Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Γιάννης Σπάθας - Συνέντευξη (Roller Coaster) 1992


Giannis Spathas Interview vaktirio



Γιάννης Σπάθας - Συνέντευξη (Roller Coaster) 1992

Συνέντευξη του Γιάννη Σπάθα στο fanzine Roller Coaster απο τον Παναγιώτη Μπάρλα.

Fanzine: Roller Coaster
Τεύχος: 1
Έτος: Άνοιξη 1992



Ξεκινήσαμε με τον Αντώνη (Τουρκογιώργη) αρχικά σαν Persons. Ημασταν 5 άτομα: Ηλίας Ασβεστόπουλος, Ηλίας Μπουκουβάλας, Αντώνης Τούρκογιώργης, Αντώνης Πιτσολάντης και εγώ. Οταν ο Ασβεστόπουλος και ο Πιτσολάντης πήγαν φαντάροι, μεί­ναμε τρεις, το 1967 και είπα στα παιδιά να μην πά­ρουμε άλλους μουσικούς και να συνεχίσουμε σαv τρίο. Είχα ήδη αρχίσει να βγάζω τραγούδια του Jimi Hendrix και τα κάναμε πρόβα με τον Αντώνη και τον Μπουκουβάλα κάθε μέρα και το αποτέλεσμα μας ά­ρεσε. Ετσι συνεχίσαμε οι τρεις μας. Το 1969 παίζαμε οι τρεις μας τ' απογεύματα σε κάποια μαγαζιά, όπως ο "Φλοίσβος" και ερχόταν μαζί μας και ένας κιθαρί­στας από τα Μπουρμπούλια, ο Johnny Labichi, ένας Ουγγαρο-Ιταλο-Ελληνας... Αυτός έπαιζε Jazz. Το '69 ήρθε στο γκρουπ ο Labichi, ο οποίος ήταν φοβερός κιθαρίστας. Το κοινό στοιχείο σε μένα και τον Labichi ήταν ότι παίζαμε και οι δύο μπλουζ. Αυτός βέβαια επαίζε Jazz, ενώ εγώ μελετούσα το Rock τότε. Ηρθε λοιπόν στο γκρουπ και παίξαμε τον Χειμώνα '70-'71 στο "Κύτταρο", οι Socrates και ο Εξαδάκτυλος που είχε δημιουργηθεί τότε. Θα έλεγα ότι εμείς παίζαμε εκείνη την εποχή Jazz - Rock, με φοβερά μέρη, χιλιάδες ακκόρντα κ.λπ. Αυτό βέβαια είχε σαν αποτέλεσμα να πιε­ζόμαστε κάπως εγώ, ο Αντώνης και ο Ηλίας, γιατί ενώ αρχικά παίζαμε Hendrix τα τραγούδια αυτά ήταν πολύ λίγα τώρα. Είχε δημιουργηθεί μια ένταση και μια δυναμική μέσα μας, η οποία δεσμευόταν απ' την παρουσία του Labichi. Ετσι, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο το συγκρότημα και είπαμε στο Johnny να φύγει. Φυσικά παραμείναμε πολύ καλοί φίλοι. Ο Johnny έφυγε στην Ιταλία, όπου έπαιξε με τους Aria, ένα φημισμένο Jazz σχήμα. Μόλις έφυγε Johnny, αρχίσαμε - ελεύθεροι πλέον - να παίζουμε τα "Hendrix" και γινόταν ο χαμός στο Κύτταρο. Εμείς με Hendrix, ο Πουλικάκος με Stones... Ηταν μια πολύ όμορφη περίοδος εκείνη. Συνεχίσαμε με τον Αντώνη. Κάναμε κάθε μέρα πρόβες και φτιάχναμε καινούριο τραγούδια. Εγώ τότε είχα δει ένα ντοκυμαντέρ στο σι­νεμά για τους Σαρακατσάνηδες, όπου άκουσα ένα σκοπό από κλαρίνο. Το βράδυ εκείνο έπαθα... μεγάλη "ζημιά". Πήγα σπίτι μου και όλο το βράδυ μελετούσα πώς θα μπορούσα να βγάλω αυτή την ατμόσφαιρα: ΣΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΣ... Την άλλη μέρα είπα στον Αντώνη να παίξουμε ένα τέτοιο κομμάτι. Μου είπε πως έμοιαζε με δημοτικό και του απάντησα πως δεν μ' ένοιαζε. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν Η ΑΙΣΘΗΣΗ. Αργότερα όταν παίξαμε αυτό το κομμάτι έγινε χαμός. Αυτό το κομμάτι το εί­χαμε σε μια παραλλαγή στον πρώτο δίσκο και στην συνέχεια το ξαναπαίξαμε στους δίσκους μας άλλες δύο φορές. Προσπαθούσαμε να το βελτιώνουμε συνεχώς. ... Εφυγε ο Μπουκουβάλας και στη θέση του ήρθε ο Τρανταλίδης, που είχε έρθει μαζί με τον Labichi. Σε κάποιο σημείο έγινε μια αλλαγή με τον Μπουκου­βάλα και γράψαμε μαζί του τον πρώτο και τον δεύτερο δίσκο και μετά στο The Wings" πήραμε τον Δουκάκη, τον κιθαρίστα από τον Εξαδάκτυλο και τον Τρανταλίδη. Με αυτή τη σύνθεση γράψαμε το The Wings" και πήγαμε και στο Παρίσι, όπου γνωρίσαμε τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και κάναμε μαζί του μερικές συναυλίες και παίξαμε ζωντανά και στο ραδιόφωνο. Στη συνέχεια ήρθε η ηχογράφηση του "Phos", το οποίο έγινε χωρίς τον Δουκάκη αλλά με τον Τρανταλίδη, ο οποίος έφυγε μετά και τη θέση του πήρε ο Αντύπας. Με τον Αντύπα κάναμε το "Waiting For Something", το "Plaza" και το "Breaking Through". To "Breaking Through" μ' αρέσει. Είναι ένας καλός ροκ δίσκος, όμως δεν έγινε αρκετά γνωστός. Είχε και λίγο κα­κή ηχοληψία, αλλά είχε πολύ ωραία Rock κομμάτια.

- Το όνομα Socrates πώς βγήκε;
Το είχα δει από ένα συμμαθητή μου, που είχε γράψει στο τετράδιο του Socrates Drunk The Conium. To είπα στον Αντώνη και αφού μας άρεσε απο­φασίσαμε να ονομάσουμε έτσι το γκρουπ. Βέβαια με τον καιρό έγινε πιο σύντομο: Socrates.

- Κάποτε ο Βαγγέλης Παπαθα­νασίου είχε πει ότι είσαι πολύ καλύτε­ρος από τον Clapton. Εχουν γίνει επα­νειλημμένα τέτοια σχόλια για σένα. Πώς δέχεσαι το γεγονός ότι από πολλούς θεωρείσαι θρύλος σαν κιθαρίστας;
Σήμερα τα νέα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να δουν πώς παίζουν οι με­γάλοι κιθαρίστες. Με τις συναυλίες, με τα χιλιάδες βιβλία που κυκλοφορούν για μελέτη. Τότε στην Ελλάδα δεν έπαι­ζε κανείς. Κιθαρίστες που έπαιζαν Rock, όπως εγώ, ο Δουκάκης, ο Δήμης Παπαχρήσου, τα βγάλαμε μόνοι μας. Δεν έβλεπε ο ένας τον άλλο, δεν υπήρχαν δυνατότητες. Ούτε συναυ­λίες γίνονταν τότε. Ημασταν οι πρώτοι που παίξαμε Blues και Rock. Πέρα απ' αυτά, είχα προσπαθήσει και είχα μάθει και μερικά άλλα πράγματα που με ενδιέ­φεραν, όπως τα δημοτικά. Πέρασαν μέσα στις νότες μου και ορισμένες τέτοιες νότες, ελληνικές. Εχω την εντύπωση ότι, αν έχει μείνει το όνομα μου, είναι ε­πειδή πραγματικά μ' ενδιέφερε να έρθω σε επαφή και να "τραγουδήσω" με την κιθάρα μου. Μόνο αυτό. Ούτε οι "δεξιοτεχνίες", ούτε τίποτα άλλο. Μόνο εκεί πιστεύω ότι οφείλεται το ότι έχω κάποιο όνομα. Αλλωστε και σήμερα και τότε υπάρχουν και υπήρχαν πολλοί καλοί κιθαρίστες. Απλώς εγώ είχα και έχω το ίδιο σκεπτικό: θέλω ό,τι κάνω να έχει τη δυνατότητα να μιλήσει στον άλλο. Αυτό είναι όλο μου το ψάξιμο και όλη μου η αγωνία. Δεν μ' ενδιαφέρει να εντυπωσιάσω τους άλ­λους. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα που θυμάμαι α­πό τότε που παίζαμε στο Κύτταρο: Τότε ο καθένας έ­παιζε ένα σόλο. Αυτή η σχέση που βασίζεται στη λο­γική "Παίζω σόλο. Θαυμάστε με", ίσως να είναι καλή, αφού βλέπεις κάποιον που παίζει φοβερά πράγματα, όμως κάποια στιγμή άρχισε να μ' ενοχλεί αφάνταστα. Ενοιωθα σαν να χρησιμοποιούσα πονηρούς τρόπους για να κλέψω το χειροκρότημα. Οταν παίζεις ένα σό­λο, λες: Τώρα θα παίξω τη γρήγορη τη φάση και θα τους πάρω τα κεφάλια και θα σηκωθούν να χει­ροκροτήσουν". Αυτό γινόταν κάθε βράδυ. Συνέχεια. Δεν γινόταν επειδή το είχε ανάγκη η μουσική. Αν το κάνεις γιατί το έχει ανάγκη η μουσική εκείνη την ώρα, είναι εντάξει. Τραβάς ένα ξέσπασμα και είναι γιατί το είχε ανάγκη η μουσική. Εκείνη η ρουτίνα στηριζόταν στη λογική ότι "αν χειροκροτούσαν, θα έρχονταν να σε ξαναδούν". Δηλαδή η κατάσταση έμοιαζε λίγο με τσίρκο... Για να τελειώσω: Αν έχει μείνει το όνομα μου, φαντάζομαι ότι έχει μείνει περισ­σότερο επειδή συγκίνησα τα παιδιά που με άκουσαν και όχι επειδή τα εντυπω­σίασα. Επίσης είχα κάνει ένα στυλ το οποίο ξεχώριζε από τα άλλα παιξίματα. Ετσι φαντάζομαι...

