ». Αυτό το ένα, το παραδοσιακό θα τραγουδήσεις. Εν τω μεταξύ, το ίδιο τραγούδι ήθελε να πει και ο Πουλικάκος. Εγώ ήθελα ο Πουλικάκος να τραγουδήσει το "Θέλω Να Ταξιδεύω" που του πήγαινε πολύ και τελικά κανείς δεν τραγούδησε κανένα.

Με τον Πουλικάκο αλήθεια ποιές οι σχέσεις σας; 
Φιλικές, συναδελφικές.

Κυκλοφορήσατε και οι δύο τους δίσκους σας την ίδια χρονιά. Γιατί θεωρείς ότι ενώ το "Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτρσος" χαιρετίζεται από όλους ως καθοριστικό (και είναι), το "Σε Άλλους Κόσμους" το ξέρει πιο λίγος κόσμος;
Πιθανότατα γιατί είναι πιο «έργο», δεν έχει τραγούδια που μπορείς να απομονώσεις.

Για τις επανεκδόσεις του άλμπουμ έχεις κάποιο σχόλιο;
Ε, κοίτα, την πρώτη την ασπρόμαυρη την έκανα εγώ. Για οικονομικούς λόγους κυρίως ο δίσκος βγήκε μονός, αλλά τον πρόσεξα πολύ, έκανα ψαγμένο μοντάζ των τραγουδιών. Αργότερα έκανε επανέκδοση σε μονό δίσκο και η εταιρεία, αλλά αυτοί πήγαν για να πουλήσουν, τον κουτσούρεψαν το δίσκο, έβαλαν και ταμπέλα ότι τραγουδάν οι Κατσιμιχαίοι και ο Ζιώγαλας που είχαν γίνει φίρμες! Στην τελευταία επανέκδοση του Ικάρου ήρθαν τα παιδιά και μου είπαν να τον βγάλουμε σε συνεργασία, νόμιμα, γιατί αν δεν τον βγάλουμε εμείς, έχει φτάσει τόσο ακριβός στο εξωτερικό ο δίσκος που υπάρχουν «πειρατές» στην Ασία που θα τον βγάλουν αυτοί. Θα ήθελα να βγάλω και σε επανέκδοση, με remix όμως σίγουρα, και το "Παίζεις Με Τις Μηχανές", γιατί δεν ακούγονται ούτε τα μισά από όσα συνέβαιναν στις ηχογραφήσεις. Όπως και στους "Άλλους Κόσμους" έχουν χαθεί πολλά πράγματα, κάνει σόλο το κόρνο και δεν ακούγεται τίποτα.

Αλήθεια, πώς αισθάνεται κανείς όταν βλέπει τον δίσκο του να πουλιέται σε εξωφρενικές τιμές και ο ίδιος δεν κερδίζει τίποτα από αυτό, παρά μόνο κάποιοι συλλέκτες-έμποροι;
Είναι σαν τους ζωγράφους που έβλεπαν ρακένδυτοι τα έργα τους να πωλούνται πανάκριβα στις γκαλερί και αυτοί δεν είχαν να φάνε. Έτσι γίνεται δυστυχώς.

Μια που το αναφέραμε ας μιλήσουμε τώρα και για το "Παίζεις Με Τις Μηχανές". Δεν ξέρω κατ' αρχήν αν με την κυκλοφορία του "Σε Άλλους Κόσμους" είχες κάποια επιτυχία.
Καθόλου, τίποτα. Θάφτηκε ο δίσκος και δεν ασχολήθηκε κανένας. Μάλιστα, κάποια στιγμή πήγα στην εταιρεία και τους είπα «δεν ξέρω τι κάνετε εσείς και γιατί θέλατε να κάνετε το δίσκο, μπορεί να το κάνατε για φορολογικούς σκοπούς. Για εμένα όμως ήταν δουλειά ζωής». Ε, μετά απογοητεύτηκα και ξεκίνησα δικιά μου προσπάθεια, τον Πολύαυλο. Είχα ήδη ανοίξει τη Σοφίτα, είχα δηλαδή κάποια οικονομική άνεση για να το κάνω, αλλά κυρίως ήταν για ιδεολογικούς λόγους. Είχα κάποιες προτάσεις από την WEA για να κοπούν 10.000 αντίτυπα, που σήμαινε ότι θα τον στήριζαν το δίσκο. Αλλά πλέον ιδεολογικά δεν ήθελα. Δεν ήθελα να λένε ότι ακόμα και ο Ηρακλής από αυτά τα γρανάζια πέρασε και να φανεί ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Δε βαριέσαι, λέω, ας πουλήσω 10 αντίτυπα, πρέπει να πουλήσω 10.000; Μάλιστα, ο Νίκος ο Σκούρτης, που ήταν αυτός που ήθελε να συνεργαστούμε, παρεξηγήθηκε, νόμιζε ότι ήταν προσωπικό το θέμα. Μάλιστα όταν έφτιαξε την FM Records και ήρθα σε επαφή μαζί του για κάποια δουλειά, μου κράταγε μούτρα!

Στη δεκαετία του '80 βλέπουμε και μεγάλη δραστηριότητα στην αυτοοργάνωση και ιδεολογική αφύπνιση των μουσικών. Έχουμε το Μου.Συν.Κα, την ΑΕΤΑ, δωρεάν συναυλίες, τη Σοφίτα...
Ανοίγουμε μεγάλο κεφάλαιο τώρα, χρειαζόμαστε κανά μήνα να μιλήσουμε για αυτά! Όταν είχα τη Σοφίτα ήμουν εντελώς αυτόνομος, είχα ό,τι μπορεί να θέλει ένας μουσικός. Είχα την εταιρεία μου, είχα το χώρο μου, τα δικά μου μηχανήματα, μέχρι και δικό μου φορτηγάκι είχα. Αλλά δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Κάθισα κάποια στιγμή και σκέφτηκα: Αυτό ήταν όλο; Επειδή εγώ κατάφερα και πέτυχα να είμαι ανεξάρτητος, τελείωσα; Ενώ ταυτόχρονα ξέρω καλά πώς κατασπαράζουν οι εταιρείες τους μουσικούς. Όταν, ακόμα και punk να είσαι, δουν προοπτική, παίρνουν τη δουλειά σου, σε κάνουν επιτυχία και σε εκμεταλλεύονται, ενώ ταυτόχρονα σου βάζουν και τρικλοποδιά για να μη μπορείς να εκφραστείς αν δεν τους συμφέρει ιδεολογικά. Αυτή είναι η δουλειά τους. Είχε γίνει ένας πυρήνας λοιπόν η Σοφίτα, όπου μαζευόντουσαν τα group και σκέφτηκα ότι είναι ευκαιρία να κάνουμε κάτι από κοινού. Το συζητούσα προς κάθε κατεύθυνση. Κάποια στιγμή μαζεύτηκε ένας αριθμός συγκροτημάτων. 

Ποιός ήταν ο πρώτος πυρήνας; Ποιοί άλλοι ήταν ενεργοί μαζί σου;
Δε θυμάμαι συγκροτήματα. Αλλά στη δεύτερη φάση ήρθε ο Νίκος ο Γκίνης από τους Σύνδρομο. Φοβερός μουσικός, τον θαύμαζα, αλλά μέσα από τη ΜουΣυνΚα άλλαξα άποψη. Άκου πώς έγινε. Αρχικά μαζευόμασταν όλοι για να οργανώσουμε καμία συναυλία κτλ. Τελικά, ενώ ξεκινούσαμε να οργανώσουμε κάτι όλοι μαζί, κατέληγα να τρέχω μόνος μου για όλα. Τους μάζεψα λοιπόν και λέω «Ρε σεις, μόνο εγώ θα τρέχω; Εγώ δεν έχω ανάγκη, έχω δικό μου μαγαζί, έχω δικιά μου δισκογραφική. Για εσάς το κάνω. Άμα είναι να τρέχω εγώ για να το παίζετε εσείς μούρες...». Τέλος πάντων, δεν προλάβαμε να το οργανώσουμε. Αφού έκλεισε και η Σοφίτα, λοιπόν, έρχονται ο Τρύφωνας από τους Αγάπανθος και ο Γκίνης μαζί με το Λήτη και μου λένε «αφού είσαι δραστήριος και ενδιαφέρεσαι για το ροκ και τα συγκροτήματα, να, εμείς το οργανώσαμε ήδη το πράγμα. Δεν πειράζει που δεν το ξεκίνησες εσύ, το ίδιο είναι». Ούτε που το σκέφτηκα κι εγώ, επί τόπου τους λέω ότι είμαι μέσα. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να ξεκινήσει κάτι, να οργανωθούμε κάπως. Ήταν και ο Πάνος Ηλιόπουλος μαζί τους, που ήταν τότε στο Υφυπουργείο Νέας Γενιάς. Καθόμαστε να συζητήσουμε και μου λένε ότι θα δώσει το Υφυπουργείο ένα εκατομμύριο για το ξεκίνημα και αποφασίστηκε να γίνει μη κερδοσκοπική εταιρία με εμάς τους τέσσερις επικεφαλής. Τότε βρέθηκε και το όνομα Μου.Συν.Κα. Νοικιάσαμε και το Ροντέο για συναυλίες. Πριν ξεκινήσει οτιδήποτε, τους λέω εγώ, ακόμα κι αν δώσει το Υφυπουργείο λεφτά, ξεκαθαρίζω ότι δε θέλω καπέλωμα, ούτε από κόμματα, ούτε από καμία αρχή. Μπροστά θα είναι τα συγκροτήματα. Εξάλλου, και τα χρήματα σε σχέση με άλλες επιδοτήσεις που έδιναν τότε σε κάτι θέατρα των τριών θεατών δεν ήταν και τίποτα. Όχι να πάρει το ροκ ένα εκατομμύριο και να μας πηδήξουν κιόλας. Προχώρησε τελικά αρκετά, κάναμε και συναυλίες. Εγώ ήμουν υπεύθυνος του προγράμματος, γιατί λόγω της Σοφίτας είχα τις επαφές με τα συγκροτήματα. Αργότερα κατάλαβα ότι γι' αυτό με ήθελαν, γιατί σου λέει ο Ηρακλής έχει γνωριμίες, έχει πρόσωπο προς τα έξω, θα μαζέψει κόσμο. 

