Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Συνέντευξη του bluesman Νίκου Ντουνούση










Συνέντευξη του Νίκου Ντουνούση στο Rhythmic horizons


Της Μαρίας Καστανή

Αν κανείς θέλει να βρει έναν Ευρωπαίο κιθαρίστα που παίζει όχι μόνο τα
Texas Blues σαν τον Stevie Ray Vaughan αλλά έχει και ένα πολύ πλούσιο ρεπερτόριο που τον καθιστά ένα αδιαμφισβήτητο guitar hero, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία θα απαντήσει στο διάβα του το Νίκο Ντουνούση και τους Backbone. Ένας εξαιρετικά προικισμένος καλλιτέχνης, ένας guitar master με διεθνή αναγνώριση.


Μ.Κ.   Κε Ντουνούση, πότε πιάσατε κιθάρα για πρώτη φορά στα χέρια σας και τι είναι αυτό που σας έσπρωξε να το κάνετε;

Ν.Ν. Το θυμάμαι σαν χθες .Έπιασα κατά τύχη την κιθάρα ενός συμμαθητή μου της 6ης δημοτικού, στο σπίτι του όπου είχα πάει για παιχνίδι. Την είχα στα χέρια μου για περισσότερη από μια ώρα
  και το μόνο που έκανα ήταν να χτυπάω τις χορδές μία  μία  και να κολλάω το αυτί μου στο σκάφος μέχρι να σβήσουν. Πρέπει να είχα απορροφηθεί πλήρως γιατί ο συμμαθητής παρεξηγήθηκε και δεν θυμάμαι να με ξαναφώναξε στο σπίτι του. Είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί και έκτοτε ζητούσα πάντα μια κιθάρα από τους  γονείς μου. Αγόρασα την πρώτη μου πολύ αργότερα, στα 14 ,μαζεύοντας λίγο – λίγο το χαρτζιλίκι και με τη βοήθεια της μητέρας μου, μια και ο μπαμπάς ήταν παλαιών αρχών και αρκετά αντίθετος με την μουσική.


Μ.Κ.  Ποια ήταν τα πρώτα σας ακούσματα και πόσο σας διαμόρφωσαν σαν κιθαρίστα;

Ν.Ν.
 Αυτά που πραγματικά θυμάμαι σαν πρώτες σοβαρές επιρροές, ήταν ο ροκ ήχος της εφηβείας μου στα τέλη της δεκαετίας του 70 και πόσο φρέσκο και στιβαρό ήταν το άκουσμα στα αυτιά μου. Πρωταγωνιστής πάντα ο ήχος της ηλεκτρικής. Είχα  ιδιαίτερη έφεση στο να αναγνωρίζω το εξάχορδο  άκουσμα με μιας ακόμη και σε πολύ σύνθετες παραγωγές, πριν καν ακόμη αρχίσω να παίζω. Νομίζω ότι αυτή με διάλεξε τελικά, όχι εγώ.


Μ.Κ.
  Πείτε μας για τα χρόνια σας με τους Blues Wire. 1983-1996

Ν.Ν.
 Μισή ζωή θα έλεγα, μαζί με σχολείο και πανεπιστήμιο. Όλοι μας ανδρωθήκαμε σε αυτό το γκρουπ και περάσαμε από τα σχολικά συγκροτήματα στις τάξεις των καλλιτεχνών. Από τα τοπικά φεστιβάλ και μπαράκια ,σε εμφανίσεις με μεγάλα ονόματα του Αμερικάνικου και Ευρωπαϊκού  μπλουζ, ονόματα που ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα μοιραζόμασταν την σκηνή. Ήταν και η εποχή έτοιμη για νέους δημιουργούς όλων των ειδών, οπότε είχαμε τις προϋποθέσεις και τους ανθρώπους γύρω από την μπάντα που βοήθησαν στο να το βάλουμε κάτω και να το δουλέψουμε ως εκεί που δεν έπαιρνε. Ζήσαμε φυσιολογικά και αποκλειστικά από αυτό για μεγάλη περίοδο ,με τον κόσμο πάντα να μας αγκαλιάζει, σε  μια Ελλάδα βέβαια που έχτιζε την καινούργια της μουσική κουλτούρα με ονόματα που έγιναν εκατομμυριούχοι σε ελάχιστο χρόνο. Εμείς απλά ζούσαμε ,παίζοντας μπλουζ ,χωρίς να μας λείπει κάτι. Και το εννοούσαμε.