- Είναι γεγονός ότι έχεις τελείως ξεχωριστό και προσωπικό στυλ. Δεν έ­χει κάποιος άλλος αυτό το στυλ στο παί­ξιμο του, εκτός από τα παιδιά που με­λετούν βιβλία και κασσέτες που έχουν και δικά σου πράγματα και επηρεάζο­νται από εσένα...
Αυτό είναι καλό. Κι εγώ έτσι επηρεαζόμουν. Και δεν μελετούσα μόνο κιθάρα. Μελετούσα και κλαρίνο, και τον Χαλκιά, και τον Ravi Shankar, και τον John Coltraine και άλλους τραγουδι­στές, και το βιολί απ' τον Κόρρο. Χίλια δύο φράγματα, απ' τα οποία ήθελα να προσθέτω μια λεπτομέρεια στο παίξιμο μου. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει και ξαφνικά φτάνεις σ' ένα σημείο και λες: Τι γίνεται εδώ;" Θυμάμαι χα­ρακτηριστικά στο Λονδίνο, όταν ήμασταν κάπου μαζε­μένοι και παίζαμε μεταξύ μας, όσο έπαιζα blues δεν έτρεχε τίποτα, ενώ όταν το γύριζα σε ελληνικούς και ανατολίτικους σκοπούς τρελλαινόντουσαν. Κοιτούσαν με απορία και έκπληξη. Τους ερχόταν παράξενο. Ηταν κάτι καινούριο στ' αυτιά τους.

- Απ' όσα είπαμε μου έδωσες την εντύπωση ότι δεν θέλεις να χαρακτηρίζεσαι σαν είδωλο και σαν "κιθαρίστας - ήρωας", πράγματα που έχουν καταντήσει παραδοσιακά για το Rock.
Δεν είναι ότι δεν θέλω. Με ευχαριστεί κάποια στιγμή να αναγνωρίζεται η δουλειά μου. Απλώς δεν θέλω να ζητάει ο κόσμος το εξής: "Εφόσον είσαι ο Σπάθας, απόδειξε το". Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Αυτή είναι η εκδοχή που δεν μου αρέσει. Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα να παίξω φοβερά απλά πράγ­ματα, όμως να είναι πάντα εκφραστικά. Εχω μάθει 5 πράγματα, όμως τα έχω και τα παίζω σωστά. Δεν μι­λάω αλλαζονικά. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έχω μάθει παραπάνω από πέντε πράγματα, όμως αυτά τα πέντε πράγματα έχω καταφέρει να τα παίζω σωστά. Να τα παίζω και να τα εννοώ. Νομίζω πως έχει γίνει μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομα Σπάθας. Εχει μεγαλοποιηθεί. Αν κρίνω τον Σπάθα σαν τρίτος, απ' έξω, θα πω ότι αξίζει να έχει μεγάλο όνομα μόνο σ' αυτό το είδος που παίζει. Μερικοί τα μεγαλοποιούν. Λένε πως είμαι "ο πρώτος κιθαρίστας". Ας βάλουν καλύτερα μια υποσημείωση: Είμαι καλός στο Rock, στο Blues, στο είδος που παίζω... Γενικά ό,τι παίζω θέλω να έχει ένα νόημα και μια ουσία που να με καλύπτει εκφραστικά και μουσικά. Το σημείο στο οποίο διαφωνώ με τους περισσότερους μουσι­κούς είναι το εξής: Προσπαθούν να μά­θουν χίλια δύο στυλ και τελικά δεν γί­νονται καλοί σε κανένα. Και αν δεν γί­νεις καλός σε ένα στυλ, δεν μπορείς να το προχωρήσεις, δεν μπορείς να δώσεις κάτι παραπάνω. Σπαταλιέσαι απ' το ένα κι απ' το άλλο. Πιστεύω πως πρέπει να μάθεις ένα είδος μουσικής πολύ καλά και μετά να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις. Να ανοίξεις τ' αυτιά σου και να αρχίσεις να το εμπλουτίζεις και να δώσεις τελικά κάτι καινούριο.

- Αυτό αποτελεί μήνυμα και για τους νέους μουσικούς;
Είχα κάνει κάποια σεμινάρια στο παρελθόν, αλλά δεν μπορείς σε ένα σεμινάριο να δώσεις τόσα πολλά. Γιατί, γαμώτο, η μουσική δεν είναι μόνο νό­τες. Για να φτάσει το όργανο να "τρα­γουδάει"... Ξέρεις πόσοι μουσικοί βγαίνουν απ' τα ωδεία όλου του κόσμου; Οταν το σκέφτομαι αυτό τρελλαίνομαι. Ξέρεις πόσοι μουσικοί είναι καταπληκτικοί; Ομως ποτέ δεν κάνουν τίποτα. Δεν καταφέρνουν να βγάλουν το κε­φάλι πάνω απ' το πλήθος. Γιατί πρέπει να μάθεις αυτό που παίζεις πάρα - πάρα πολύ καλά. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Το δεύτερο στάδιο είναι να του προσ­δώσεις και ένα χαρακτήρα δικό σου. Δηλαδή θέλει μια μελέτη και μια τρέλλα με ένα είδος και μετά, αφού νοιώσεις ότι θέλεις να το εμπλουτίσεις και με άλλα πράγματα, να πας και σε άλλα είδη μουσικής. Πρέπει να νοιώθεις μέσα σου ότι είναι σαν να τραγουδάς. Πρέπει πάντα το όργανο να τραγουδάει. Οσοι μουσι­κοί έχουν καταφέρει να "τραγουδήσουν", έχουν περά­σει στον κόσμο όχι μόνο σαν "δεξιοτέχνες", θα σου πως ένα παράδειγμα για δύο μπασίστες, που είναι και οι δύο φοβεροί μουσικοί και έχουν φοβερές γνώσεις. Ο Stanley Clark και ο Jacko Pastorious. κατά τη γνώ­μη μου ο Pastorious είχε κάνει μεγαλύτερο ντόρο. Εί­χε ταράξει περισσότερο τα νερά, γιατί ήταν πιο "τρα­γουδιστής" από τον Clark. Και όταν είσαι "τραγουδι­στής", ο κόσμος δεν ασχολείται με το πώς παίζεις. Μιλάει μέσα του αυτό που του δίνει ο μουσικός και δεν ασχολείται με τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ερχεται κατευθείαν η αίσθηση του παιξίματος. Ενώ το άλλο παίξιμο είναι το παίξιμο του εντυπωσιασμού. Περνάμε σε ένα άλλο είδος μουσικής, που σκοπό έχει πρώτα να σε εντυπωσιάσει. Τελικά υπάρχουν δύο τρόποι να αποδεχτείς την αξία του άλλου: Ο ένας είναι να σε εντυπωσιάσει. Ο άλλος τρόπος είναι να φτάσει πρώτα η ψυχή του και οι άλλες ικανότητες του, οι τεχνικές, να έρθουν σε δεύτερο πλάνο. Και για να φτάσει ο μουσικός να σου δώσει πρώτα την αίσθηση και όχι να σε εντυπωσιάσει, χρειάζεται φοβερή δεξιοτεχνία στο όργανο. Να γίνεις ένα με το όργα­νο. Ο Jonh Coltraine για παράδειγμα, όλοι λένε πως ήταν φοβερός μουσικός γιατί "τραγουδούσε". Αυτό ισχύει για τον κόσμο που τον άκουγε, όχι για τους μουσικούς. Οι μουσικοί που "μιλάνε" στον κόσμο είναι λίγοι, άσχετα από το στυλ και το είδος της μουσικής που παί­ζουν. Είναι ένα στάδιο το οποίο ξέρω. Περνάς πάνω απ' το επίπεδο "γνώση -τεχνική - ακκόρντα - κλίμακες κ.λπ" και φτάνεις σ' ένα σημείο που λες: ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ...

- Επομένως, συμφωνείς ότι ένας μουσικός μπορεί να "μιλήσει" στον κό­σμο, ακόμη κι αν δεν έχει καλή τεχνική κατάρτιση.
Ε, βέβαιο. Δες τον Β. Β. King, ο οποίος δεν έχει τις γνώσεις και τη δε­ξιοτεχνία που έχουν τόσοι άλλοι, οι ο­ποίοι είναι εντυπωσιακοί. Όμως ο Β. Β. King συγκινεί. Αυτό είναι το άλλο επί­πεδο. Το όργανο έχει περάσει αλλού. Ποιες γνώσεις; Γιατί όλα αυτά; Εδώ καλείσαι να τραγουδήσεις. Η μπορείς να τραγουδήσεις, ή δεν μπορείς. Ο Β. Β. King το κατα­φέρνει αυτό, ενώ παίζει με 2 - 3 νότες. Και άλλοι το καταφέρνουν με λίγες ή με χιλιάδες νότες.

- Πες μου τη γνώμη σου, ως μουσικός και ως ακροατής, για την ελληνική μουσική σκηνή. Την πα­ρακολουθείς;
Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος. Μεγάλη εντύπωση μου έχουν κάνει οι Blues Wire. Ο τραγουδιστής τους νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος Bluesman που έχει περάσει από την Ελλάδα, ο καλύτερος Blues τρα­γουδιστής. Και μπράβο τους. Είναι ωραίο να παίζεις ένα είδος μουσικής. Βέβαια χρειάζεται να κάνεις κά­ποια άλλη δουλειά για να τα βγάλεις πέρα. Δεν ξέρω πώς τα βολεύουν τα παιδιά. Τέλος πάντων... Υπάρχουν και άλλα γκρουπ που μου αρέσουν, όπως οι ΤΡΥΠΕΣ. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα σπουδαίο φυτώριο μουσικών  όπως και ο Πειραιάς. Έχω βγάλει το εξής συ­μπέρασμα: Ακόμη και οι μουσικοί που βρίσκονται στην Αθήνα είναι από Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Φάληρο, Γλυφάδα και οι Αθηναίοι μουσικοί είναι λιγότεροι. Γενικά, ακούω διάφορα νέα συγκροτήματα. Τα παιδιά προ­σπαθούν. Αυτά τα παιδιά τα νοιώθω. Στενοχωριέμαι πολλές φορές, γιατί ξεκινάνε με όνειρα, με πάθος και τελικά ή θα το διαλύσουν ή θα καταλήξουν να παίζουν κάποια σόλο στη Ρίτα Σακελαρίου για να την κάνουν να νοιώσει "μοντέρνα και ροκ".