Και πού στράβωσε το θέμα;
Μετά από λίγο άρχισαν να βάζουν κάτω από τις αφίσες «υπό την αιγίδα του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς». Να τους λέω εγώ «Τι τα βάζετε αυτά; Αλλιώς δεν τα συμφωνήσαμε;». Μας κάνουν την αφίσα δωρεάν, μου λέγανε και τέτοια. Τρέχω εγώ, βρίσκω κάποιον φίλο μου να κάνει την αφίσα με πολύ λίγα λεφτά, πάλι τη βάζουν τη λεζάντα. Κάτι δεν πάει καλά με τον Γκίνη και τον Τρύφωνα, σκέφτομαι. Πιάνω και τον Λήτη, «εσύ δεν έχεις σχέση με αυτά» του λέω, «δε βλέπεις τι γίνεται, δεν τα είχαμε πει;». «Ναι, ναι» μου έλεγε, αλλά κάθε φορά που πηγαίναμε να μιλήσουμε, τον έπαιρναν, τελικά, μαζί τους. Στην πορεία, μάλιστα, οι δυο τους ήθελαν να διώξουν τον Λήτη και να βάλουν κάποιον δικό τους, γιατί πράγματι δεν προσέφερε πολύ, δεν ήταν οργανωτικό άτομο. Εγώ τον υπερασπιζόμουν και τους έλεγα να βρούμε τι μπορεί να κάνει καλά και να του το δώσουμε. Μαζί το ξεκινήσαμε, επένδυσε κάποιες δυνάμεις, δε μπορεί να τον πετάξεις μετά. Πράγματι, έμεινε ο Λήτης και ανέλαβε κάποια καθήκοντα που τα έκανε μια χαρά. Ε, μετά είδα πάλι τα ίδια, κάποιες πονηριές κτλ, πιάνω πάλι το Λήτη: «Εγώ θα φύγω αν συνεχιστεί η κατάσταση, αλλά δε θέλω να φτάσω μέχρι εκεί και να τους χαρίσω κάτι που ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Έλα μαζί μου να επιβάλλουμε τις απόψεις μας». Του είπα και ότι ήθελαν να τον διώξουν και θύμωσε. Μαζευόμαστε λοιπόν, στο σπίτι του Λήτη μάλιστα, και πάλι πάει μαζί τους. Άει γαμηθείτε λέω κι εγώ, κάνω μία δήλωση στις εφημερίδες ότι δεν έχω πλέον σχέση με τον ΜουΣυνΚα και αποχωρώ.

Έτσι γεννήθηκε η ΑΕΤΑ;
Μετά από αυτά, μαζεύω όλα τα group, γιατί εμένα ήξεραν και με εμπιστεύονταν, τους εξηγώ την κατάσταση και τους προτείνω όπως είμαστε μαζεμένοι να κάνουμε μία άλλη απολύτως ανεξάρτητη κίνηση. Έτσι δημιουργήθηκε και από εκεί ξεκινάει μία άλλη ιστορία.

Στην ΑΕΤΑ μπαίνει και ο Άσιμος.
Ο Άσιμος έπαιζε ήδη και στον ΜουΣυνΚα. Μάλιστα, θυμάμαι που μου έλεγε να τον βάζω στο πρόγραμμα να παίζει Σάββατα για να μαζεύει κόσμο. Τον έβαζα εγώ και μάλιστα οι άλλοι δεν τον θέλανε γιατί τους έβριζε όλους. 

Να πούμε και την ιστορία της ΑΕΤΑ;
Ε, ξεκινήσαμε με ενθουσιασμό και κάθομαι και γράφω σε ένα μεγάλο χαρτόνι το πλάνο της ΑΕΤΑ και φτιάχνω ομάδες εργασίας που εκ περιτροπής θα αναλαμβάνει η καθεμία να οργανώσει κάτι. Το δε «προεδρείο» της ΑΕΤΑ αποτελούνταν από εκφραστές της κάθε ομάδας. Το σκέφτηκα απλά, όλοι να προσφέρουμε ίσα και να έχουμε ίσες απολαβές. Πίστευα, ίσως αισιόδοξα, ότι όλοι οι άνθρωποι όταν βρεθούν στο κατάλληλο περιβάλλον θα φερθούν ανάλογα. Και λειτούργησε αυτό αρχικά. Οι συγκυρίες τη διέλυσαν.

Τι οδήγησε δηλαδή στο τέλος της ΑΕΤΑ;
Κοίταξε να δεις, ήθελε πυρήνα αυτό για να στηριχθεί. Ιδεολογικό πυρήνα εννοώ, που να με στηρίζει στον τρόπο που είχα σκεφτεί την οργάνωση. Ερχόταν ο Άσιμος, ας πούμε, με συνοδεία δέκα ατόμων, την «αυλή» του (ηθοποιοί και δικηγόροι μέσα σε αυτούς, με δέκα διπλώματα ο καθένας), και δε μιλούσε κανένας από τους υπόλοιπους. Έμπαινε με την παρέα του και κυριαρχούσε.

Τελικά ο Άσιμος ήταν αυθεντικός σε αυτό που έκανε ή έπαιζε ένα ρόλο;
Κοίταξε, να σου εξηγήσω, επειδή τον γνώρισα καλά. Ο Άσιμος το '81 είχε τα πρώτα προβλήματα (σ.σ. ψυχασθένειας εννοεί). Έκανε διάφορα, είχε ξεφύγει, μέχρι και οι αναρχικοί τον έδερναν. Εγώ τον συμπαθούσα πάντα πάρα πολύ. Είχε πρόβλημα ο άνθρωπος. Ο εχθρός του ήταν ο εγωισμός του βασικά, αυτό τον σκότωσε. Παγιδεύτηκε και δε μπόρεσε να ξεφύγει. Είχε πάρει τότε και μία μαγκούρα και τους έδερνε όλους, εχθρούς και φίλους. Μόνο εμένα δεν έδερνε, θεωρούσε ότι αυτός ήταν ο Δον Χουάν και εγώ ο Δον Χενάρο! (σ.σ. γέλια). Τον είχαν συλλάβει μάλιστα και τρέχαμε να τον βγάλουμε, βοήθησε και ο Σαββόπουλος μία φορά, ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος μία άλλη. Μια φορά με παίρνει η Κατερίνα Γώγου...

Είχατε σχέσεις με τη Γώγου;
Ναι, μου είχε δώσει και στίχους της λίγο πριν πεθάνει, τους είχα μελοποιήσει και τους της είχα δώσει πίσω.Τέλος πάντων, με παίρνει και μου λέει «τον πάνε για Δαφνί». Είχαμε και τον Οικονομόπουλο τον ψυχίατρο μαζί και μας λέει ότι πρέπει να τον αναλάβει κάποιος να παίρνει ηρεμιστικά (όχι ψυχοφάρμακα) και να δηλώσει ότι θα φροντίζει να παίρνει ένα την ημέρα, αλλιώς θα τον κλείσουν μέσα και ξεχάστε τον μετά. Εγώ είχα και μικρά παιδιά τότε, αλλά ανέλαβα. Βοήθησαν και άλλοι από την παρέα των Εξαρχείων. Να ξέρετε τα νεύρα του έπαθαν βλάβη από τον πολύ καφέ που έπινε. Πολύ καφέ! Έβαζε δυο κουταλιές σε ένα ποτήρι, λίγο νερό και το κατέβαζε. Όταν τον έβαλα να ελαττώσει τον καφέ και να παίρνει το ηρεμιστικό ήταν που επανήλθε λίγο.