Μ.Κ.  Πέρα από τον SRV, ποιος άλλος κιθαρίστας σας έχει επηρεάσει τόσο πολύ;
Ν.Ν. Ξεκίνησα ρουφώντας σαν σφουγγάρι ότι έβγαινε από την Αμερικάνικη και Αγγλική ροκ σκηνή εκείνη την
  εποχή. Ροκ εντ Ρολ , ψυχεδέλεια  ,αρτ ρόκ ,προγκρέσιβ,αρ εντ μπι, μπλούζ,ροκ,σάουθ , ότι καθόταν. Την μια στιγμή μπορεί  να μελετούσα Σαντανα η Τζίμμυ Πέιτζ, την άλλη Τζέφ Μπέκ η Σόφτ Μασίν (η τουλάχιστον νόμιζα ότι μελετούσα)και φυσικά Σκίναρντ και Ολμαν Μπράδερς.Είχα μεγάλη αδυναμία και στον Ζάππα.

Ο πρώτος κιθαρίστας που με έβαλε στο μπλουζ ήταν ο
Johnny Winter. Μαζί του και ο Clapton. Και φυσικά οι Blues Brothers με την ταινία τους έδωσαν και μια δόση χλιδής και αισιοδοξίας ,σχετικά με την ιδέα του μπλουζ στις αρχές των 80's.

O Hendrix ήταν ένα γενικότερο σοκ γιατί ενοποιούσε μέσα μου τα είδη (μπλούζ,φάνκ ,ροκ,ψυχεδέλεια) μαζί με τον χορό ,την τέχνη ,την φιλοσοφία. Αρκούσε να τον βλέπω να παίζει (στον κινηματογράφο φυσικά τότε) για να είναι όλα ένα ενιαίο σύνολο. Πήγαζαν όλα από μέσα του. Νομίζω δεν θα υπάρξει άλλος σαν κι αυτόν ,ποτέ.

Αλλά η πραγματική συνειδητοποίηση του μπλουζ ήρθε από τον
Albert Collins  και

τον
Muddy Waters. Τότε πραγματικά ξεκαθάρισε μέσα μου τι είναι ο μπλουζ  ήχος και γιατί όλα προήλθαν από αυτό. Ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα .Η κιθάρα που κρατούσα στα χέρια μου είχε προέλθει από αυτό που άκουγα. Μπορούσα να ξαναμάθω πλέον τις βάσεις σε μία υγιή προσέγγιση. Όλα αυτά πριν τους Wire.

Μπαίνοντας περισσότερο στο Μπλουζ ,ήρθαν και οι νέες
 γενιές, οι αδερφοί Vaughan,ο Ρομπερτ Κρέι ,ο Ντιούκ Ρόμπιλαρντ,ο Μάικλ Μπλούμφιλντ ,ο Ράι Κούντερ και μαζί τους ανακάλυπτα τις δικές τους επιρροές. Αλμπερτ Κίνγκ,Χαουλινκγ Γούλφ,Τί Μπόουν Γουόκερ,Μπι Μπι κλπ, η σειρά είναι ατέλειωτη. Έφτανε μέχρι την κορυφή της πυραμίδας, αυτά που θεωρώ πραγματικά τα μπλουζ των μπλουζ ,τα ακουστικά δέλτα μπλουζ. Αυτά που γέννησαν όλα τα υπόλοιπα.

Μ.Κ. Τι σημαίνει για σας να παίζεις μπλουζ σε μια χώρα σαν την Ελλάδα;

Ν.Ν.
 Είναι ένα μεγάλο και δύσκολο ερώτημα με μια απλή και εύκολη απάντηση. Παίζω μπλουζ στην Ελλάδα γιατί είναι  η χώρα που γεννήθηκα με ότι και αν σημαίνει αυτό.

΄Η Ελλάδα είναι ως επί το πλείστον μία Βαλκανική χώρα με τις ιδιαιτερότητες και την κουλτούρα των Βαλκανίων. Έντονος τοπικός χαρακτήρας
  με  ιδιώματα μπολιασμένα εξ ίσου από την Ανατολή και την Δύση. Πολυπολιτσμικός θα έλεγα αλλά και με έντονη αντίσταση στο λεγόμενο “ξένο”. Λογικό αν αναλογιστούμε την πληγωμένη ιστορία της. Σε αυτές τις συνθήκες η κιθάρα και μιλάω αποκλειστικά για την φύση του οργάνου δεν αποτελούσε ποτέ μέρος της κουλτούρας της, όπως και οι μουσικές που την συνοδεύουν. Ήταν πάντα ένα πολύ “δυτικό” όργανο. Αλλά η κιθάρα είναι το βασικό όργανο πάνω στο οποίο χτίστηκε το μπλουζ και κατ επέκταση το ροκ.