- Και τι λες γι' αυτές τις περιπτώσεις;
Τα παιδιά τα καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να τα δικαιολογήσω απόλυτα. Δεν επιμένουν αρκετά. Κανένας δεν έγινε "μεγάλος και τρανός" απ' τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Αν θα έδινα μια συμβουλή σε όλα τα νέα παιδιά που έχουν ένα γκρουπ και προσπαθούν, θα τους έλεγα να κάνουν υπομονή και να δουλεύουν σκληρά. Οχι βιασύνη. Επί­σης, η εμπειρία μου μου λέει ότι δεν πρέπει να πηγαίνει ποτέ κάποιος σε μια εταιρία παρακαλώντας. Θα έλεγα, ότι αν υπάρχει κάτι που αξίζει να παρακα­λάς, αυτό είναι το να παίζεις Live. Εμείς ποτέ δεν χτυπήσαμε πόρτα εταιρίας. Ηρ­θαν μόνοι τους και μας βρήκαν, αφού είχαμε αποκτήσει ένα κοινό, χάρη στη σκληρή μας προσπάθεια. Αυτοί που ι­κετεύαμε να μας αφήσουν να παίξουμε, ήταν οι μαγαζάτορες. Κάναμε σαν τρελλοί για να παίξουμε. Παίζαμε απογεύ­ματα σε κάποια μαγαζιά, παίζαμε κυρια­κάτικα πρωινά σε κάποιες συνοικίες. Όπου μπορούσαμε. Αν αποκτήσεις κά­ποιο κοινό από τα Live, τότε κάποια στιγμή θα έρθει και η εταιρία και δεν θα μπορεί να σου βάλει χέρι. Δεν θα συμβιβάσεις τον ήχο σου, γιατί αυτοί θα έχουν έρθει να σου προτείνουν κάποιο δίσκο.

- Ας μιλήσουμε και για τη δου­λειά σου τώρα. Στην μετά - Socrates εποχή.
Κατ' αρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Socrates δεν έχουν διαλυθεί. Ποτέ δεν δηλώσαμε ότι διαλυθήκαμε. Υπάρχουμε ακόμη. Μάλιστα, σκεφτόμα­σταν μια εμφάνιση τα Χριστούγεννα.

- Υπήρχαν και κάποιες φήμες για νέο δίσκο, αλλά ατόνισαν. Ισχύουν;
Προς το παρόν δεν σκεφτόμαστε κάτι τέτοιο.

- Πες μου τώρα για τη συνεργασία σου με το Βασίλη Λέκκα.
Με το Βασίλη είχαμε γνωριστεί πολύ καιρό πριν τα "Σύντομα Ονειρα". Μου αρέσει πολύ η φωνή του και νομίζω ότι δένουμε πολύ καλά μαζί. Οπου να 'ναι θα κυκλοφορήσει και η νέα μας δουλειά ("Κλασ­σικά Εικονογραφημένα"). Τα πάμε πολύ καλά. Η δου­λειά μας άρεσε στον κόσμο. Νομίζω πως η φωνή του Βασίλη ταίριαξε απόλυτα με την κιθάρα μου και τους στίχους του Ευγένιου (Αρωνίτσης).

- Κάποιοι παλιοί φανς των Socrates δυσανα­σχέτησαν με αυτή την επιλογή σου.
Δεν αισθάνομαι άσχημα γι' αυτό. Για μένα αυτό που κάνω είναι κάτι φυσικό. Είναι μια εξέλιξη. Ένοιωσα την ανάγκη να παίξω κάτι άλλο και το έκανα. Κάποια από τα κομμάτια που περιέχονται στα "Σύντομα Ονειρα" τα είχα γράψει από τότε που οι Socrates ήταν στο Λονδίνο.

- Τι σχέδια έχεις για το μέλλον; 
Εκτός από τη συνεργασία μου με το Βασίλη - θα βγάλουμε άλλον ένα δίσκο - ετοιμάζω και μια προσωπική δουλειά. Εναν ορχηστρικό δίσκο. Είναι κά­τι που έχω στο μυαλό μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ένας συνδυασμός μεταξύ Blues και δημοτικής μουσι­κής. Ελπίζω να κυκλοφορήσει μέσα στο '92.

- Την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα πώς τη βλέπεις;
Νομίζω πως σήμερα είναι πλέον φανερός ο εμπαιγμός μας από τα κόμματα και τους πολιτικούς. Μας κυ­βερνούν γέροι. Ήταν πολύ πετυχημένος ο χαρακτηρισμός "δεινόσαυροι". Όμως νομίζω πως ο κόσμος και ιδιαίτερα οι νέοι το έχουν καταλάβει πια. Και δεν είναι μόνο οι δεινόσαυροι που κυβερ­νούν. Είναι και τα φαινόμενα των "κοσκωτάδων" σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Ο Κοσκωτάς συμβολίζει τον τύπο του "φαταούλα" που όρμησε μέσα σ' όλα για να αρπάξει όσα μπορούσε περισσότερα για την πάρτη του. Νομίζω πως όλα αυτά τα είδαν οι νέοι και τα πράγματα θα αλλάξουν απ' αυτούς. Θα έρθει μια νέα επανάσταση. Μια επανάσταση σιωπηλή. Νομίζω πως ο κόσμος θα αλλάξει προς το καλύτερο, έτσι σιω­πηλά. Αρκεί μόνο η απόρριψη των νέων ανθρώπων και η αηδία τους που τους απομακρύνει από όλα αυτά...

- Βλέπεις τους μουσικούς και γενικά τους καλλιτέχνες να παίζουν κάποιο ρόλο σ' αυτή την αλλαγή; Να μπορούν να οδηγήσουν τους νέους σε μια "μαζική κινητοποίηση";
Δεν πιστεύω στις μαζικές κινητοποιήσεις. Όλα αυτά δοκιμάστηκαν. Νομίζω πως ο ρόλος της τέχνης σ' αυτή την υπόθεση είναι να δείξει στον κόσμο τι άλλο υπάρχει και όχι πώς μπορεί να κατακτηθεί. Πά­ντως αυτή η σιωπηλή επανάσταση θα μπορούσε να χα­ρακτηριστεί και καλλιτεχνική. Η πολιτισμική αν θες...

Η Παράγκα και ο Σίμος ο Υπαρξιστής




Η Παράγκα και ο Σίμος ο Υπαρξιστής Ο Πάνος Κουτρουμπούσης γράφει για μια θρυλική μορφή των ΄60s 

O Σίμος γύρναγε την Ευρώπη μόνος του, δουλεύοντας όπου έβρισκε μεροκάματο, ζώντας σε άθλιες συνθήκες. Η Παράγκα ήταν βασικά ένα ξύλινο διώροφο, στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πέτρινα κτίρια-βιοτεχνίες στην οδό Σαρρή, όπου μαζεύονταν αγόρια και κορίτσια απ' τις γύρω γειτονιές, οι περισσότεροι λαϊκοί άνθρωποι, απάγγελλαν ποιήματα που είχαν γράψει, χόρευαν και συζητούσαν περί Υπαρξισμού. Από μια στενή σκάλα ανέβαινες σε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό με ραπτομηχανές, καθίσματα αυτοκινήτων, μοτέρ και μουσαμάδες, ξύλινους τοίχους γεμάτους αποκόμματα εφημερίδων, σκιτσάκια του καθενός και φωτογραφίες, ένα φύρδην-μίγδην. Ο Σίμος φοβόταν τις γάτες... Κάποια φορά ένα γατάκι ανέβηκε στην Παράγκα και φώναζε «Bγάλτε το έξω!». Απορήσαμε και τον ρώτησα «Σίμο, γιατί;». «Ρε αγαθέ», μου είπε, «το ξέρεις ότι οι γάτες είναι απόγονοι των τίγρεων;».   Θυμάμαι κάποια φορά που ένας θαμώνας ήρθε με έναν δημοσιογράφο, τον συστήνει στον Σίμο κι αυτός του λέει «τα αισθήματα του φίλου μας τα ξέρουμε και από το μέλλον». Έλεγε συνέχεια τέτοια ο Σίμος. Ήταν ο ομορφότερος, αλλά και ανοιχτός σε νέες ιδέες. Επίσης, ήταν για λίγο ηθοποιός του σινεμά. Είχε παίξει τον Μαρίνο Κοντάρ, έναν Κρητικό επαναστάτη, τον σωματέμπορα...   Η Παράγκα έκλεισε το τέλος της δεκαετίας του '50 που έφυγε ο Σίμος για την Ευρώπη (την έκλεισε η αστυνομία, έγιναν παράπονα από γονείς για κοπέλες που πέρναγαν την ώρα τους εκεί, κορίτσια 16 με 18, το πολύ 20), αλλά ο χώρος συνέχισε να υπάρχει ως άσυλο για τους backpackers που έρχονταν στην Αθήνα.   Ο Σίμος έγραφε συνέχεια, κατέγραφε τα πάντα. Μια φορά τρώγαμε σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά στο Odeon στο Παρίσι και τον βλέπω στην αντανάκλαση στην τζαμαρία να αντιγράφει όσα έλεγε το μενού! Τράβαγε και συνέχεια φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες, χιλιάδες. Κάποια φορά ο Κούνδουρος, που τον είχε δει να βγάζει φωτογραφίες σε μια αντιδικτατορική συγκέντρωση, φώναζε «βγάλτε τον έξω, ποιος είναι αυτός;». Τον είχε περάσει για σπιούνο. Όταν πέθανε, βρέθηκαν χιλιάδες φιλμ που δεν είχε ποτέ εμφανίσει...   Κάτι πρέπει να έμεινε από τα '60s, όχι μόνο σε μας που τα ζήσαμε, αλλά γενικά στον κόσμο. Όσα τρελά έγιναν όμως το σύστημα βρήκε ευκαιρία να τα κοροϊδέψει και να πει «τι ξεφτίλα ήταν αυτή», κι έτσι τα καλά τους σημεία έσβησαν. Στα μυαλά μένει η αντίσταση, η προσπάθεια για καλυτέρευση της φύσης και των ανθρώπων. Τα ναρκωτικά ήταν αυτά που τα χάλασαν όλα. Πολλοί πέρασαν σε αυτά και στον χιπισμό και έτσι βρήκαν ευκαιρία να τους αγοράσουν, να γίνουν έμποροι. Άρχισαν έτσι να ξεφτίζουν και να διαλύονται οι παρέες, πολλοί έφυγαν έξω. Τα πρώτα πέντε χρόνια ήταν όλα καλά, αλητείες με παρέες, rock 'n' roll, άντε και καμιά μαριχουάνα, μετά όμως το '65, που αρχίζουν οι πολιτικές ανωμαλίες και φτάνουμε στο τέρμα, διαλύθηκαν όλα. Πέφτει ένα γκριζάρισμα, άρχισαν τα κυνηγητά. Τις παρέες μου και μένα δεν μας κυνηγούσε κανείς, αλλά το '67 έφυγα έξω και κάπου εκεί ήταν το τέλος για τα ελληνικά '60s. Πηγή: www.lifo.gr