Μα και το όνομά σου δεν υπάρχει στις κασέτες ως υπεύθυνος; 
Μόνο ως υπεύθυνος; Στις τρεις τελευταίες κασέτες εγώ του έχω κάνει όλη την ενορχήστρωση. Και για το ευχαριστώ όλων αυτών πάτησε τελικά πάνω στο πτώμα μου να το παίξει επαναστάτης ας πούμε. Πριν τον Μου.ΣΥν.Κα., όταν ήταν στα καλύτερά του, πήγε η Γώγου και βρήκε την Αλεξίου, που την ήξερε και που ήταν τότε παντρεμένη με τον Θεοφίλου που ήταν στη Μίνως-ΕΜΙ. Έτσι του έκαναν αυτό το δίσκο τότε και έβγαλε και κάποια λεφτά και άνοιξε και το μαγαζάκι. Περνούσα να τον δω τι κάνει και του έλεγα ό,τι θέλει από εμένα να το ζητήσει. Να του φτιάξω τα τραγούδια, για παράδειγμα. Δωρεάν φυσικά το έκανα και δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω λεφτά. Του έδινα θάρρος. Μέσα σε λίγο, λοιπόν, ο αθεόφοβος σχημάτισε αυλή πάλι και με έβλεπαν εμένα με μισό μάτι. Με τα πολλά έμαθα ότι τους έλεγε ότι πήγαινα να τον δηλητηριάσω! Παγιδευόταν στο μυαλό του, καταλαβαίνεις. 

Και μουσικά πώς συνεργαστήκατε;
Ε, όταν μπήκε στο studio για τις τρεις τελευταίες κασέτες, με πήρε τηλέφωνο και μου λέει «έλα να βοηθήσεις». Πήγα εγώ και είδα ότι τα παιδιά δεν προχωρούσαν πολύ στις ενορχηστρώσεις. Ήξεραν να παίζουν απλά τα κομμάτια και μετά κολλούσαν. Εκεί τους έφτιαξα εγώ την ενορχήστρωση. Μάλιστα, μετά το θάνατό του πήραν αυτά τα τραγούδια οι άλλοι και πάτησαν στις δικές μου ενορχηστρώσεις, τα κυκλοφόρησαν και βγάλανε λεφτά. Ένας φίλος μου τους έκανε και πλάκα, ότι θα τους κάνω αγωγή κτλ. και φοβήθηκαν αυτοί.

Να πούμε για λίγο και για τη "Στιγμή". 
Είναι το επόμενο βήμα της Λερναίας Ύδρας. Έχει και ένα τραγούδι που δεν είχε χωρέσει στον προηγούμενο δίσκο. Ε, πάλι μόνοι μας τον προωθούσαμε όπου μπορούσαμε. Όχι τίποτα άλλο, να βγουν τα έξοδα για την επόμενη παραγωγή. Αυτό με ένοιαζε πάντα, να μπορώ να χρηματοδοτήσω τον επόμενο δίσκο μου. Τραγουδάει και η γυναίκα μου και πολύ καλά μάλιστα, θα μπορούσε να έχει κάνει όνομα μόνη της. Γενικά είχα ήδη ξεπεράσει τότε τη λογική του να βγάλω δίσκο για να κάνω καριέρα ή κάτι τέτοιο. 

Και από εκεί και πέρα τι γίνεται μουσικά;
Ασχολήθηκα και ψάχτηκα πάρα πολύ με τη μουσική χαλάρωσης. Έφτιαξα επτά κασέτες. Είχα και ένα ακριβό μηχάνημα και έτρεχα και ηχογραφούσα ήχους της φύσης, φρόντιζα να χρησιμοποιώ και συχνότητες από 7 έως 14 κύκλους που παράγουν κύματα άλφα, τα οποία ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα... Έχω κάνει πολύ καλή δουλειά για το χώρο αυτό. 

Να πάμε λίγο και στα μη μουσικά. Είχε εγκριθεί και ήταν έτοιμος να παιχτεί στην τότε ΥΕΝΕΔ ο "Πόλεμος Των Ζωδίων", μία εκπομπή επιστημονικής φαντασίας. Τι έγινε;
Ακυρώθηκε λόγω Μαστοράκη αυτό. Έγραφα ήδη εγώ σε περιοδικά επιστημονικής φαντασίας με ψευδώνυμο. Μέσω ενός παραγωγού δίνω ένα κείμενό μου στην ΥΕΝΕΔ και εγκρίνεται. Μάλιστα, μου είχε δώσει ο ίδιος άνθρωπος και το σενάριο μίας υποψήφιας ταινίας του Μαστοράκη, η οποία πρόλαβε και παίχτηκε τελικά, για να δω πώς να μετατρέψω το κείμενο σε σενάριο. Έγιναν όμως τα σκηνικά με τη συνέντευξη για το Πολυτεχνείο, του την πέσαν όλοι του Μαστοράκη και κόπηκε όλη η παραγωγή τελικά. 

Και έχουμε και ένα πρόσφατο μυθιστόρημα, τον "Ονειροταξιδευτή".
Ναι, το έχει η μοίρα μου, μου φαίνεται. Ενώ το βιβλίο πήγαινε καλά και ήμουν έτοιμος να ετοιμάσω και το δεύτερο μέρος, γιατί είχε την έννοια να γίνει τριλογία, ο εκδότης άλλαξε δουλειά και το γύρισε στα περιοδικά. Οπότε έμειναν ορφανά τα επόμενα. Αυτά έγιναν το 2006.

Υπήρξε όμως και κάποια συνεργασία με την Ελευθεροτυπία.
Ναι, στο περιοδικό "9", που ασχολείται με την επιστημονική φαντασία είχα δώσει μία νουβέλα μου. Γράφω συνέχεια. Τώρα θα εκδοθεί και μία συλλογή νουβελών μου.

Τελευταία ερώτηση. Θα ακούσαμε ξανά ζωντανά τον Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα; 
Κάνουμε πρόβες, αλλά δε θέλω να ξαναπαίξω σε αυτά τα μαγαζιά που περιμένουν να φωνάξουμε εμείς τους φίλους μας και από εκεί να βγουν τα έξοδά τους, χωρίς αυτά να κάνουν τίποτα. Το έκανα μια-δυο φορές και μετά σταμάτησα. Προτιμώ να παίξω δωρεάν για κοινωφελείς σκοπούς. Υπάρχουν και άλλα μαγαζιά, βέβαια, όπως το Βινύλιο στο Ίλιον που θα ξαναπαίξουμε.

Μανώλης Γεωργακάκης, Κώστας Σακκαλής

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Γιάννης Σπάθας - Συνέντευξη (Roller Coaster) 1992


Giannis Spathas Interview vaktirio



Γιάννης Σπάθας - Συνέντευξη (Roller Coaster) 1992

Συνέντευξη του Γιάννη Σπάθα στο fanzine Roller Coaster απο τον Παναγιώτη Μπάρλα.

Fanzine: Roller Coaster
Τεύχος: 1
Έτος: Άνοιξη 1992



Ξεκινήσαμε με τον Αντώνη (Τουρκογιώργη) αρχικά σαν Persons. Ημασταν 5 άτομα: Ηλίας Ασβεστόπουλος, Ηλίας Μπουκουβάλας, Αντώνης Τούρκογιώργης, Αντώνης Πιτσολάντης και εγώ. Οταν ο Ασβεστόπουλος και ο Πιτσολάντης πήγαν φαντάροι, μεί­ναμε τρεις, το 1967 και είπα στα παιδιά να μην πά­ρουμε άλλους μουσικούς και να συνεχίσουμε σαv τρίο. Είχα ήδη αρχίσει να βγάζω τραγούδια του Jimi Hendrix και τα κάναμε πρόβα με τον Αντώνη και τον Μπουκουβάλα κάθε μέρα και το αποτέλεσμα μας ά­ρεσε. Ετσι συνεχίσαμε οι τρεις μας. Το 1969 παίζαμε οι τρεις μας τ' απογεύματα σε κάποια μαγαζιά, όπως ο "Φλοίσβος" και ερχόταν μαζί μας και ένας κιθαρί­στας από τα Μπουρμπούλια, ο Johnny Labichi, ένας Ουγγαρο-Ιταλο-Ελληνας... Αυτός έπαιζε Jazz. Το '69 ήρθε στο γκρουπ ο Labichi, ο οποίος ήταν φοβερός κιθαρίστας. Το κοινό στοιχείο σε μένα και τον Labichi ήταν ότι παίζαμε και οι δύο μπλουζ. Αυτός βέβαια επαίζε Jazz, ενώ εγώ μελετούσα το Rock τότε. Ηρθε λοιπόν στο γκρουπ και παίξαμε τον Χειμώνα '70-'71 στο "Κύτταρο", οι Socrates και ο Εξαδάκτυλος που είχε δημιουργηθεί τότε. Θα έλεγα ότι εμείς παίζαμε εκείνη την εποχή Jazz - Rock, με φοβερά μέρη, χιλιάδες ακκόρντα κ.λπ. Αυτό βέβαια είχε σαν αποτέλεσμα να πιε­ζόμαστε κάπως εγώ, ο Αντώνης και ο Ηλίας, γιατί ενώ αρχικά παίζαμε Hendrix τα τραγούδια αυτά ήταν πολύ λίγα τώρα. Είχε δημιουργηθεί μια ένταση και μια δυναμική μέσα μας, η οποία δεσμευόταν απ' την παρουσία του Labichi. Ετσι, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο το συγκρότημα και είπαμε στο Johnny να φύγει. Φυσικά παραμείναμε πολύ καλοί φίλοι. Ο Johnny έφυγε στην Ιταλία, όπου έπαιξε με τους Aria, ένα φημισμένο Jazz σχήμα. Μόλις έφυγε Johnny, αρχίσαμε - ελεύθεροι πλέον - να παίζουμε τα "Hendrix" και γινόταν ο χαμός στο Κύτταρο. Εμείς με Hendrix, ο Πουλικάκος με Stones... Ηταν μια πολύ όμορφη περίοδος εκείνη. Συνεχίσαμε με τον Αντώνη. Κάναμε κάθε μέρα πρόβες και φτιάχναμε καινούριο τραγούδια. Εγώ τότε είχα δει ένα ντοκυμαντέρ στο σι­νεμά για τους Σαρακατσάνηδες, όπου άκουσα ένα σκοπό από κλαρίνο. Το βράδυ εκείνο έπαθα... μεγάλη "ζημιά". Πήγα σπίτι μου και όλο το βράδυ μελετούσα πώς θα μπορούσα να βγάλω αυτή την ατμόσφαιρα: ΣΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΣ... Την άλλη μέρα είπα στον Αντώνη να παίξουμε ένα τέτοιο κομμάτι. Μου είπε πως έμοιαζε με δημοτικό και του απάντησα πως δεν μ' ένοιαζε. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν Η ΑΙΣΘΗΣΗ. Αργότερα όταν παίξαμε αυτό το κομμάτι έγινε χαμός. Αυτό το κομμάτι το εί­χαμε σε μια παραλλαγή στον πρώτο δίσκο και στην συνέχεια το ξαναπαίξαμε στους δίσκους μας άλλες δύο φορές. Προσπαθούσαμε να το βελτιώνουμε συνεχώς. ... Εφυγε ο Μπουκουβάλας και στη θέση του ήρθε ο Τρανταλίδης, που είχε έρθει μαζί με τον Labichi. Σε κάποιο σημείο έγινε μια αλλαγή με τον Μπουκου­βάλα και γράψαμε μαζί του τον πρώτο και τον δεύτερο δίσκο και μετά στο The Wings" πήραμε τον Δουκάκη, τον κιθαρίστα από τον Εξαδάκτυλο και τον Τρανταλίδη. Με αυτή τη σύνθεση γράψαμε το The Wings" και πήγαμε και στο Παρίσι, όπου γνωρίσαμε τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και κάναμε μαζί του μερικές συναυλίες και παίξαμε ζωντανά και στο ραδιόφωνο. Στη συνέχεια ήρθε η ηχογράφηση του "Phos", το οποίο έγινε χωρίς τον Δουκάκη αλλά με τον Τρανταλίδη, ο οποίος έφυγε μετά και τη θέση του πήρε ο Αντύπας. Με τον Αντύπα κάναμε το "Waiting For Something", το "Plaza" και το "Breaking Through". To "Breaking Through" μ' αρέσει. Είναι ένας καλός ροκ δίσκος, όμως δεν έγινε αρκετά γνωστός. Είχε και λίγο κα­κή ηχοληψία, αλλά είχε πολύ ωραία Rock κομμάτια.