Το ροκ ήρθε (και λόγω πολιτικών συγκυριών) στην Ελλάδα αργοπορημένο και τεμαχισμένο. Και στο τέλος έπρεπε να περάσει το φίλτρο της Ελληνοποίησης
 για να γίνει αποδεκτό. Έφταιγε και η γλώσσα βλέπετε. Αυτά είναι χαρακτηριστικά κοινά με όλες τις Βαλκανικές χώρες. Και αν το ροκ πέρασε από ιερά εξέταση φανταστείτε είδη σαν το μπλουζ. Ο κόσμος απλά δεν ήξερε τι είναι .Την εποχή που ξεκινήσαμε να παίζουμε ,θεωρούσαν  μπλουζ  τα Ιταλικά σλόου.

Δεδομένων λοιπόν των συνθηκών και του περιβάλλοντος, θεωρώ ότι καταφέραμε σε αυτή τη χώρα να δείξουμε στον κόσμο αυτή την μουσική και να μάθει να την ξεχωρίζει και αν θέλετε να την αγαπάει. Όχι σε όλους φυσικά. Σε όσους θελαν να ακούσουν και να μάθουν. Έτσι διαμορφώθηκαν ακροατήρια τα οποία έχουν συνέχεια ακόμη και σήμερα. Ακροατήρια που μας στήριξαν και καταφέραμε να φτάσουμε και σε φεστιβάλ πολλών άλλων χωρών. Και αν και οι ρυθμοί μας σε αυτή την χώρα ήταν πάντα
  σαφώς  περιορισμένοι για τους λόγους που μόλις περιέγραψα, παρ' όλα αυτά για μας ήταν και είναι έργο ζωής και σκοπός και νοιώθουμε περήφανοι γι αυτό. Ακόμη και στη Ελλάδα.

 Μ.Κ.    Αν σας δινόταν η ευκαιρία να κάνετε καριέρα στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στις ΗΠΑ, με πόση ευκολία ή δυσκολία θα το δεχόσασταν ή θα το απορρίπτατε;

Ν.Ν.
 Νομίζω ότι η απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση καλύπτει και αυτή. Σκοπός είναι να παίζουμε αυτή την μουσική  όπου και όπως μπορούμε. Στην Ελλάδα μας έτυχε ,στην Ελλάδα παίζουμε. Στην Αμερική θα δινόταν ευκαιρία ?Στην Αμερική θα παίζαμε. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Δεν είναι η εποχή της μαζικής μετανάστευσης που έπρεπε να φύγεις για 30 χρόνια. Σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις καριέρα κάπου χωρίς να θεωρείσαι μετανάστης. Έχουν αλλάξει τα μέσα και με το διαδύκτιο  είναι εφικτό πλέον να σε ανακαλύψουν όπου κι αν ζεις. Το θέμα είναι πόσο καλός είσαι. Τα υπόλοιπα είναι εύκολα.

Μ.Κ.
   Θανάσης Κωνσταντόπουλος. Ένας καρδιακός σας φίλος αλλά συνάμα και ένας εξαιρετικά αναγνωρισμένος επιστήμονας και καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Θες/νικης, ο άνθρωπος που πέρα από την ευρεσιτεχνία του για ενέργεια από το υδρογόνο, αγαπάει τα μπλουζ και τα συνδυάζει με το επιστημονικό του έργο. Μιλήστε μας γι’ αυτό αν θέλετε.