Γεννήθηκα στη Λιβαδειά, τυχαία, από πατέρα δικαστικό και μάνα δασκάλα. Μετά πήγαμε στη Θεσσαλονίκη και όταν ήμουν τεσσάρων ήρθαμε στην Αθήνα. Ήταν 1941. Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι να μαζεύουμε με τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς κάλυκες από σφαίρες και μυδράλια των Spitfire που πέρναγαν και θερίζανε. Τα βρίσκαμε εδώ κι εκεί σε οικόπεδα κάτω από την Πατησίων. Μικρός δεν είχα όνειρα. Αργότερα, στο γυμνάσιο, σκεφτόμουν ότι ίσως να ήθελα να γίνω ψυχίατρος, τα οικονομικά μας όμως δεν θα μου το επέτρεπαν. Δεν ήμασταν κονομημένοι. Όχι ότι θα γινόμουν, βέβαια... Σχολείο πήγα στο Κολέγιο Αθηνών, στη Φιλοθέη, έγραψα ένα τεστ γνώσεων και μπήκα με υποτροφία στην πέμπτη δημοτικού. Ήταν μια οργανωμένη εκπαίδευση, σε αμερικανικό στυλ, αλλά σε καλό αμερικανικό, όχι σαν κι αυτά που βλέπουμε στις ταινίες με teenagers που βάζουν στοιχήματα ποιος θα γαμήσει, με τους μπούληδες που δέρνουν, ποιος θα βγει στο ποδόσφαιρο πρώτος και μαλακίες. Λίγο πριν τελειώσω το γυμνάσιο, με αποβάλανε δυο φορές και μου έκοψαν την υποτροφία. Η πρώτη ήταν επειδή έφτιαχνα σκίτσα σε χαρτάκια διπλωμένα με τίτλο από τη «Μάσκα»: «Το σπίτι των πεθαμένων» κ.λπ., που τα άνοιγες και είχαν διάφορους τύπους να βγαίνουν από ένα μπουρδέλο. Την επόμενη είχαν γίνει κάτι φασαρίες, με άφησαν μετεξεταστέο, μου έκοψαν και την υποτροφία και έτσι πήγα στο δημόσιο. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, πήγα στην Ιταλία, στη Ρώμη, στο Centro Sperimentale di Cinematografia που είχε ιδρύσει ο Μουσολίνι, για να σπουδάσω σκηνοθεσία. Απέναντι ακριβώς από την Τσινετσιτά. Κάποιες φορές μας έκανε διάλεξη ο Φελίνι, ενώ πολλοί σκηνοθέτες της ιταλικής παραγωγής ήταν καθηγητές μας σε διάφορα θέματα. Έμεινα εκεί δυο χρόνια, από το 1955 ως το '57. Ήθελα να σπουδάσω κινηματογράφο γιατί είχα δει πολύ σινεμά. Κάναμε κοπάνα απ' το σχολείο και βλέπαμε δυο-τρία έργα την ημέρα, συνεχόμενα. Μπαίναμε στο σχολείο, υπογράφαμε και φεύγαμε για το σινεμά που τότε άρχιζε από τις 10 το πρωί. Και το βράδυ βλέπαμε κι άλλο! Φέρνανε στο Ροσιγκλέρ και στην Αλάσκα επεισοδιακούς κολοσσούς που τους έλεγαν chapter movies. Οι Αμερικάνοι έβγαζαν ένα chapter κάθε μέρα για να ξαναπηγαίνεις, με υπερήρωες - Δόκτωρ Σατάν, Ζορό και τέτοια. Δεν δούλεψα ποτέ ως σκηνοθέτης, εκτός από ένα μικρό ντοκιμαντέρ που ετοίμασα για τα μπουζούκια στο Πέραμα, που όμως δεν το ολοκλήρωσα ποτέ. Είναι 13 λεπτά, σε φιλμ 35 mm και με πολύ γρήγορο μοντάζ - δεν ήξερα κιόλας, πέταξα υλικό ωρών γιατί φοβόμουν να μην πληρώσω δικαιώματα για τα τραγούδια. Κατά τ' άλλα, δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτη σε ξένες ταινίες και μετά βαρέθηκα. Δούλεψα στον Δαλιανίδη και σε ξένες παραγωγές, στους 300 του Λεωνίδα, που γυρίστηκε στο Λουτράκι, και σ' ένα άλλο για τους πρώτους Ολυμπιακούς και τον Λούη, με την Τζέιν Μάνσφιλντ. Το έκανα για τα λεφτά. Θέλω να δουλεύω μόνος μου, θέλω να είμαι κυρίαρχος αυτού που κάνω, της όλης υπόθεσης, και το σινεμά δεν ήταν μια τέτοια υπόθεση. Τίποτα δεν υπήρξε που να μου αλλάξει τη ζωή. Κανένα έργο. Αρκετά όμως με εντυπωσίασαν και δεν χόρταινα να τα «τρώω»: φυλλάδια με παραστάσεις του Καραγκιόζη, το περιοδικό «Μάσκα», έργα με τον Ζορό, το τρίο Στούτζες και πειρατές, πολύ σινεμά και μετά τζαζ μέχρι τον Zappa, τα βιβλία του Κόντογλου, ο Αίσωπος, ο Χότζας, βιβλία επιστημονικής φαντασίας. Αυτά μέχρι τα είκοσί μου χρόνια. Μετά άρχισα να διαβάζω σοβαρή λογοτεχνία. Δεν είχα συγγραφική εκπαίδευση, ποτέ δεν μελέτησα αυτά που διάβαζα, δεν ήμουν φιλολογοτέχνης. Δεν είχα διαβάσει καν τους κλασικούς· ο μόνος συγγραφέας που μπορώ να πω ότι με έχει επηρεάσει βαθιά είναι ο Κάφκα. Έχω διαβάσει και Ντοστογιέφσκι, αλλά ελληνικά ελάχιστα. Άρχισα να σχεδιάζω μικρούλης στο σπίτι και πιο συστηματικά όταν έγινα 13-14 ετών. Δεν έχω πάει ποτέ σε σχολή. Τα πρότυπά μου (ας πούμε) ήταν οι εικονογραφήσεις των βιβλίων περιπετειών και τα αμερικάνικα κόμικς. Από τα κόμικς έμαθα και καλά αγγλικά. Ο πρώτος χρόνος στο Κολέγιο ήταν πολύ βαρετός, αλλά, όταν ανακάλυψα τα κόμικς, τα αγγλικά έγιναν το αγαπημένο μου μάθημα. Μου άρεσαν πολύ ο Ernst και ο Dali και κάθε τόσο ανακάλυπτα έναν καινούργιο συγγραφέα, αλλά στην ουσία ποτέ δεν είχα πρότυπα. Στο Παρίσι πήγα για πρώτη φορά για χριστουγεννιάτικες διακοπές το 1956. Εκεί μάλιστα γνώρισα τον Χρηστάκη, μαζεύονταν σε κάποιο καφέ και συζητούσαν. Το 1964 έμεινα έναν ολόκληρο χρόνο. Ο Φασιανός, που σπούδαζε στην Καλών Τεχνών, μου έδινε την κάρτα του για να τρώω στο εστιατόριο των φοιτητών και με έπεισε να γραφτώ για να τρώω φτηνά. Πήγα στο Τμήμα Χαρακτικής, με δέχτηκαν, αλλά ο καθηγητής με έστειλε στο ατελιέ, μου ζήτησαν 100 φράγκα για υλικά. Με δέχτηκαν για χαρακτική στην Καλών Τεχνών και δεν πήγα επειδή δεν είχα 100 φράγκα! Επέστρεψα έτσι στο φοιτητικό εστιατόριο με τις κάρτες των αλλωνών. Τότε ήταν καλά τα πράγματα για τους νεολαίους στο Παρίσι. Φτηνά όλα, ακόμα και τα ταξίδια, τα ξενοδοχεία, αν είχες και κάποιον να σε φιλοξενήσει, μπορούσες να ζήσεις με λίγα. Δεν έχω ταλέντο για να περηφανεύομαι, αλλά πολύ ευχαριστιέμαι όταν γνωρίζω άλλους που λένε ότι ξέρουν και αρέσκονται στα γραπτά μου ή τα εικαστικά μου -όταν έκανα. Εικαστικά δεν πολυφτιάχνω τώρα, λόγω έλλειψης χώρου. Στο γράψιμο χρειάζεσαι πολύ λιγότερο. Το 1959 πήγα να δω έναν πρώην υπαρξιστή που έμενε στο Λονδίνο και από τότε επέστρεφα συνέχεια. Το 1967 γνώρισα την Κέιτ και το '68 παντρευτήκαμε και μετακόμισα μια και καλή. Έγινα μόνιμος κάτοικος Λονδίνου για 30 χρόνια, εκτός από δύο χρόνια που έμεινα Αμερική και έναν χρόνο στην Ελλάδα. Ήμουν εικονογράφος σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας, έβγαζα