- Το όνομα Socrates πώς βγήκε;
Το είχα δει από ένα συμμαθητή μου, που είχε γράψει στο τετράδιο του Socrates Drunk The Conium. To είπα στον Αντώνη και αφού μας άρεσε απο­φασίσαμε να ονομάσουμε έτσι το γκρουπ. Βέβαια με τον καιρό έγινε πιο σύντομο: Socrates.

- Κάποτε ο Βαγγέλης Παπαθα­νασίου είχε πει ότι είσαι πολύ καλύτε­ρος από τον Clapton. Εχουν γίνει επα­νειλημμένα τέτοια σχόλια για σένα. Πώς δέχεσαι το γεγονός ότι από πολλούς θεωρείσαι θρύλος σαν κιθαρίστας;
Σήμερα τα νέα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να δουν πώς παίζουν οι με­γάλοι κιθαρίστες. Με τις συναυλίες, με τα χιλιάδες βιβλία που κυκλοφορούν για μελέτη. Τότε στην Ελλάδα δεν έπαι­ζε κανείς. Κιθαρίστες που έπαιζαν Rock, όπως εγώ, ο Δουκάκης, ο Δήμης Παπαχρήσου, τα βγάλαμε μόνοι μας. Δεν έβλεπε ο ένας τον άλλο, δεν υπήρχαν δυνατότητες. Ούτε συναυ­λίες γίνονταν τότε. Ημασταν οι πρώτοι που παίξαμε Blues και Rock. Πέρα απ' αυτά, είχα προσπαθήσει και είχα μάθει και μερικά άλλα πράγματα που με ενδιέ­φεραν, όπως τα δημοτικά. Πέρασαν μέσα στις νότες μου και ορισμένες τέτοιες νότες, ελληνικές. Εχω την εντύπωση ότι, αν έχει μείνει το όνομα μου, είναι ε­πειδή πραγματικά μ' ενδιέφερε να έρθω σε επαφή και να "τραγουδήσω" με την κιθάρα μου. Μόνο αυτό. Ούτε οι "δεξιοτεχνίες", ούτε τίποτα άλλο. Μόνο εκεί πιστεύω ότι οφείλεται το ότι έχω κάποιο όνομα. Αλλωστε και σήμερα και τότε υπάρχουν και υπήρχαν πολλοί καλοί κιθαρίστες. Απλώς εγώ είχα και έχω το ίδιο σκεπτικό: θέλω ό,τι κάνω να έχει τη δυνατότητα να μιλήσει στον άλλο. Αυτό είναι όλο μου το ψάξιμο και όλη μου η αγωνία. Δεν μ' ενδιαφέρει να εντυπωσιάσω τους άλ­λους. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα που θυμάμαι α­πό τότε που παίζαμε στο Κύτταρο: Τότε ο καθένας έ­παιζε ένα σόλο. Αυτή η σχέση που βασίζεται στη λο­γική "Παίζω σόλο. Θαυμάστε με", ίσως να είναι καλή, αφού βλέπεις κάποιον που παίζει φοβερά πράγματα, όμως κάποια στιγμή άρχισε να μ' ενοχλεί αφάνταστα. Ενοιωθα σαν να χρησιμοποιούσα πονηρούς τρόπους για να κλέψω το χειροκρότημα. Οταν παίζεις ένα σό­λο, λες: Τώρα θα παίξω τη γρήγορη τη φάση και θα τους πάρω τα κεφάλια και θα σηκωθούν να χει­ροκροτήσουν". Αυτό γινόταν κάθε βράδυ. Συνέχεια. Δεν γινόταν επειδή το είχε ανάγκη η μουσική. Αν το κάνεις γιατί το έχει ανάγκη η μουσική εκείνη την ώρα, είναι εντάξει. Τραβάς ένα ξέσπασμα και είναι γιατί το είχε ανάγκη η μουσική. Εκείνη η ρουτίνα στηριζόταν στη λογική ότι "αν χειροκροτούσαν, θα έρχονταν να σε ξαναδούν". Δηλαδή η κατάσταση έμοιαζε λίγο με τσίρκο... Για να τελειώσω: Αν έχει μείνει το όνομα μου, φαντάζομαι ότι έχει μείνει περισ­σότερο επειδή συγκίνησα τα παιδιά που με άκουσαν και όχι επειδή τα εντυπω­σίασα. Επίσης είχα κάνει ένα στυλ το οποίο ξεχώριζε από τα άλλα παιξίματα. Ετσι φαντάζομαι...

- Είναι γεγονός ότι έχεις τελείως ξεχωριστό και προσωπικό στυλ. Δεν έ­χει κάποιος άλλος αυτό το στυλ στο παί­ξιμο του, εκτός από τα παιδιά που με­λετούν βιβλία και κασσέτες που έχουν και δικά σου πράγματα και επηρεάζο­νται από εσένα...
Αυτό είναι καλό. Κι εγώ έτσι επηρεαζόμουν. Και δεν μελετούσα μόνο κιθάρα. Μελετούσα και κλαρίνο, και τον Χαλκιά, και τον Ravi Shankar, και τον John Coltraine και άλλους τραγουδι­στές, και το βιολί απ' τον Κόρρο. Χίλια δύο φράγματα, απ' τα οποία ήθελα να προσθέτω μια λεπτομέρεια στο παίξιμο μου. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει και ξαφνικά φτάνεις σ' ένα σημείο και λες: Τι γίνεται εδώ;" Θυμάμαι χα­ρακτηριστικά στο Λονδίνο, όταν ήμασταν κάπου μαζε­μένοι και παίζαμε μεταξύ μας, όσο έπαιζα blues δεν έτρεχε τίποτα, ενώ όταν το γύριζα σε ελληνικούς και ανατολίτικους σκοπούς τρελλαινόντουσαν. Κοιτούσαν με απορία και έκπληξη. Τους ερχόταν παράξενο. Ηταν κάτι καινούριο στ' αυτιά τους.