Ν.Ν.
 Ο Θανάσης Κωνσταντόπουλος για μένα είναι περισσότερο από φίλος. Είναι ένας σύντροφος ζωής, ένας αδερφός που με βοηθάει στην  εξέλιξη και το ίδιο εύχομαι και προσπαθώ να κάνω και εγώ για αυτόν. Σαν τέτοιος λοιπόν ,δεν σταματάει ποτέ να με κάνει να νοιώθω περήφανος και πλούσιος για τους ανθρώπους που με περιβάλουν. Υπάρχει και τρίτος στην παρέα. Ο Γιάννης Καλιμάνης που λειτουργεί ως ηλεκτρολύτης (λογικό αφού είναι δικηγόρος) στην χημεία μας με τον Κωνσταντόπουλο. Και να τονίσω εδώ ότι η ανακάλυψη της παραγωγής υδρογόνου    μέσο της διάσπασης του νερού με την βοήθεια του ήλιου δεν είναι απλά ευρεσιτεχνία αλλά έργο ζωής του Θανάση, βγαλμένο από σκληρή μακροχρόνια δουλειά και να το θυμάστε, θα είναι η επιστήμη του μέλλοντος για την ενέργεια.

Μ.Κ.    Πως εξηγείτε το γεγονός ότι το μπλουζ στην Ελλάδα ξεκίνησε από το Βορρά; Και στον αντίποδα, πόσο δύσκολο είναι για μία μπάντα από το Βορρά να παίζει συχνά στην Αθήνα;

Ν.Ν.
 Δεν νομίζω κατ ΄αρχήν ότι ξεκίνησε από το Βορρά. Υπήρχαν μπάντες σχεδόν σύγχρονες με μας που έπαιζαν μπλουζ στην Αθήνα όταν ξεκινήσαμε και σήμερα φυσικά είναι ακόμη περισσότερες. Για να μη αναφερθώ και στις προσεγγίσεις του Πουλικάκου ,του Σηδιρόπουλου και όλης αυτής της Ελληνοποιητικής ροκ γενιάς που δεν έπαιζαν μπλουζ ,αλλά σαφώς το πλησίαζαν.

Εμείς απλά το κάναμε πιο συγκεντρωμένα και με σαφή στόχο. Σ’ αυτό βοήθησαν δυο παράγοντες. Πρώτον , ότι
 από τους Blues Gang – Blues Wire πέρασαν εξαιρετικοί μουσικοί που κράτησαν το επίπεδο ψηλά και δεύτερον ότι στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχε ποτέ η πληθώρα των “επαγγελματικών” για να το πω ευγενικά χώρων ώστε να τους απορροφήσει με τα ψηλά μεροκάματα της εποχής. Ήμασταν πάντα ερασιτέχνες με επαγγελματική προσέγγιση. Και φυσικά ο πυρήνας της μπάντας ,ο Ηλίας εγώ και ο Σωτήρης ,ήμασταν ταγμένοι στο είδος. Αυτό φυσικά δεν το βρίσκεις ούτε σήμερα ,που θεωρητικά τα πράγματα είναι πιο εύκολα.

Όσο για το πόσο εύκολο είναι να παίζουμε στην Αθήνα ,με το σημερινό κόστος ζωής και ταξιδιού ,έχουμε αραιώσει την συχνότητα των εμφανίσεων σε σχέση με το παρελθόν, αλλά αντιπαραθέτουμε τις χαμηλότερες αμοιβές (πού ήταν ήδη χαμηλές – μην φαντάζεστε τίποτα τρελά νούμερα) για να αντεπεξέλθουμε με κάποια σταθερή συχνότητα εμφανίσεων .Μπλουζ είναι και λεφτά δεν έχει για κανένα.
Μόνο αφοσίωση.

Μ.Κ.  Πείτε μας για τη γνωριμία σας με τον Νίκο Γκραβενίτη. Φαντάζομαι πως η γνωριμία σας μαζί του, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή σας.

Ν.Ν.
 Ο Νίκος  είναι ένα κεφάλαιο ιστορίας στη ζωή μου ,για το οποίο θα μου επιτρέψετε να καμαρώνω πάντα. Υπήρξε Δάσκαλος ,σύντροφος ,πατέρας και φίλος ταυτόχρονα .

Οι καλλίτερες στιγμές μας ,έξω από τις μουσικές, ήταν τα τελευταία χρόνια ,όταν καθόμασταν μόνοι και συζητούσαμε για απλά καθημερινά πράγματα . Σε μια από αυτές συνειδητοποίησα ότι δεν ζητούσε τίποτα από μένα. Απλά μοιραζόταν με απόλαυση την στιγμή ,θεωρώντας με ισότιμο φίλο και συνεργάτη ,σαν όλους τους ιστορικούς του φίλους και συνεργάτες που όλοι γνωρίζουμε ποιοι ήταν. Ήταν μια στιγμή συγκίνησης για μένα ,γιατί κατάλαβα ότι από ένα φίλο δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα, ούτε και αυτός από σένα. Απλά ζεις και μοιράζεσαι τον χρόνο που σου διατέθηκε και είμαι ευγνώμων γι αυτό.
 