φωτογραφίες από μικρά αντικείμενα, table photography, κάτι που δεν το έκαναν πολλοί. Έκανα κι εξώφυλλα για το «It», σχέδια, ενώ έγραψα ένα κείμενο για τις φυλακές του Λιβάνου για το «Oz»· ήταν ένα ρεπορτάζ για την κατάσταση στα κελιά με πολλούς ξένους κρατούμενους, που δημοσιεύτηκε τμηματικά. Αργότερα κυκλοφόρησε σε βιβλίο ολόκληρο, μαζί με τη συνέντευξη που έκανα με τον Μπάροουζ στην Ουάσινγκτον, δούλευα τότε στο «Voice of America». Ήταν φρικτά στο «Voice of America», δεν μ' άρεσε καθόλου. Απαγορευόταν να πεις τη λέξη «σύντροφος», ακόμα και αν ήταν το «σύντροφος της ζωής μου». Ήταν εποχή Ρίγκαν, με πόλεμο Ιράν-Ιράκ και προπαγανδιστικές εκπομπές. Πριν απ' αυτό ήμουν στο BBC, σε πολύ πιο πολιτισμένη κατάσταση. Το beat κίνημα στην Ελλάδα ξεκίνησε το '62, με δευτερεύοντες νέους και κοπέλες που ήταν ταξιδευτές κι έρχονταν στην Αθήνα και στα νησιά. Αν είχαν και κάνα φράγκο παραπάνω, έπιαναν και σπίτι. Οι περισσότεροι έμεναν στα Αναφιώτικα, σε μικρά σπιτάκια, και συχνάζαμε μαζί τους: ο Κούλης, ο Πάγκαλος, εγώ, ή στα μεγάλα καφενεία του Συντάγματος, στον Παπασπύρου, στον Ζαχαράτο και το καλοκαίρι στην  Ύδρα. Είχα ασχοληθεί ήδη με το beat κίνημα επειδή διάβαζα «Time», «Newsweek» και Μπάροουζ. Τον είχα ανακαλύψει στο Bookstores στην Αμερικής. Τότε εμφανίστηκε κι ένα περιοδικό, το «Residue» του Νταν Ρίχτερ, ο οποίος έβγαλε δυο τεύχη στην Ελλάδα με διάφορους ξένους που ζούσαν εδώ και μετά συνεργάστηκε με τον Κιούμπρικ στην Οδύσσεια του Διαστήματος, στις σκηνές με τους πιθηκάνθρωπους. Ήταν κολλητός των Beatles και ο ίδιος ταξιδευτής. Ο μόνος δικός μας πραγματικά beat ποιητής ήταν ο Μεϊμάρης, που είχε κάνει στο Σαν Φρανσίσκο, και ήταν ο άνθρωπος που επισκέφτηκε ο Γκίνσμπεργκ όταν ήρθε στην Ελλάδα το '63. Όταν μου τηλεφώνησε ο Πουλικάκος για να μου πει ότι θα βγάλουν το «Πάλι» με τον Βαλαωρίτη, ήμουν στο Παρίσι. Του απάντησα «άντε, να φλομώσουμε στη δημιουργικότητα» και του έστειλα μια ιστορία μου που μπήκε στο πρώτο τεύχος. Στη συνέχεια κατέβηκα στην Ελλάδα και μπήκα στην επιτροπή που το έφτιαχνε, μέχρι τη δικτατορία που σταμάτησε να βγαίνει. Το ΚΔΩΑ ήταν κάτι που είχα σκεφτεί μόνος μου, από μία φράση που έβαλα σε ένα από ταχυδράματά μου (δικιά μου επινόηση, επίσης), που θα πει Κτηνώδης Δύναμη Ωγκώδης Άγνοια - το «ογκώδης» γραμμένο με ωμέγα λόγω του ότι έχουμε άγνοια. Υπάρχει στο πρώτο μου βιβλίο Εν Αγκαλία de Κρισγιαούρτι, μαζί με την επεξήγηση. Σύμβολα θεωρούνται ο Σωκράτης κι ο Ηρακλής - ο πρώτος επειδή είπε «ένα ξέρω, ότι τίποτα δεν ξέρω» και ο Ηρακλής ως κτηνώδης δύναμη. Δεν μετανιώνω για κάτι ιδιαίτερα. Αν μπορούσα να ταξιδέψω πίσω στον χρόνο όμως, θα κοίταζα να είμαι πιο πρακτικά δραστήριος και λιγότερο ανέμελος, στο στυλ «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει». Τον θάνατο δεν τον έχω φόβο. Προς το παρόν. Δεν φοβάμαι τίποτα για μένα προσωπικά, ίσως μόνο την αναπηρία ή να χάσω τη σύντροφό μου. Αυτό που φοβάμαι είναι η πιθανή ραγδαία κατολίσθηση των κοινωνιών των ανθρώπων. Η γνώμη μου είναι μάλλον απογοητευτική για την Αθήνα. Υπάρχει μια τάση αυτοκαταστροφής, φταίει ο πρώτος Καραμανλής. Το μόνο μοναδικό είναι η Ακρόπολη. Αλλιώς, αντιπαροχές και θλιβερές αντιγραφές, ξενόφερτες. Πού και πού πέφτεις σε ξεχασμένες γωνιές ή δρόμους που σου γλυκαίνουν την ψυχή, συμπτωματικά όμως. Είναι πολλά πράγματα που με ενοχλούν ιδιαίτερα, και κανένα πιο πολύ απ' το άλλο. Πρόχειρα θα μπορούσα να πω τους τερατώδεις, άσχημους όγκους από μέταλλο και γυαλί, τους πεζόδρομους που γεμίζουν στο πι και φι με σκουπίδια κι αυτοκίνητα, τα μουτζουρογκραφίτι στους τοίχους, κι άλλα, κι άλλα. Όσο για τα γύρω συμβάντα που με εξοργίζουν, είναι ακόμα πιο πολλά. Η προσβλητική απληστία που δείχνουν ωμά πολλοί έμποροι, οι μοτοσικλέτες που τρέχουν στα πεζοδρόμια, ο ατάλαντος κι εκτός ελέγχου συρφετός της τηλεόρασης, οι νόμιμοι κλέφτες. Δεν βγαίνουμε συχνά. Δεν πάμε ούτε καν σινεμά πια, η τελευταία ταινία που είδαμε ήταν ο Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης. Πάμε μόνο για ψώνια. Αυτό που μου αρέσει είναι να βρίσκομαι με παρεΐτσα σε καφενεία ήσυχα, που μπορείς ν' ακούσεις τον συνομιλητή σου χωρίς βιασύνη, να διαβάζω βιβλία που μου πάνε και να συνομιλώ με την Κέιτ, τη σύντροφό μου. Παίρνω δύναμη από την ψυχραιμία και το δυνατό στομάχι. Η καλύτερη εικόνα που μπορώ να έχω στο μυαλό μου είναι η Κέιτ κι εγώ σε μια βίλα στο Κάπρι, με αρχαία ερείπια και ζώα τριγύρω μας, γάτες, σκύλους, κότες. Η ευτυχία υπάρχει σε στιγμές και μικρά χρονικά διαστήματα και σε όνειρα του ύπνου. Εκτός αν ευτυχία είναι μια ζεστή κουβερτούλα, όπως του Charlie Brown... Η θεϊκή ουσία δεν ανακατεύεται πουθενά. Περιέχει και το γιν και το γιαν, κι εκεί που οι άνθρωποι βλέπουν επέμβαση είναι μόνο τυχαίες, τυφλές συγκυρίες. Εφόσον δεχτούμε ότι ο Θεός είναι οντότητα, όχι πάντως με γενειάδα, νομίζω ότι το κρυμμένο για μας ίχνος του είναι στα πάντα, στο παν που τα ξεκίνησε όλα, στη δική του απείρως μικρή και για μας απείρως μυστική στιγμή, και αυτό απλώθηκε και εξελίχθηκε μόνο του, χωρίς επεμβάσεις της δημιουργικής νόησης. Η πιο πρόσφατη θέση, που δεν γίνεται να είναι και τελική -δεν θα είναι ποτέ- βασίζεται στη θεωρία των κβάντων, απ' ό,τι έχω καταλάβει, που έχει κάνει τον κορυφαίο φυσικό Στίβεν Χόκινγκ να πει ότι μάλλον υπάρχει Θεός. Η ζωή με έχει διδάξει πολλές αμφιβολίες και πολύ λίγες βεβαιότητες - και αυτές όχι και τόσο σίγουρες.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο διηγημάτων του Πάνου Κουτρουμπούση «Το Κεντράκι του Ταρζάν» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.
 Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ! Του Γιάννη Αλεξίου






ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ : ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΠΑΝΤΑ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ



Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ / e-mail :  jalaxiou67@gmail.com                   


  Το φαινόμενο Τζίμης Πανούσης περικλείει μια λέξη κλειδί σε όλους τους μύθους που κυκλοφορούν γι’ αυτόν, την εκκεντρικότητα. Ο εκκεντρικός προκαλεί όσους έχουν συμβιβαστεί με ότι συμβαίνει γύρω τους και δεν προσπαθούν να το αλλάξουν. Ο Πανούσης είναι η αλογόμυγά τους που ξεσκεπάζει τον συντηρητισμό τους, αποκαλύπτει τους κρυφούς πόθους τους και ξεγυμνώνει το alter ego τους. Τον βλέπεις ξαφνικά στο καράβι για την Ίο μέσα στον καύσωνα με χαβανέζικο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι με τσάκιση και σανδάλια από το Μοναστηράκι και την άλλη τον συναντάς στην Πινδάρου στο Κολωνάκι ντυμένος στα λευκά σαν Άραβας παχουλός και μακρυμάλλης. Ίσως εμπλουτίσει και τον κυριακάτικο περίπατό σου στην Κηφισιά όταν τον αντικρίσεις να έχει ανοιχτή διάπλατα στα χέρια του μια παλιά του…αγάπη την  «Ελευθερομαρία» έξω από τον Βάρσο. Ωστόσο αν και είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητος, άλλο τόσο εύκολο είναι να συνδυάσει την περιέργειά σου για το άτομό του με την αμηχανία της στιγμής να του ανοίξεις κουβέντα. Το χαμόγελό του σε κάθε περίπτωση είναι αφοπλιστικό κι εκεί μπορεί να τελειώσουν όλα. Τις πραγματικές του σκέψεις τις φανερώνει μόνο στις περιστασιακές παραστάσεις του μέσα στο χρόνο, αλλά και πάλι ότι ακούς από το στόμα του το κάθε μυαλό μπορεί να το περιεργαστεί διαφορετικά. Όλες όμως οι σκέψεις θα συναντηθούν στον τρόπο που εκφράζεται που καμιά φορά μπορεί να σοκάρει ακόμη και τους πιο μυημένους θαυμαστές του. Διαθέτει ένα χιούμορ ασύλληπτα ευρηματικό που τελικά είναι και ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί του. Αλήθεια τι άλλο μπορεί να θέλει ένας καλλιτέχνης από το κοινό του παρά μόνο την ίδια τη δουλειά του σαν μέσο προσέγγισης των δύο πλευρών.  Ένας αλλιώτικος Έλληνας ροκ σταρ από εκείνους τους προσιτούς που πάντα είναι έτοιμοι να συζητήσουν μαζί σου, αλλά αυτό εγκυμονεί και κινδύνους για εκείνους που έχουν πλάσει στη φαντασία τους έναν ήρωα όπως τον θέλουν. Ωστόσο ο Τζίμης Πανούσης είναι ένας καλλιτέχνης που ο ίδιος διαμορφώνεται μέσα από το καλλιτεχνικό του δημιούργημα. Αυτό είναι το επίτευγμά του. Από εκεί και πέρα ο καλλιτέχνης μπαίνει σε μια διαδικασία ελέγχου με το μικροσκόπιο όντας στο απυρόβλητο καθότι είναι ο ένας και μοναδικός Τζίμης Πανούσης κι αυτό δεν αλλάζει. Η κριτική του για το σύστημα τον φέρνει αντιμέτωπο συνεχώς με το ίδιο το σύστημα το οποίο όμως παρ’ ότι αποτελεί την βασική τροφή του καλλιτέχνη για την καυστική του σάτιρα ταυτόχρονα του κλείνει το μάτι περιμένοντας να τον πάρει με το μέρος του. Αυτή η μάχη είναι η πιο δύσκολη και ταυτόχρονα αυτή που τον συντηρεί στο κοινό που τον παρακολουθεί από την εποχή των Μουσικών Ταξιαρχιών και του κλαμπ Skylab στην Πλάκα έως σήμερα που εμφανίζεται στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο» της Λ. Συγγρού, από την εποχή δηλαδή των φρικιών και της αναρχίας έως την εποχή της τηλεόρασης και του Μνημονίου, μια διαδρομή από το ΠΑΣΟΚ των αρχών της δεκαετίας του ’80 στο σημερινό ΠΑΣΟΚ – ΔΝΤ όπως το αποκαλεί ό ίδιος στην καινούργια παράστασή του «Mnimonium 30 Χρόνια Νύχτα». Από τον…ΘΑπατέρα στο γιο του Τζέφρι από το Μιλγουόκι, της Αμερικής φυσικά. Μια παράσταση που έρχεται τρία χρόνια μετά την τελευταία του εμφάνιση στο «Dark» επί της Ιεράς Οδού, το ’07. Από τότε μεσολάβησε η εξέγερση του Δεκέμβρη, αλλά και η μεγάλη σιωπή του ανατρεπτικού καλλιτέχνη που ενώθηκε με τις άλλες σιωπές και φθάνουμε στην μουσική σκηνή της Λ. Συγγρού και των «τσιμπημένων» τιμών. Εδώ ο εκκεντρικός καλλιτέχνης αποκαλύπτεται ότι απευθύνεται πια σε ένα άλλο κοινό πιο κονομημένο καθώς και η φήμη του μεγάλωσε μαζί με την περιέργεια γύρω από το άτομό του την οποία επεξεργάζονται πλέον και τα media ευρείας κατανάλωσης.  Η οδοντίατρός μου πάντως θέλει να δει οπωσδήποτε φέτος για πρώτη φορά στη ζωή της τον Τζίμη Πανούση κι εγώ την ενθάρρυνα λέγοντας της ότι εάν αξίζουν κάποια πράγματα να ζήσει κανείς σε αυτή τη ζωή είναι και μια παράσταση του Πανούση….
Όσο για το τι θα κάνει σήμερα ο Πανούσης ; Αποχή…Μια σχέση εμπιστοσύνης.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ '60s






ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ '60s

 

Η δεκαετία του '60

Ήταν η δεκαετία που επέτρεψε στους ανθρώπους να ονειρευτούν. Ο Διονύσης Σαββόπουλος περιγράφει το κλίμα της παραφοράς (κρασί, τριαντάφυλλα και επανάσταση) και σε αντιδιαστολή τη στεναχώρια της Ελλάδας που ασφυκτιούσε, πυρακτωμένη, ανάμεσα στο μυστρί του Πατακού και το συρτάκι του Δαλιανίδη.