- Απ' όσα είπαμε μου έδωσες την εντύπωση ότι δεν θέλεις να χαρακτηρίζεσαι σαν είδωλο και σαν "κιθαρίστας - ήρωας", πράγματα που έχουν καταντήσει παραδοσιακά για το Rock.
Δεν είναι ότι δεν θέλω. Με ευχαριστεί κάποια στιγμή να αναγνωρίζεται η δουλειά μου. Απλώς δεν θέλω να ζητάει ο κόσμος το εξής: "Εφόσον είσαι ο Σπάθας, απόδειξε το". Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Αυτή είναι η εκδοχή που δεν μου αρέσει. Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα να παίξω φοβερά απλά πράγ­ματα, όμως να είναι πάντα εκφραστικά. Εχω μάθει 5 πράγματα, όμως τα έχω και τα παίζω σωστά. Δεν μι­λάω αλλαζονικά. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έχω μάθει παραπάνω από πέντε πράγματα, όμως αυτά τα πέντε πράγματα έχω καταφέρει να τα παίζω σωστά. Να τα παίζω και να τα εννοώ. Νομίζω πως έχει γίνει μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομα Σπάθας. Εχει μεγαλοποιηθεί. Αν κρίνω τον Σπάθα σαν τρίτος, απ' έξω, θα πω ότι αξίζει να έχει μεγάλο όνομα μόνο σ' αυτό το είδος που παίζει. Μερικοί τα μεγαλοποιούν. Λένε πως είμαι "ο πρώτος κιθαρίστας". Ας βάλουν καλύτερα μια υποσημείωση: Είμαι καλός στο Rock, στο Blues, στο είδος που παίζω... Γενικά ό,τι παίζω θέλω να έχει ένα νόημα και μια ουσία που να με καλύπτει εκφραστικά και μουσικά. Το σημείο στο οποίο διαφωνώ με τους περισσότερους μουσι­κούς είναι το εξής: Προσπαθούν να μά­θουν χίλια δύο στυλ και τελικά δεν γί­νονται καλοί σε κανένα. Και αν δεν γί­νεις καλός σε ένα στυλ, δεν μπορείς να το προχωρήσεις, δεν μπορείς να δώσεις κάτι παραπάνω. Σπαταλιέσαι απ' το ένα κι απ' το άλλο. Πιστεύω πως πρέπει να μάθεις ένα είδος μουσικής πολύ καλά και μετά να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις. Να ανοίξεις τ' αυτιά σου και να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις και να δώσεις τελικά κάτι καινούριο.

- Αυτό αποτελεί μήνυμα και για τους νέους μουσικούς;
Είχα κάνει κάποια σεμινάρια στο παρελθόν, αλλά δεν μπορείς σε ένα σεμινάριο να δώσεις τόσα πολλά. Γιατί, γαμώτο, η μουσική δεν είναι μόνο νό­τες. Για να φτάσει το όργανο να "τρα­γουδάει"... Ξέρεις πόσοι μουσικοί βγαίνουν απ' τα ωδεία όλου του κόσμου; Οταν το σκέφτομαι αυτό τρελλαίνομαι. Ξέρεις πόσοι μουσικοί είναι καταπληκτικοί; Ομως ποτέ δεν κάνουν τίποτα. Δεν καταφέρνουν να βγάλουν το κε­φάλι πάνω απ' το πλήθος. Γιατί πρέπει να μάθεις αυτό που παίζεις πάρα - πάρα πολύ καλά. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Το δεύτερο στάδιο είναι να του προσ­δώσεις και ένα χαρακτήρα δικό σου. Δηλαδή θέλει μια μελέτη και μια τρέλλα με ένα είδος και μετά, αφού νοιώσεις ότι θέλεις να το εμπλουτίσεις και με άλλα πράγματα, να πας και σε άλλα είδη μουσικής. Πρέπει να νοιώθεις μέσα σου ότι είναι σαν να τραγουδάς. Πρέπει πάντα το όργανο να τραγουδάει. Οσοι μουσι­κοί έχουν καταφέρει να "τραγουδήσουν", έχουν περά­σει στον κόσμο όχι μόνο σαν "δεξιοτέχνες", θα σου πως ένα παράδειγμα για δύο μπασίστες, που είναι και οι δύο φοβεροί μουσικοί και έχουν φοβερές γνώσεις. Ο Stanley Clark και ο Jacko Pastorious. κατά τη γνώ­μη μου ο Pastorious είχε κάνει μεγαλύτερο ντόρο. Εί­χε ταράξει περισσότερο τα νερά, γιατί ήταν πιο "τρα­γουδιστής" από τον Clark. Και όταν είσαι "τραγουδι­στής", ο κόσμος δεν ασχολείται με το πώς παίζεις. Μιλάει μέσα του αυτό που του δίνει ο μουσικός και δεν ασχολείται με τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ερχεται κατευθείαν η αίσθηση του παιξίματος. Ενώ το άλλο παίξιμο είναι το παίξιμο του εντυπωσιασμού. Περνάμε σε ένα άλλο είδος μουσικής, που σκοπό έχει πρώτα να σε εντυπωσιάσει. Τελικά υπάρχουν δύο τρόποι να αποδεχτείς την αξία του άλλου: Ο ένας είναι να σε εντυπωσιάσει. Ο άλλος τρόπος είναι να φτάσει πρώτα η ψυχή του και οι άλλες ικανότητες του, οι τεχνικές, να έρθουν σε δεύτερο πλάνο. Και για να φτάσει ο μουσικός να σου δώσει πρώτα την αίσθηση και όχι να σε εντυπωσιάσει, χρειάζεται φοβερή δεξιοτεχνία στο όργανο. Να γίνεις ένα με το όργα­νο. Ο Jonh Coltraine για παράδειγμα, όλοι λένε πως ήταν φοβερός μουσικός γιατί "τραγουδούσε". Αυτό ισχύει για τον κόσμο που τον άκουγε, όχι για τους μουσικούς. Οι μουσικοί που "μιλάνε" στον κόσμο είναι λίγοι, άσχετα από το στυλ και το είδος της μουσικής που παί­ζουν. Είναι ένα στάδιο το οποίο ξέρω. Περνάς πάνω απ' το επίπεδο "γνώση -τεχνική - ακκόρντα - κλίμακες κ.λπ" και φτάνεις σ' ένα σημείο που λες: ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ...

- Επομένως, συμφωνείς ότι ένας μουσικός μπορεί να "μιλήσει" στον κό­σμο, ακόμη κι αν δεν έχει καλή τεχνική κατάρτιση.
Ε, βέβαιο. Δες τον Β. Β. King, ο οποίος δεν έχει τις γνώσεις και τη δε­ξιοτεχνία που έχουν τόσοι άλλοι, οι ο­ποίοι είναι εντυπωσιακοί. Όμως ο Β. Β. King συγκινεί. Αυτό είναι το άλλο επί­πεδο. Το όργανο έχει περάσει αλλού. Ποιες γνώσεις; Γιατί όλα αυτά; Εδώ καλείσαι να τραγουδήσεις. Η μπορείς να τραγουδήσεις, ή δεν μπορείς. Ο Β. Β. King το κατα­φέρνει αυτό, ενώ παίζει με 2 - 3 νότες. Και άλλοι το καταφέρνουν με λίγες ή με χιλιάδες νότες.

- Πες μου τη γνώμη σου, ως μουσικός και ως ακροατής, για την ελληνική μουσική σκηνή. Την πα­ρακολουθείς;
Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος. Μεγάλη εντύπωση μου έχουν κάνει οι Blues Wire. Ο τραγουδιστής τους νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος Bluesman που έχει περάσει από την Ελλάδα, ο καλύτερος Blues τρα­γουδιστής. Και μπράβο τους. Είναι ωραίο να παίζεις ένα είδος μουσικής. Βέβαια χρειάζεται να κάνεις κά­ποια άλλη δουλειά για να τα βγάλεις πέρα. Δεν ξέρω πώς τα βολεύουν τα παιδιά. Τέλος πάντων... Υπάρχουν και άλλα γκρουπ που μου αρέσουν, όπως οι ΤΡΥΠΕΣ. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα σπουδαίο φυτώριο μουσικών  όπως και ο Πειραιάς. Έχω βγάλει το εξής συ­μπέρασμα: Ακόμη και οι μουσικοί που βρίσκονται στην Αθήνα είναι από Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Φάληρο, Γλυφάδα και οι Αθηναίοι μουσικοί είναι λιγότεροι. Γενικά, ακούω διάφορα νέα συγκροτήματα. Τα παιδιά προ­σπαθούν. Αυτά τα παιδιά τα νοιώθω. Στενοχωριέμαι πολλές φορές, γιατί ξεκινάνε με όνειρα, με πάθος και τελικά ή θα το διαλύσουν ή θα καταλήξουν να παίζουν κάποια σόλο στη Ρίτα Σακελαρίου για να την κάνουν να νοιώσει "μοντέρνα και ροκ".

- Και τι λες γι' αυτές τις περιπτώσεις;
Τα παιδιά τα καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να τα δικαιολογήσω απόλυτα. Δεν επιμένουν αρκετά. Κανένας δεν έγινε "μεγάλος και τρανός" απ' τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Αν θα έδινα μια συμβουλή σε όλα τα νέα παιδιά που έχουν ένα γκρουπ και προσπαθούν, θα τους έλεγα να κάνουν υπομονή και να δουλεύουν σκληρά. Οχι βιασύνη. Επί­σης, η εμπειρία μου μου λέει ότι δεν πρέπει να πηγαίνει ποτέ κάποιος σε μια εταιρία παρακαλώντας. Θα έλεγα, ότι αν υπάρχει κάτι που αξίζει να παρακα­λάς, αυτό είναι το να παίζεις Live. Εμείς ποτέ δεν χτυπήσαμε πόρτα εταιρίας. Ηρ­θαν μόνοι τους και μας βρήκαν, αφού είχαμε αποκτήσει ένα κοινό, χάρη στη σκληρή μας προσπάθεια. Αυτοί που ι­κετεύαμε να μας αφήσουν να παίξουμε, ήταν οι μαγαζάτορες. Κάναμε σαν τρελλοί για να παίξουμε. Παίζαμε απογεύ­ματα σε κάποια μαγαζιά, παίζαμε κυρια­κάτικα πρωινά σε κάποιες συνοικίες. Όπου μπορούσαμε. Αν αποκτήσεις κά­ποιο κοινό από τα Live, τότε κάποια στιγμή θα έρθει και η εταιρία και δεν θα μπορεί να σου βάλει χέρι. Δεν θα συμβιβάσεις τον ήχο σου, γιατί αυτοί θα έχουν έρθει να σου προτείνουν κάποιο δίσκο.