Μ.Κ. Έχετε κάτι νέο στα σκαριά από απόψεως δισκογραφίας; Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

Ν.Ν.
 Τα σκαριά για την δισκογραφία της Μπλουζ σκηνής στην Ελλάδα είναι κάτι σαν “αυτό με τον Τοτό”.

Η δισκογραφία παραπαίει έτσι κι αλλιώς ,πόσο μάλλον η δισκογραφία του μπλουζ που δεν υπήρχε εξ αρχής. Τα νούμερα ήταν πάντα περιορισμένα . Οι Β
lues Wire σε αυτό ,ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα

Για μένα ο πρώτος μου δίσκος ,το “
Cracking under Pressure” ήταν μια καλή ευκαιρία να παρουσιάσω το όχημα μου ,τους “Backbone”όταν έφυγα από τους Blues Wire ,μια και έκανα μια παντελώς  καινούργια αρχή. Reset - και όλα από το μηδέν.

Και ήταν ακριβώς έτσι.

Ο κόσμος δύσκολα ελκύεται από ένα καινούργιο όνομα ,όποια και να είναι η ιστορία του και αυτό φάνηκε γρήγορα και από τα νούμερα. Το “
Cracking” δεν ξεπέρασε τα 700 κομμάτια ,από τα οποία φυσικά δεν πήρα δραχμή μια και έπρεπε η εταιρεία να βγάλει  ορθώς τα έξοδα της παραγωγής. Κι αυτό με την χαρισματική συμμετοχή της φωνής του  Γκραβενίτη σε τρία δικά μου κομμάτια και ενώ μέχρι τότε με τους Wire ξεπερνούσαμε τις πέντε χιλιάδες για κάθε παραγωγή, πράγμα αξιοθαύμαστο για μπλουζ μπάντα σε ανεξάρτητη εταιρεία ,στην Ελλάδα της εποχής.

Ήταν έκπληξη ακόμη και
 για μένα και πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο είναι να σταθείς στα πόδια σου. Ήταν όμως μία αρχή αυτό το c.d και μάλιστα ακόμη και σήμερα όποιος το άκουει με κάνει τουλάχιστον να νοιώθω ότι δεν πήγε χαμένο. Είμαι όμως άνθρωπος που δεν κάνει πράγματα χωρίς λόγο και θεωρώ ότι το να κάνω άλλο ένα c.d ,η δυο και να το κουβαλάω στο πόρτ μπαγκάζ για να το μοιράζω στους φίλους μου δεν έχει κανένα νόημα απολύτως.

Τραγούδια υπάρχουν ,αλλά για να αποτυπωθούν θα πρέπει να υπάρχει λόγος. Και μια και η Ελληνική αγορά είναι ούτως η άλλως αδιάφορη στο είδος ,αυτός ο λόγος δείχνει ασήμαντος.

Πλέον με τα ηλεκτρονικά μέσα υπάρχει άλλη προσέγγιση και πρόσφατα διέθεσα το “
Cracking under Pressure” σε sites 'όπως το Reverb nation ,το Amazon  το 247.com και άλλα ιντερνετικά μαγαζιά που επιτρέπουν το ψηφιακό download όλου του δίσκου η μεμονωμένων τραγουδιών αντί μίας μικρής αμοιβής. Η διαφορά είναι ότι αυτά τα “μαγαζιά” απευθύνονται σε αγοραστές παγκόσμια και οι πιθανότητες να κατεβάσει κάποιος τραγούδια είναι ουσιαστικά απεριόριστες. Ελπίζω να προχωρήσει κάπως και αν προχωρήσει και μου δώσει δείγματα ότι αξίζει τον κόπο τότε ναι, μπορεί να προχωρήσω σε νέες ηχογραφήσεις και να τις διαθέσω με ανάλογο τρόπο.