Το Βιετνάμ δεν νομίζω ότι ενδιέφερε τους Έλληνες στην αρχή. Η κοινή γνώμη κινητοποιήθηκε όταν είδε τις φωτογραφίες από βουδιστές να καίγονται. Το ακροατήριο της Αριστεράς, μάλιστα, όταν το '65 έκανα το «Βιετνάμ γιε γιε», μου έκανε παρατηρήσεις. Οι σύντροφοι έγιναν έξαλλοι: Δεν θα μπορούσε ποτέ ένας αγωνιστής να γυρνάει με το κορίτσι του βόλτα. Αν υπήρχε ειρήνη, θα οικοδομούσε τον σοσιαλισμό. Έτσι μου είπαν.
ΣΠΙΤΙΑ
Μετά τον πόλεμο, μετά τον εμφύλιο, εδώ στην Ελλάδα ο κόσμος είδε παρά πολλά πτώματα και συντηρητικοποιήθηκε, φοβήθηκε. Μεγαλώναμε μέσα σε σπίτια φοβισμένων ανθρώπων. «Τι ώρα θα γυρίσεις;», «Ποιους βλέπεις;». Αυτό όμως ήταν τρομερά καταπιεστικό για εμάς που τότε ήμασταν παιδιά: «Τι ώρα είναι αυτή που γύρισες;», «Ποιοι είναι οι φίλοι σου;», «Τα μαλλιά γιατί τα έχεις έτσι;». Αισθανόσουν μεν μία θαλπωρή, γιατί υπήρχε ακόμα η γειτονιά, η ενορία, η εκκλησία, το σπίτι, το σόι, οι θείοι, και ταυτόχρονα αισθανόσουν μία τεράστια ανάγκη εξόδου από αυτά τα πράγματα. Να σηκωθείς να φύγεις. Όταν ήμασταν 19 και 20 χρόνων προτιμούσαμε να βγούμε έξω στον δρόμο να ζητιανεύουμε, να βρούμε μία δουλειά -ό,τι δουλειά να είναι- παρά να κάτσουμε με τη μάνα μας. Μου κάνει εντύπωση που τώρα συμβαίνει το αντίθετο, δεν φεύγουν από το σπίτι τους και είναι και 30 χρόνων παιδιά. Αυτό που εγώ το έκανα δίσκο, «Το φορτηγό», δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο τότε, το παιδί που φεύγει, κάνει οτοστόπ για να φτάσει στη μεγάλη πόλη. Ούτε είχα κανέναν συγκεκριμένο στόχο, τι θα κάνω φεύγοντας. Ήθελα να φύγω από το σπίτι μου, να αλητέψω, αυτή είναι η αλήθεια
Το ροκ του μέλλοντός μας
Για μένα αυτή η μουσική, οι Animals ας πούμε, την οποία άκουγα το '63, περιείχε μία λύσσα την οποία καταλάβαινα παρά πολύ καλά. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, ήθελα να συνδυάσω το ελληνικό και το ξένο. Όχι ότι δεν μου άρεσε ο Θεοδωράκης ή ο Χατζιδάκις. Μου άρεσαν και με επηρέασαν παρά πολύ, αλλά ένιωθα πολύ έντονα την ανάγκη ενός τραγουδιού που να είναι άμεσο και να τολμά να πει πράγματα, τα οποία δεν λέγονταν τότε σε ένα τραγούδι. Με ενδιέφερε πολύ η μουσική που έκαναν οι Stones ή τα μεγάλα συγκροτήματα, τα οποία τα άκουγα και τα παρακολουθούσα. Με έχουν επηρεάσει παρά πολύ. Βέβαια, οι ειδικοί, που ασχολούνταν με αυτήν τη μουσική, την ξένη, ο Μαστοράκης, ο Πετρίδης, ο Κογκαλίδης, την παρουσίαζαν ως χορευτική νεανική μόδα, δεν αντιλαμβάνονταν τότε τι στην πραγματικότητα ήταν. Έκαναν εκπομπές με top, ποιο έρχεται πρώτο, ποιο έρχεται δεύτερο. Σαν να είναι μία ιπποδρομία. Όχι ότι αυτό δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον, αλλά δεν βρίσκεται εκεί η ουσία αυτής της μουσικής. Επρόκειτο για αληθινή έκφραση μιας καινούργιας ανάγκης να μπορέσουμε να πούμε αυτό που έχουμε μέσα μας. Λέγεται δεν λέγεται, εγώ θα το πω. Πραγματικά, το φαινόμενο ήταν περίεργο. Είχαμε μία μουσική από τον Πρίσλεϊ και μετά, που αυτοί οι οποίοι ήταν κάτω από τα 25 την καταλάβαιναν πολύ καλά και τη γλεντούσαν και αυτοί που ήταν πάνω από τα 25 την έβρισκαν εντελώς ακατανόητη. Έλεγαν «μα τι ακούτε;». Αυτό δεν είχε ξαναγίνει, γιατί παλιά δεν υπήρχε μουσική για νέους, η μουσική ήταν μία, τα τραγούδια τα άκουγαν όλοι. Άκουγαν Βέμπο οι γονείς μας, Βέμπο ακούγαμε και εμείς, δεν ακούγαμε κάτι άλλο. Αυτό το περίεργο φαινόμενο λοιπόν, το ροκ, δημιούργησε την εντύπωση ότι φτιάχτηκε μία μουσική για νέους, μα τώρα που πέρασαν τα χρόνια βλέπουμε ότι αυτό δεν ήταν μουσική για νέους, ήταν ένα κλασικό είδος, ένα αναγεννησιακό γεγονός, το οποίο απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις ηλικίες και όλα τα στρώματα.
Πολιτικό τραγούδι
Είχες την εντύπωση ότι τα πάντα είναι δυνατά, ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν. Το '60 εγώ ήμουν 15 ετών και αναρωτιόμουν «γιατί το τραγούδι να λέει μόνο ερωτικά θέματα, δεν μπορεί να φιλοσοφεί; Δεν μπορεί να στοχάζεται; Να μιλάει για την πολιτική ή για την ύπαρξη;». Προσπάθησα να κάνω τέτοια τραγούδια και από την αποδοχή που είχαν, συμπέρανα ότι κάτι παρόμοιο σκεφτόντουσαν και οι άλλοι. Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο συνέβαινε διεθνώς. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολύ πριν γίνει το «Berkley» ή ο «Μάης του 1968», στην Ελλάδα υπήρχε το 1-1-4. Ξεκινάει το 1963 ως μια σειρά από φοιτητικά αιτήματα, για το πάσο στα λεωφορεία ή για βελτιώσεις στη φοιτητική εστία, αλλά πολύ γρήγορα περνάει σε ένα αίτημα αλλαγής του παντός - πριν κλείσει χρόνος οι διαδηλώσεις ζητούσαν15% για την Παιδεία, δημοκρατία, τήρηση του συντάγματος. Το τραγούδι που ήταν της μόδας τότε στο εξωτερικό ήταν το τραγούδι διαμαρτυρίας. Εδώ ήμασταν ακόμα σε μία κατάσταση που φοράνε κορδέλα στο μέτωπο και χορεύουν συρτάκι μπροστά στην Ακρόπολη, όπως στις ταινίες του Δαλιανίδη. Εγώ, έχοντας γράψει ήδη εκείνο το τραγούδι, «Βιετνάμ γιε, γιε», καθόμουν και ονειρευόμουν, «Ε ρε, να ήμουν στην Αμερική τώρα, θα γινόμουν number one, θα γνωριζόμουν με την Τζέιν Φόντα, με τη Φέι Ντάναγουεϊ» και ξυπνάω και είναι Χούντα κι από πάνω μου δεσμοφύλακας από τη Γορτυνία και με βαράει, διότι βρισκόμασταν στην Μπουμπουλίνας. Με βαράνε να ομολογήσω, δηλαδή τι να ομολογήσω ο τροβαδούρος; Δεν τους κρατάω κακία, διότι εγώ με την καλή μου την καρδιά, ακόμα και μέσα στο μπουντρούμι, σκάρωνα τραγουδάκια. Ένα μπερντάχι ξύλο, τσουπ η «Θεία Μάνου», ένα άλλο μπερντάχι και να το «Αν βγω από αυτήν τη φυλακή...». Ολόκληρο long play φτιάξαμε η Ασφάλεια και εγώ. Είμαστε πια στο '67.
Παρίσι του '68
Βρεθήκαμε στο Παρίσι με την Άσπα, με πλαστά χαρτιά, εγώ δηλαδή, όχι η Άσπα. Αυτό που μου έκανε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν το πώς φτιάχνεται ένα οδόφραγμα. Οι λεωφόροι στο Παρίσι είναι λιθόστρωτες, τα λεγόμενα «παβέ», εάν ξυλώσεις έναν λίθο, ξεκολλάνε όλοι. Φτιάχνουν λοιπόν ένα χαμηλό τείχος και μετά κόβουν δεξιά και αριστερά αυτά τα τεράστια δέντρα που υπάρχουν στο Σεν Μισέλ με αλυσοπρίονο, τα οποία διασταυρούμενα πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο, πάνω στο χαμηλό τείχος και δημιουργούν ένα πελώριο φράγμα. Μάλιστα, μερικές φορές απαλλοτριώνουν κι ένα αυτοκίνητο και το ανεβάζουν και αυτό επάνω. Μετά από 200 μέτρα γίνεται το ίδιο. Οι υπερασπιστές του οδοφράγματος, όταν δεν αντέχουν άλλο τις επιθέσεις της Αστυνομίας, βάζουν φωτιά στο οδόφραγμα και οπισθοχωρούν στο επόμενο, δηλαδή για να καθαρίσει ο δρόμος μπορεί να χρειαστούν μέρες, για την Αστυνομία. Και εκεί το πράγμα ξεκίνησε από τους φοιτητές στην Ναντέρ. Δεν επέτρεπαν στις φοιτήτριες να φοράνε παντελόνια -πολύ απαρχαιωμένο το σύστημα- και οι πόρτες της φοιτητικής εστίας έκλειναν στις εννέα. Έλα τώρα πες σε παιδιά του '68 ότι πρέπει να μαζεύονται μέσα στις εννέα η ώρα. Από κάτι τέτοια πράγματα ξεκίνησε η ιστορία. Δεν δώσαμε και καμία ιδιαίτερη σημασία, όταν όμως κάποιος σκέφτηκε να στήσει οδόφραγμα, τότε ανατρίχιασε όλη η Γαλλία. Έχουν τεράστια σημασία οι συμβολισμοί. Τους ήρθε στη μνήμη η Κομμούνα του 1870, από τότε είχε να γίνει οδόφραγμα στο Παρίσι. Αν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος δεν είχε δολοφονηθεί εκεί κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά κάπου στη Νέα Ιωνία ή στην Κηφισιά, δεν θα γινόταν η ίδια φασαρία.
Πιο πολύ με είχε αγγίξει η δύναμη των συμβολισμών, το οδόφραγμα, το πώς φτιάχνεται, το πώς κινητοποιείται η Γαλλία εξαιτίας του. Έμπαινες μέσα σε μία μεγάλη αυλή που ήταν οι «Σορβόνη» και στη μέση ήταν ένα πιάνο με ουρά και κάποιος έπαιζε. Ήταν κάτι παρά πολύ όμορφο, το ζήλευα. Ή ακουγόντουσαν παρά πολύ έξυπνα συνθήματα. Νιώθαμε ότι αλλάζουμε τον κόσμο, κάτι το οποίο με φόβιζε κιόλας, γιατί ανοιγόταν μπροστά σου το άγνωστο. Ήμουν μεν εκεί, αλλά ήμασταν διστακτικοί εγώ και η Άσπα διότι δεν είχαμε χαρτιά και κινδυνεύαμε με απέλαση. Αυτό, πάντως, ότι αλλάζει ο κόσμος, ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, το άκουγες ακόμα και μέσα στο σόλο μίας ηλεκτρικής κιθάρας. Ήταν σαν να σου λέει «Θα γίνει καλύτερος και θα τον κάνουμε εμείς», μία απόλυτη βεβαιότητα. Ότι τα πάντα είναι δυνατά. Freedom και μαζί με αυτό και love, Woodstock και μπάφοι.