- Ας μιλήσουμε και για τη δου­λειά σου τώρα. Στην μετά - Socrates εποχή.
Κατ' αρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Socrates δεν έχουν διαλυθεί. Ποτέ δεν δηλώσαμε ότι διαλυθήκαμε. Υπάρχουμε ακόμη. Μάλιστα, σκεφτόμα­σταν μια εμφάνιση τα Χριστούγεννα.

- Υπήρχαν και κάποιες φήμες για νέο δίσκο, αλλά ατόνισαν. Ισχύουν;
Προς το παρόν δεν σκεφτόμαστε κάτι τέτοιο.

- Πες μου τώρα για τη συνεργασία σου με το Βασίλη Λέκκα.
Με το Βασίλη είχαμε γνωριστεί πολύ καιρό πριν τα "Σύντομα Ονειρα". Μου αρέσει πολύ η φωνή του και νομίζω ότι δένουμε πολύ καλά μαζί. Οπου να 'ναι θα κυκλοφορήσει και η νέα μας δουλειά ("Κλασ­σικά Εικονογραφημένα"). Τα πάμε πολύ καλά. Η δου­λειά μας άρεσε στον κόσμο. Νομίζω πως η φωνή του Βασίλη ταίριαξε απόλυτα με την κιθάρα μου και τους στίχους του Ευγένιου (Αρωνίτσης).

- Κάποιοι παλιοί φανς των Socrates δυσανα­σχέτησαν με αυτή την επιλογή σου.
Δεν αισθάνομαι άσχημα γι' αυτό. Για μένα αυτό που κάνω είναι κάτι φυσικό. Είναι μια εξέλιξη. Ένοιωσα την ανάγκη να παίξω κάτι άλλο και το έκανα. Κάποια από τα κομμάτια που περιέχονται στα "Σύντομα Ονειρα" τα είχα γράψει από τότε που οι Socrates ήταν στο Λονδίνο.

- Τι σχέδια έχεις για το μέλλον; 
Εκτός από τη συνεργασία μου με το Βασίλη - θα βγάλουμε άλλον ένα δίσκο - ετοιμάζω και μια προσωπική δουλειά. Εναν ορχηστρικό δίσκο. Είναι κά­τι που έχω στο μυαλό μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ένας συνδυασμός μεταξύ Blues και δημοτικής μουσι­κής. Ελπίζω να κυκλοφορήσει μέσα στο '92.

- Την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα πώς τη βλέπεις;
Νομίζω πως σήμερα είναι πλέον φανερός ο εμπαιγμός μας από τα κόμματα και τους πολιτικούς. Μας κυ­βερνούν γέροι. Ήταν πολύ πετυχημένος ο χαρακτηρισμός "δεινόσαυροι". Όμως νομίζω πως ο κόσμος και ιδιαίτερα οι νέοι το έχουν καταλάβει πια. Και δεν είναι μόνο οι δεινόσαυροι που κυβερ­νούν. Είναι και τα φαινόμενα των "κοσκωτάδων" σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Ο Κοσκωτάς συμβολίζει τον τύπο του "φαταούλα" που όρμησε μέσα σ' όλα για να αρπάξει όσα μπορούσε περισσότερα για την πάρτη του. Νομίζω πως όλα αυτά τα είδαν οι νέοι και τα πράγματα θα αλλάξουν απ' αυτούς. Θα έρθει μια νέα επανάσταση. Μια επανάσταση σιωπηλή. Νομίζω πως ο κόσμος θα αλλάξει προς το καλύτερο, έτσι σιω­πηλά. Αρκεί μόνο η απόρριψη των νέων ανθρώπων και η αηδία τους που τους απομακρύνει από όλα αυτά...

- Βλέπεις τους μουσικούς και γενικά τους καλλιτέχνες να παίζουν κάποιο ρόλο σ' αυτή την αλλαγή; Να μπορούν να οδηγήσουν τους νέους σε μια "μαζική κινητοποίηση";
Δεν πιστεύω στις μαζικές κινητοποιήσεις. Όλα αυτά δοκιμάστηκαν. Νομίζω πως ο ρόλος της τέχνης σ' αυτή την υπόθεση είναι να δείξει στον κόσμο τι άλλο υπάρχει και όχι πώς μπορεί να κατακτηθεί. Πά­ντως αυτή η σιωπηλή επανάσταση θα μπορούσε να χα­ρακτηριστεί και καλλιτεχνική. Η πολιτισμική αν θες...

Η Παράγκα και ο Σίμος ο Υπαρξιστής




Η Παράγκα και ο Σίμος ο Υπαρξιστής Ο Πάνος Κουτρουμπούσης γράφει για μια θρυλική μορφή των ΄60s 

O Σίμος γύρναγε την Ευρώπη μόνος του, δουλεύοντας όπου έβρισκε μεροκάματο, ζώντας σε άθλιες συνθήκες. Η Παράγκα ήταν βασικά ένα ξύλινο διώροφο, στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πέτρινα κτίρια-βιοτεχνίες στην οδό Σαρρή, όπου μαζεύονταν αγόρια και κορίτσια απ' τις γύρω γειτονιές, οι περισσότεροι λαϊκοί άνθρωποι, απάγγελλαν ποιήματα που είχαν γράψει, χόρευαν και συζητούσαν περί Υπαρξισμού. Από μια στενή σκάλα ανέβαινες σε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό με ραπτομηχανές, καθίσματα αυτοκινήτων, μοτέρ και μουσαμάδες, ξύλινους τοίχους γεμάτους αποκόμματα εφημερίδων, σκιτσάκια του καθενός και φωτογραφίες, ένα φύρδην-μίγδην. Ο Σίμος φοβόταν τις γάτες... Κάποια φορά ένα γατάκι ανέβηκε στην Παράγκα και φώναζε «Bγάλτε το έξω!». Απορήσαμε και τον ρώτησα «Σίμο, γιατί;». «Ρε αγαθέ», μου είπε, «το ξέρεις ότι οι γάτες είναι απόγονοι των τίγρεων;».   Θυμάμαι κάποια φορά που ένας θαμώνας ήρθε με έναν δημοσιογράφο, τον συστήνει στον Σίμο κι αυτός του λέει «τα αισθήματα του φίλου μας τα ξέρουμε και από το μέλλον». Έλεγε συνέχεια τέτοια ο Σίμος. Ήταν ο ομορφότερος, αλλά και ανοιχτός σε νέες ιδέες. Επίσης, ήταν για λίγο ηθοποιός του σινεμά. Είχε παίξει τον Μαρίνο Κοντάρ, έναν Κρητικό επαναστάτη, τον σωματέμπορα...   Η Παράγκα έκλεισε το τέλος της δεκαετίας του '50 που έφυγε ο Σίμος για την Ευρώπη (την έκλεισε η αστυνομία, έγιναν παράπονα από γονείς για κοπέλες που πέρναγαν την ώρα τους εκεί, κορίτσια 16 με 18, το πολύ 20), αλλά ο χώρος συνέχισε να υπάρχει ως άσυλο για τους backpackers που έρχονταν στην Αθήνα.   Ο Σίμος έγραφε συνέχεια, κατέγραφε τα πάντα. Μια φορά τρώγαμε σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά στο Odeon στο Παρίσι και τον βλέπω στην αντανάκλαση στην τζαμαρία να αντιγράφει όσα έλεγε το μενού! Τράβαγε και συνέχεια φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες, χιλιάδες. Κάποια φορά ο Κούνδουρος, που τον είχε δει να βγάζει φωτογραφίες σε μια αντιδικτατορική συγκέντρωση, φώναζε «βγάλτε τον έξω, ποιος είναι αυτός;». Τον είχε περάσει για σπιούνο. Όταν πέθανε, βρέθηκαν χιλιάδες φιλμ που δεν είχε ποτέ εμφανίσει...   Κάτι πρέπει να έμεινε από τα '60s, όχι μόνο σε μας που τα ζήσαμε, αλλά γενικά στον κόσμο. Όσα τρελά έγιναν όμως το σύστημα βρήκε ευκαιρία να τα κοροϊδέψει και να πει «τι ξεφτίλα ήταν αυτή», κι έτσι τα καλά τους σημεία έσβησαν. Στα μυαλά μένει η αντίσταση, η προσπάθεια για καλυτέρευση της φύσης και των ανθρώπων. Τα ναρκωτικά ήταν αυτά που τα χάλασαν όλα. Πολλοί πέρασαν σε αυτά και στον χιπισμό και έτσι βρήκαν ευκαιρία να τους αγοράσουν, να γίνουν έμποροι. Άρχισαν έτσι να ξεφτίζουν και να διαλύονται οι παρέες, πολλοί έφυγαν έξω. Τα πρώτα πέντε χρόνια ήταν όλα καλά, αλητείες με παρέες, rock 'n' roll, άντε και καμιά μαριχουάνα, μετά όμως το '65, που αρχίζουν οι πολιτικές ανωμαλίες και φτάνουμε στο τέρμα, διαλύθηκαν όλα. Πέφτει ένα γκριζάρισμα, άρχισαν τα κυνηγητά. Τις παρέες μου και μένα δεν μας κυνηγούσε κανείς, αλλά το '67 έφυγα έξω και κάπου εκεί ήταν το τέλος για τα ελληνικά '60s. Πηγή: www.lifo.gr