Ξέρετε και οι
 μουσικοί πρέπει να ζήσουνε. Και η επιβράβευση του κόσμου είναι η αμοιβή τους αλλά έρχεται με δύο τρόπους. Με το χειροκρότημα στις εμφανίσεις και με την αγορά των τραγουδιών τους. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει μουσική. Εμείς πετύχαμε το πρώτο. Μεγαλώνοντας όμως ,κάποτε θα πρέπει να βοηθήσει και το δεύτερο, πράγμα όμως για το οποίο ίσως δεν θα σταματήσω ποτέ να αμφιβάλω.  Και δεν το λεω από την μεριά της γκρίνιας γιατί δεν υπήρξα γκρινιάρης ποτέ.

Το λεω από την άποψη της πραγματικότητας και της ουσίας της ίδιας μας της ύπαρξης. Γιατί αν δεν καταφέρεις να ζήσεις από αυτό που κάνεις απλά πάς σπίτι σου και ας μου επιτρέψουν οι νεώτεροι
  να το καταθέσω αυτό σαν συμβουλή απέ ένα μουσικό με 30 χρόνια στην πλάτη του.

Γιατί, μπορεί να είμαστε όσο καλοί θέλουμε να νομίζουμε ότι είμαστε, αλλά χωρίς τον παράγοντα «κόσμος» ,απλά ευλογάμε τα γένια μας.

IT TAKES TWO.US AND THEM.

Μ.Κ. Ευχαριστώ πολύ.

Ν.Ν. Η χαρά δική μου.

GEORGE HARRISON Ο ΑΛΛΑΖΟΝΙΚΟΣ του Γιάννη Αλεξίου






  Ο αλαζονικός Τζωρτζ Χάρρισον


    Του Γιάννη Αλεξίου
    

Πιτσιρικά τον αποκαλούσαν «ο τύπος με το τουρμπάνι», λόγω του μεγάλου τσουλουφιού, λαδωμένου με μπριγιαντίνη. Tον George Harrison πιάνει από τα νεανικά του χρόνια η ταινία «Living in the material world» που έκανε ο Μάρτιν Σκορτσέζε, για τον κιθαρίστα και αθέατο εγκέφαλο των Beatles. Μια πολύ αξιόλογη ταινία που παρά την μαραθώνια διάρκεία των 3.5 ωρών κυριολεκτικά καθηλώνει τους φίλους των Beatles και γενικότερα τους μουσικόφιλους αρκεί να γνωρίζουν τα βασικά για την ιστορία το γκρουπ που άλλαξε τον μουσικό χάρτη.
Ο Paul McCartney και ο John Lennon δεν πολυάφηναν χώρο στον George να γράφει τραγούδια, όμως λάμβαναν πάντα υπ’ όψη τις υποδείξεις του στην μουσική των κομματιών. Όταν έβρισκε χώρο ο Harrison έδειχνε το μεγάλο του μουσικό ανάστημα κι έγραφε αριστουργηματικά κομμάτια όπως τα «Something», «Here comes the sun» και «While my guitar gently weeps», «If i needed someone»… 
 Η ζωή του πρόωρα χαμένου, στα 58 του, George Harrison - έπαθε καρκίνο στον αυχένα και μετά έκανε μετάσταση στο στομάχι και στον εγκέφαλο - καταγράφεται εδώ από την αρχή της ζωής του και την προ Beatles εποχή έως το τέλος με πολλές γνωστές και άγνωστες καταγραφές έως σήμερα, ενώ προσπαθεί επίσης να δώσει φως μέσα από τις μαρτυρίες του Eric Clapton πως έχασε την Patti Boyd, την αγαπημένη του που τον άφησε για χάρη του κολλητού του φίλου Eric όταν εκείνος της έπαιξε το περιβόητο κομμάτι «Layla» που έγραψε για εκείνη. Παρέμειναν οι δύο τους φίλοι και συνεργάτες. O Clapton όταν ρώτησε τον Harrison τι είδους σχέση έχει με την Patti εκείνος τον σνόμπαρε, ενώ τσαντίστηκε όταν κατάλαβε ότι τελικά επισύναψε σχέση με το φίλο του. «Θα’ ρθεις μαζί μου», την ρώτησε ο Harrison ; Όλα πια είχαν τελειώσει…
 Μετά ο Harrison έπεσε για ένα διάστημα στην ηρωίνη, ένα όχι και τόσο γνωστό κεφάλαιο στη ζωή του, το οποίο φωτίζει ο Σκορτσέζε καταγράφοντας την κατάντια  του την περίοδο εκείνη που έβγαινε οστεώδης στις συναυλίες κι έκανε γαργάρες νωρίτερα για τη φωνή του στα καμαρίνια πίνοντας μέλι και ξύδι σε χλιαρό νερό για να βγαίνει η φωνή του.
Ο Harrison ζούσε αρκετά χρόνια ως το τέλος με την δεύτερη σύζυγό του Olivia σε ένα απίστευτο πύργο μέσα στο δάσος που αγόρασε για να μην γκρεμιστεί. Είναι ο πύργος που έχει φωτογραφία στο δίσκο του «Living in a material world», όπως είναι και ο τίτλος της ταινίας του Μάρτιν Σκορτσέζε.
Ο ίδιος ο Harrison πριν αρρωστήσει αναφέρει ότι ένας λόγος που θα ήθελε να συνεχίσει να ζει εάν του τυχαίνει κάτι κακό είναι ο γιος του, ο Dhani. Η γυναίκα του ; Δεν την αναφέρει αν και οι έως τώρα αναφορές κάνουν γνωστό ότι είχε καλή σχέση μαζί της, ενώ με την πρώτη του γυναίκα η σχέση τους αναφέρεται ότι είχε παρηκμάσει ήδη όταν ο Clapton ερωτεύτηκε την Patti.
Ο περίγυρος του Harrison μιλά στην ταινία για ένα παιδί αλαζονικό. Ο κολλητός του τότε John Lennon δεν έβλεπε την τύφλα του, όταν δε φορούσε τα γυαλιά του !
Όταν προστέθηκε στην παρέα τους ο Ringo Starr και σχημάτισαν μαζί με τον Paul McCartney τους Beatles, το χιούμορ του ντράμερ ήταν αμίμητο : «Πόσοι Beatles χρειάζονται ν’ αλλάξουν μια λάμπα ;»…Τέσσερις !
Κι είχε δίκιο κατά τον Paul καθώς ο ίδιος πιστεύει έως σήμερα ότι οι Beatles ήταν σαν ένα τετράγωνο που χωρίς την μία γωνία δεν θα ήταν Beatles, ενώ όπως επίσης αναφέρει στην ταινία…«Οι Beatles ήταν σαν τέσσερα παιδιά που έπαψαν πια να τα φροντίζουν οι γονείς τους».