Γεννήθηκα στη Λιβαδειά, τυχαία, από πατέρα δικαστικό και μάνα δασκάλα. Μετά πήγαμε στη Θεσσαλονίκη και όταν ήμουν τεσσάρων ήρθαμε στην Αθήνα. Ήταν 1941. Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι να μαζεύουμε με τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς κάλυκες από σφαίρες και μυδράλια των Spitfire που πέρναγαν και θερίζανε. Τα βρίσκαμε εδώ κι εκεί σε οικόπεδα κάτω από την Πατησίων. Μικρός δεν είχα όνειρα. Αργότερα, στο γυμνάσιο, σκεφτόμουν ότι ίσως να ήθελα να γίνω ψυχίατρος, τα οικονομικά μας όμως δεν θα μου το επέτρεπαν. Δεν ήμασταν κονομημένοι. Όχι ότι θα γινόμουν, βέβαια... Σχολείο πήγα στο Κολέγιο Αθηνών, στη Φιλοθέη, έγραψα ένα τεστ γνώσεων και μπήκα με υποτροφία στην πέμπτη δημοτικού. Ήταν μια οργανωμένη εκπαίδευση, σε αμερικανικό στυλ, αλλά σε καλό αμερικανικό, όχι σαν κι αυτά που βλέπουμε στις ταινίες με teenagers που βάζουν στοιχήματα ποιος θα γαμήσει, με τους μπούληδες που δέρνουν, ποιος θα βγει στο ποδόσφαιρο πρώτος και μαλακίες. Λίγο πριν τελειώσω το γυμνάσιο, με αποβάλανε δυο φορές και μου έκοψαν την υποτροφία. Η πρώτη ήταν επειδή έφτιαχνα σκίτσα σε χαρτάκια διπλωμένα με τίτλο από τη «Μάσκα»: «Το σπίτι των πεθαμένων» κ.λπ., που τα άνοιγες και είχαν διάφορους τύπους να βγαίνουν από ένα μπουρδέλο. Την επόμενη είχαν γίνει κάτι φασαρίες, με άφησαν μετεξεταστέο, μου έκοψαν και την υποτροφία και έτσι πήγα στο δημόσιο. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, πήγα στην Ιταλία, στη Ρώμη, στο Centro Sperimentale di Cinematografia που είχε ιδρύσει ο Μουσολίνι, για να σπουδάσω σκηνοθεσία. Απέναντι ακριβώς από την Τσινετσιτά. Κάποιες φορές μας έκανε διάλεξη ο Φελίνι, ενώ πολλοί σκηνοθέτες της ιταλικής παραγωγής ήταν καθηγητές μας σε διάφορα θέματα. Έμεινα εκεί δυο χρόνια, από το 1955 ως το '57. Ήθελα να σπουδάσω κινηματογράφο γιατί είχα δει πολύ σινεμά. Κάναμε κοπάνα απ' το σχολείο και βλέπαμε δυο-τρία έργα την ημέρα, συνεχόμενα. Μπαίναμε στο σχολείο, υπογράφαμε και φεύγαμε για το σινεμά που τότε άρχιζε από τις 10 το πρωί. Και το βράδυ βλέπαμε κι άλλο! Φέρνανε στο Ροσιγκλέρ και στην Αλάσκα επεισοδιακούς κολοσσούς που τους έλεγαν chapter movies. Οι Αμερικάνοι έβγαζαν ένα chapter κάθε μέρα για να ξαναπηγαίνεις, με υπερήρωες - Δόκτωρ Σατάν, Ζορό και τέτοια. Δεν δούλεψα ποτέ ως σκηνοθέτης, εκτός από ένα μικρό ντοκιμαντέρ που ετοίμασα για τα μπουζούκια στο Πέραμα, που όμως δεν το ολοκλήρωσα ποτέ. Είναι 13 λεπτά, σε φιλμ 35 mm και με πολύ γρήγορο μοντάζ - δεν ήξερα κιόλας, πέταξα υλικό ωρών γιατί φοβόμουν να μην πληρώσω δικαιώματα για τα τραγούδια. Κατά τ' άλλα, δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτη σε ξένες ταινίες και μετά βαρέθηκα. Δούλεψα στον Δαλιανίδη και σε ξένες παραγωγές, στους 300 του Λεωνίδα, που γυρίστηκε στο Λουτράκι, και σ' ένα άλλο για τους πρώτους Ολυμπιακούς και τον Λούη, με την Τζέιν Μάνσφιλντ. Το έκανα για τα λεφτά. Θέλω να δουλεύω μόνος μου, θέλω να είμαι κυρίαρχος αυτού που κάνω, της όλης υπόθεσης, και το σινεμά δεν ήταν μια τέτοια υπόθεση. Τίποτα δεν υπήρξε που να μου αλλάξει τη ζωή. Κανένα έργο. Αρκετά όμως με εντυπωσίασαν και δεν χόρταινα να τα «τρώω»: φυλλάδια με παραστάσεις του Καραγκιόζη, το περιοδικό «Μάσκα», έργα με τον Ζορό, το τρίο Στούτζες και πειρατές, πολύ σινεμά και μετά τζαζ μέχρι τον Zappa, τα βιβλία του Κόντογλου, ο Αίσωπος, ο Χότζας, βιβλία επιστημονικής φαντασίας. Αυτά μέχρι τα είκοσί μου χρόνια. Μετά άρχισα να διαβάζω σοβαρή λογοτεχνία. Δεν είχα συγγραφική εκπαίδευση, ποτέ δεν μελέτησα αυτά που διάβαζα, δεν ήμουν φιλολογοτέχνης. Δεν είχα διαβάσει καν τους κλασικούς· ο μόνος συγγραφέας που μπορώ να πω ότι με έχει επηρεάσει βαθιά είναι ο Κάφκα. Έχω διαβάσει και Ντοστογιέφσκι, αλλά ελληνικά ελάχιστα. Άρχισα να σχεδιάζω μικρούλης στο σπίτι και πιο συστηματικά όταν έγινα 13-14 ετών. Δεν έχω πάει ποτέ σε σχολή. Τα πρότυπά μου (ας πούμε) ήταν οι εικονογραφήσεις των βιβλίων περιπετειών και τα αμερικάνικα κόμικς. Από τα κόμικς έμαθα και καλά αγγλικά. Ο πρώτος χρόνος στο Κολέγιο ήταν πολύ βαρετός, αλλά, όταν ανακάλυψα τα κόμικς, τα αγγλικά έγιναν το αγαπημένο μου μάθημα. Μου άρεσαν πολύ ο Ernst και ο Dali και κάθε τόσο ανακάλυπτα έναν καινούργιο συγγραφέα, αλλά στην ουσία ποτέ δεν είχα πρότυπα. Στο Παρίσι πήγα για πρώτη φορά για χριστουγεννιάτικες διακοπές το 1956. Εκεί μάλιστα γνώρισα τον Χρηστάκη, μαζεύονταν σε κάποιο καφέ και συζητούσαν. Το 1964 έμεινα έναν ολόκληρο χρόνο. Ο Φασιανός, που σπούδαζε στην Καλών Τεχνών, μου έδινε την κάρτα του για να τρώω στο εστιατόριο των φοιτητών και με έπεισε να γραφτώ για να τρώω φτηνά. Πήγα στο Τμήμα Χαρακτικής, με δέχτηκαν, αλλά ο καθηγητής με έστειλε στο ατελιέ, μου ζήτησαν 100 φράγκα για υλικά. Με δέχτηκαν για χαρακτική στην Καλών Τεχνών και δεν πήγα επειδή δεν είχα 100 φράγκα! Επέστρεψα έτσι στο φοιτητικό εστιατόριο με τις κάρτες των αλλωνών. Τότε ήταν καλά τα πράγματα για τους νεολαίους στο Παρίσι. Φτηνά όλα, ακόμα και τα ταξίδια, τα ξενοδοχεία, αν είχες και κάποιον να σε φιλοξενήσει, μπορούσες να ζήσεις με λίγα. Δεν έχω ταλέντο για να περηφανεύομαι, αλλά πολύ ευχαριστιέμαι όταν γνωρίζω άλλους που λένε ότι ξέρουν και αρέσκονται στα γραπτά μου ή τα εικαστικά μου -όταν έκανα. Εικαστικά δεν πολυφτιάχνω τώρα, λόγω έλλειψης χώρου. Στο γράψιμο χρειάζεσαι πολύ λιγότερο. Το 1959 πήγα να δω έναν πρώην υπαρξιστή που έμενε στο Λονδίνο και από τότε επέστρεφα συνέχεια. Το 1967 γνώρισα την Κέιτ και το '68 παντρευτήκαμε και μετακόμισα μια και καλή. Έγινα μόνιμος κάτοικος Λονδίνου για 30 χρόνια, εκτός από δύο χρόνια που έμεινα Αμερική και έναν χρόνο στην Ελλάδα. Ήμουν εικονογράφος σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας, έβγαζα φωτογραφίες από μικρά αντικείμενα, table photography, κάτι που δεν το έκαναν πολλοί. Έκανα κι εξώφυλλα για το «It», σχέδια, ενώ έγραψα ένα κείμενο για τις φυλακές του Λιβάνου για το «Oz»· ήταν ένα ρεπορτάζ για την κατάσταση στα κελιά με πολλούς ξένους κρατούμενους, που δημοσιεύτηκε τμηματικά. Αργότερα κυκλοφόρησε σε βιβλίο ολόκληρο, μαζί με τη συνέντευξη που έκανα με τον Μπάροουζ στην Ουάσινγκτον, δούλευα τότε στο «Voice of America». Ήταν φρικτά στο «Voice of America», δεν μ' άρεσε καθόλου. Απαγορευόταν να πεις τη λέξη «σύντροφος», ακόμα και αν ήταν το «σύντροφος της ζωής μου». Ήταν εποχή Ρίγκαν, με πόλεμο Ιράν-Ιράκ και προπαγανδιστικές εκπομπές. Πριν απ' αυτό ήμουν στο BBC, σε πολύ πιο πολιτισμένη κατάσταση. Το beat κίνημα στην Ελλάδα ξεκίνησε το '62, με δευτερεύοντες νέους και κοπέλες που ήταν ταξιδευτές κι έρχονταν στην Αθήνα και στα νησιά. Αν είχαν και κάνα φράγκο παραπάνω, έπιαναν και σπίτι. Οι περισσότεροι έμεναν στα Αναφιώτικα, σε μικρά σπιτάκια, και συχνάζαμε μαζί τους: ο Κούλης, ο Πάγκαλος, εγώ, ή στα μεγάλα καφενεία του Συντάγματος, στον Παπασπύρου, στον Ζαχαράτο και το καλοκαίρι στην  Ύδρα. Είχα ασχοληθεί ήδη με το beat κίνημα επειδή διάβαζα «Time», «Newsweek» και Μπάροουζ. Τον είχα ανακαλύψει στο Bookstores στην Αμερικής. Τότε εμφανίστηκε κι ένα περιοδικό, το «Residue» του Νταν Ρίχτερ, ο οποίος έβγαλε δυο τεύχη στην Ελλάδα με διάφορους ξένους που ζούσαν εδώ και μετά συνεργάστηκε με τον Κιούμπρικ στην Οδύσσεια του Διαστήματος, στις σκηνές με τους πιθηκάνθρωπους. Ήταν κολλητός των Beatles και ο ίδιος ταξιδευτής. Ο μόνος δικός μας πραγματικά beat ποιητής ήταν ο Μεϊμάρης, που είχε κάνει στο Σαν Φρανσίσκο, και ήταν ο άνθρωπος που επισκέφτηκε ο Γκίνσμπεργκ όταν ήρθε στην Ελλάδα το '63. Όταν μου τηλεφώνησε ο Πουλικάκος για να μου πει ότι θα βγάλουν το «Πάλι» με τον Βαλαωρίτη, ήμουν στο Παρίσι. Του απάντησα «άντε, να φλομώσουμε στη δημιουργικότητα» και του έστειλα μια ιστορία μου που μπήκε στο πρώτο τεύχος. Στη συνέχεια κατέβηκα στην Ελλάδα και μπήκα στην επιτροπή που το έφτιαχνε, μέχρι τη δικτατορία που σταμάτησε να βγαίνει. Το ΚΔΩΑ ήταν κάτι που είχα σκεφτεί μόνος μου, από μία φράση που έβαλα σε ένα από ταχυδράματά μου (δικιά μου επινόηση, επίσης), που θα πει Κτηνώδης Δύναμη Ωγκώδης Άγνοια - το «ογκώδης» γραμμένο με ωμέγα λόγω του ότι έχουμε άγνοια. Υπάρχει στο πρώτο μου βιβλίο Εν Αγκαλία de Κρισγιαούρτι, μαζί με την επεξήγηση. Σύμβολα θεωρούνται ο Σωκράτης κι ο Ηρακλής - ο πρώτος επειδή είπε «ένα ξέρω, ότι τίποτα δεν ξέρω» και ο Ηρακλής ως κτηνώδης δύναμη. Δεν μετανιώνω για κάτι ιδιαίτερα. Αν μπορούσα να ταξιδέψω πίσω στον χρόνο όμως, θα κοίταζα να είμαι πιο πρακτικά δραστήριος και λιγότερο ανέμελος, στο στυλ «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει». Τον θάνατο δεν τον έχω φόβο. Προς το παρόν. Δεν φοβάμαι τίποτα για μένα προσωπικά, ίσως μόνο την αναπηρία ή να χάσω τη σύντροφό μου. Αυτό που φοβάμαι είναι η πιθανή ραγδαία κατολίσθηση των κοινωνιών των ανθρώπων. Η γνώμη μου είναι μάλλον απογοητευτική για την Αθήνα. Υπάρχει μια τάση αυτοκαταστροφής, φταίει ο πρώτος Καραμανλής. Το μόνο μοναδικό είναι η Ακρόπολη. Αλλιώς, αντιπαροχές και θλιβερές αντιγραφές, ξενόφερτες. Πού και πού πέφτεις σε ξεχασμένες γωνιές ή δρόμους που σου γλυκαίνουν την ψυχή, συμπτωματικά όμως. Είναι πολλά πράγματα που με ενοχλούν ιδιαίτερα, και κανένα πιο πολύ απ' το άλλο. Πρόχειρα θα μπορούσα να πω τους τερατώδεις, άσχημους όγκους από μέταλλο και γυαλί, τους πεζόδρομους που γεμίζουν στο πι και φι με σκουπίδια κι αυτοκίνητα, τα μουτζουρογκραφίτι στους τοίχους, κι άλλα, κι άλλα. Όσο για τα γύρω συμβάντα που με εξοργίζουν, είναι ακόμα πιο πολλά. Η προσβλητική απληστία που δείχνουν ωμά πολλοί έμποροι, οι μοτοσικλέτες που τρέχουν στα πεζοδρόμια, ο ατάλαντος κι εκτός ελέγχου συρφετός της τηλεόρασης, οι νόμιμοι κλέφτες. Δεν βγαίνουμε συχνά. Δεν πάμε ούτε καν σινεμά πια, η τελευταία ταινία που είδαμε ήταν ο Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης. Πάμε μόνο για ψώνια. Αυτό που μου αρέσει είναι να βρίσκομαι με παρεΐτσα σε καφενεία ήσυχα, που μπορείς ν' ακούσεις τον συνομιλητή σου χωρίς βιασύνη, να διαβάζω βιβλία που μου πάνε και να συνομιλώ με την Κέιτ, τη σύντροφό μου. Παίρνω δύναμη από την ψυχραιμία και το δυνατό στομάχι. Η καλύτερη εικόνα που μπορώ να έχω στο μυαλό μου είναι η Κέιτ κι εγώ σε μια βίλα στο Κάπρι, με αρχαία ερείπια και ζώα τριγύρω μας, γάτες, σκύλους, κότες. Η ευτυχία υπάρχει σε στιγμές και μικρά χρονικά διαστήματα και σε όνειρα του ύπνου. Εκτός αν ευτυχία είναι μια ζεστή κουβερτούλα, όπως του Charlie Brown... Η θεϊκή ουσία δεν ανακατεύεται πουθενά. Περιέχει και το γιν και το γιαν, κι εκεί που οι άνθρωποι βλέπουν επέμβαση είναι μόνο τυχαίες, τυφλές συγκυρίες. Εφόσον δεχτούμε ότι ο Θεός είναι οντότητα, όχι πάντως με γενειάδα, νομίζω ότι το κρυμμένο για μας ίχνος του είναι στα πάντα, στο παν που τα ξεκίνησε όλα, στη δική του απείρως μικρή και για μας απείρως μυστική στιγμή, και αυτό απλώθηκε και εξελίχθηκε μόνο του, χωρίς επεμβάσεις της δημιουργικής νόησης. Η πιο πρόσφατη θέση, που δεν γίνεται να είναι και τελική -δεν θα είναι ποτέ- βασίζεται στη θεωρία των κβάντων, απ' ό,τι έχω καταλάβει, που έχει κάνει τον κορυφαίο φυσικό Στίβεν Χόκινγκ να πει ότι μάλλον υπάρχει Θεός. Η ζωή με έχει διδάξει πολλές αμφιβολίες και πολύ λίγες βεβαιότητες - και αυτές όχι και τόσο σίγουρες.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο διηγημάτων του Πάνου Κουτρουμπούση «Το Κεντράκι του Ταρζάν» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.
 Πηγή: www.lifo.gr