                                                 Στις Ινδίες

Το κεφάλαιο «ναρκωτικά» έχει τη δική του θέση στην ταινία. Στην αναφορά της περιόδου που οι Beatles πήγαν στην Ινδία να συναντήσουν τον Μαχαρίσι ήδη τα «σκαθάρια» πειραματιζόντουσαν με LSD, το παραισθησιογόνο που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένου στους μουσικούς κύκλους της εποχής. Ωστόσο ο George Harrison γνώριζε ότι δεν θα οδηγούσε πουθενά παρά μόνο στην παραφροσύνη η χρήση του κι έτσι αναζήτησε κάτι άλλο για να διευρύνει το μυαλό του, που ήταν ο διαλογισμός. Τι έκανε στο Γάγγη μεσάνυχτα ο Harrison ; Μοιραία τότε ήταν η συνάντησή του με τον Ravi Shankar που τον μύησε στην ινδική παραδοσιακή μουσική και το σιτάρ.
Λίγο καιρό μετά, όταν οι Beatles διαλύθηκαν, έγραψε την πρώτη σόλο επιτυχία του «My Sweet Lord», ένας ύμνος για τους Κρίσνα που επέμενε να γίνει σιγνκλ του άλμπουμ του «All Things Must Pass» (1970) ο ιστορικός παραγωγός Phil Spector παρ’ ότι ήταν ένα τραγούδι που ο Harrison είχε φοβίες ότι δεν θα το δεχθεί ο κόσμος λόγω των θρησκευτικών του καταβολών. «Ένα τραγούδι σα να βρίσκεσαι σε αέρινο επίπεδο και δεν θέλεις να σταματήσεις». Έγινε νούμερο ένα…
Οι Beatles και τα μέλη τους θα είναι πάντα αντικείμενο συζήτησης και φυσικά ακρόασης όσα χρόνια και να περάσουν 


*Τα τραγούδια της ταινίας«Living in the material world» για τον George Harrison κυκλοφορούν με τον τίτλο «Early Takes, Volume I» σε τρεις διαφορετικές εκδόσεις: CD, βινύλιο 180 gr. και digital album.