Πολιτική-Αριστερά-Αποστασία
Ήμουν φοιτητής στη Νομική Θεσσαλονίκης. Κεντρική φυσιογνωμία ήταν τότε ο μακαρίτης ο αληθινός Καραμανλής και εμείς ως φοιτητές και ως νεολαία ήμασταν εναντίον του. Διότι ο Καραμανλής ήθελε εκσυγχρονισμό της χώρας και τον εξευρωπαϊσμό της ενώ στην Ελλάδα ο κόσμος ήταν δύο κατηγοριών. Άμα ήσουν δεύτερη κατηγορία, δηλαδή αν δεν είχες πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, λόγω εμπλοκής της οικογενείας σε παλαιότερα αριστερά και τα λοιπά, δεν μπορούσες να βγάλεις ούτε άδεια αυτοκινήτου. Η οικογένειά μου ήταν μικροαστική και δεν είχε μπλέξει με τέτοια πράγματα. Ο πατέρας μου και η μάνα μου στενοχωριόντουσαν παρά πολύ για μένα που είχα μπλέξει με την τότε ΕΔΑ. Λοιπόν, πώς θα γινόταν εκσυγχρονισμός όταν ο κόσμος είναι χωρισμένος σε πρώτη και δεύτερη κατηγορία; Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Οπότε, εγώ και οι φίλοι μου συμμαχήσαμε με την τότε Αριστερά, την ΕΔΑ, για να πιέσουμε τις εξελίξεις. Δεν ήμασταν μαρξιστές. Βεβαίως λάβαμε τις αποστάσεις μας από την Αριστερά μετά, στη μεταπολίτευση, διότι τα πράγματα γύρισαν ανάποδα. Εάν πριν από τη δικτατορία, ως αριστερός δεν μπορούσες να βγάλεις άδεια αυτοκινήτου, στη Μεταπολίτευση, αν δεν ήσουν αριστερός, δεν έβγαζες ούτε γκόμενα. Είχε εντελώς επικρατήσει η Αριστερά, τουλάχιστον στα πολιτιστικά μας και γενικά στη συμπεριφορά την καθημερινή. Η ΕΔΑ ήθελε να στηρίξει τον Παπανδρέου για να βγει, παρ' όλες τις διαφωνίες που υπήρχαν μέσα στο κόμμα και μέσα στη νεολαία. Παρουσιάστηκε μετά αυτό το πρόβλημα, που μέσα μου δεν το έχω λύσει ακόμα, με την αποστασία. Εμφανίστηκε διαφωνία Ανωτάτου Άρχοντος και πρωθυπουργού, όσον αφορά το θέμα του Ανδρέα, ο οποίος ήταν μπλεγμένος σε μία υπόθεση που λέγεται «Ασπίδα» και που κατηγορήθηκε ότι ήταν μία συνωμοσία, ένα κόλπο μέσα στον στρατό. Νομίζω ότι αυτό ήταν, ασχέτως του τι ισχυρίστηκαν οι άνθρωποι του «Ασπίδα», ο Μπουλούκος δηλαδή ή ο Ανδρέας. Είπαν «Εμείς συζητούσαμε για την επετηρίδα». Ναι, άμα ξέρεις τον Μπουλούκο και τον Ανδρέα Παπανδρέου, καταλαβαίνεις ότι δεν μιλούσαν για την επετηρίδα. Όχι ότι είμαι υποχρεωτικώς κατά, δεν θεωρώ τον στρατό κάτι πια τόσο ιερό ώστε να μην υπάρχουν ομάδες εκεί μέσα. Ζήτησαν όμως να γίνει ανάκριση για να εξεταστεί το θέμα του Ανδρέα Παπανδρέου και ο Γεώργιος Παπανδρέου ήθελε να αναλάβει αυτός ως υπουργός Εθνικής Άμυνας. Του είπε ο Βασιλέας «Δεν γίνεται, διότι κατηγορείται ο υιός σου, θα βάλουμε έναν άλλον», το θεώρησε προσβολή και παραιτήθηκε. Σε περίπτωση διαφωνίας Ανωτάτου Άρχοντος και πρωθυπουργού, το Σύνταγμα έλεγε ό,τι λέει και τώρα: ή θα γίνουν εκλογές αμέσως ή προσπαθούν μέσα από τη Βουλή να πάρουν ψήφο εμπιστοσύνης, για να γίνουν μετά από μήνες. Προτίμησε τη δεύτερη λύση ο Βασιλέας και καταλαβαίνω το γιατί. Εκλογές εκείνη τη στιγμή θα σήμαιναν δημοψήφισμα. Προτίμησε τη λύση να βγει μία κυβέρνηση μέσα από τη Βουλή, να το πάμε μετά από έξι μήνες. Όσοι ανέλαβαν να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης κατηγορήθηκαν ως αποστάτες. Μετά αυτό έφερε τη Χούντα. Ακόμα και τώρα σκέφτομαι, δεν μπορούσε, βρε παιδί μου, ο γέρος ο Παπανδρέου να κάνει έναν ελιγμό, κι ας γίνονταν μετά από λίγους μήνες οι εκλογές; Θα είχαμε εναλλαγή των δύο κομμάτων και θα συνεχιζόταν αυτή η άνθιση που υπήρχε στην Ελλάδα, όπως και στο εξωτερικό. Κόπηκε εκείνο το ρεύμα, της ζωής, της μουσικής, της λογοτεχνίας, του σινεμά. Το φοιτητικό κίνημα, που έζησα εγώ το 1963, ήταν αυτόνομο, αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Ναι μεν ανήκαμε σε κάποιες νεολαίες, σε κάποια κόμματα, δεν παίρναμε γραμμή όμως από αυτά, ακολουθούσαν εκείνα εμάς. Ήταν πρωτοφανές αυτό που γινόταν: τεράστιας εκτάσεως διαδηλώσεις, όπου τα κόμματα σύρονταν. Αυτό το κίνημα έβγαζε και την «Πανσπουδαστική», την τότε «Πανσπουδαστική», ένα περιοδικό φοιτητικό παρά πολύ καλό, σοβαρού προβληματισμού, με παρά πολλά θέματα.
«Πανσπουδαστική»
Έγραφαν παρά πολλοί, έγραφαν ο Καλιόρης, ο Μυλωνάκης, ο Ράμφος, ο Μπούζεμπεργκ, ο Πάγκαλος, πολλοί, δεν τους θυμάμαι όλους. Μάλιστα, την ημέρα της μεγάλης διαδήλωσης του Χημείου την άνοιξη του '63, που είχε απαγορευτεί από την Αστυνομία, κατά σύμπτωση είχε βγει η καινούργια «Πανσπουδαστική», η οποία είχε αφιέρωμα στον Αντονιόνι, η «Περιπέτεια» ήταν τότε νομίζω. Στο εξώφυλλο ήταν η Μόνικα Βίτι. Οπότε έβλεπες εκατοντάδες διαδηλωτές να επιτίθενται στην Αστυνομία ανεμίζοντας τη Μόνικα Βίτι. Σουρεαλιστικό. Λοιπόν, αυτή η ιστορία της αυτονομίας τελειώνει συμβολικά κάπου το '65, όταν έγινε καυγάς μέσα στο περιοδικό, για το αν θα μπει ή δεν θα μπει άρθρο του Ψυρούκη για την Κύπρο. Το άρθρο ήταν μάλλον ενωτικό, γιατί αυτό επικρατούσε τότε, «Κύπρος ένωσις» φωνάζαμε. Όμως η ΕΔΑ είχε αρχίσει να αποστασιοποιείται από αυτά τα ενωτικά. Ο δε τοποτηρητής της, που δεν θέλω να πω τώρα το όνομά του, αφού έδωσε τη μάχη του να μην μπει, μειοψήφησε. Μπήκε το άρθρο. Κατεβαίνει όμως ο μπαγάσας το βράδυ στο τυπογραφείο και το πετάει και βγήκε την άλλη μέρα η «Πανσπουδαστική» και τρίβαμε τα μάτια μας. Συμβολικά αυτή η κίνηση σημαίνει το τέλος της αυτονομίας του Φοιτητικού Κινήματος του 1-1-4.
Lifestyle
Οι πολιτικοποιημένοι νέοι κυκλοφορούσαν με κουστούμι και γραβατούλα, ακούγανε Θεοδωράκη, κλασική μουσική - ή μάλλον ελαφροκλασική. Διάβαζαν τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα. Επίσης Φίσερ, η αναγκαιότητα της «Τέχνης». Έλεγαν ότι διάβαζαν Μαρξ, αλλά δεν νομίζω ότι το έκαναν, ήταν τρομερά κουραστικός. Λούκατς επίσης. Κατά τ' άλλα, ταβέρνα, ρετσίνα, ρεμπέτικα, τα οποία έγιναν μόδα με τη δεύτερη εκτέλεσή τους -φρόντισε γι' αυτό ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ο Τσιτσάνης στη δεκαετία του '60 έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής της Columbia και προς τιμήν του ηχογράφησε μία σειρά από ρεμπέτικα τραγούδια, όχι δικά του, ή όχι μόνο δικά του, αλλά όλων των ομότεχνών του, του Παπαϊωάννου, του Βαμβακάρη με εξαιρετικές εκτελέσεις. Έφτιαξε μία εξαιρετική ορχήστρα και είχε φωνάξει όλους τους μεγάλους τραγουδιστές: Καζαντζίδη, Γιώτα Λύδια, Πόλυ Πάνου, Μπιθικώτση. Τα ρεμπέτικα τραγούδια εμείς τα μάθαμε από αυτές τις εκτελέσεις. Τραγουδούσαν οι πάντες ρεμπέτικα μέσα στις ταβέρνες. Εκείνη την εποχή ήταν τεράστιο μέγεθος εναλλακτικό ο Τσιτσάνης. Και ο Θεοδωράκης. Mainstream ήταν το ελαφρό τραγούδι, η Τζένη Βάνου, ο Γιάννης Βογιατζής, η Ζωίτσα Κουρούκλη. Πολύ γρήγορα όμως το εναλλακτικό έγινε ο κύριος κορμός. Μέσα στο '65-'66 δηλαδή, ο Ζαμπέτας ήταν πια κορμός. Τα στέκια της εποχής ήταν στην Πλάκα και λιγότερο στα Εξάρχεια. Τα Εξάρχεια βόλευαν περισσότερο για να φας κάτι τι το μεσημεράκι, το βράδυ όλος ο κόσμος πήγαινε στην Πλάκα, όλοι οι φοιτητές, να φάνε κάτι και μετά θα πήγαιναν σε μπουάτ. Δεν έκλεινες τραπέζι, αυτό ήταν στέκι και περνούσες έτσι κι αλλιώς από εκεί. Οι «Εσπερίδες» ήταν η πιο γνωστή, τα «Ταβάνια». Καμάκι πολύ, βέβαια. Όλοι μιλούσαν πολιτικά, έχοντας αγκαλιά την γκόμενα από δίπλα. Οι συζητήσεις ήταν μέσα στην πολιτική κουβέντα, η οποία είχε κάτι το ξύλινο, κι έχωναν και μερικές βωμολοχίες για να ζωντανέψει. Την ξένη μουσική δεν την άκουγαν οι πολιτικοποιημένοι, την άκουγαν παιδιά πιο «κανονικά», που φρόντιζαν και λίγο το ντυσιματάκι τους. Υπήρχαν μπαρ που δούλευαν το απόγευμα και μάλιστα στην πλατεία Συντάγματος, μπαρ με τζουκ-μποξ. Κατέβαιναν αγόρια και κορίτσια, έπιναν ένα ποτό και χόρευαν, διότι δεν είχαν το ελεύθερο να γυρνάνε αργά τα κορίτσια τότε, έπρεπε να γυρίσουν νωρίς. Οπότε ό,τι ήταν να γίνει γινόταν απόγευμα.
Κυπριακό
Για την Κύπρο φωνάζαμε «Κύπρος Ένωσις», θέλαμε να ενωθούμε. Η Κύπρος ήταν όπως ένα κορίτσι που είχε θεοποιήσει τον εραστή του και ο εραστής αποδεικνύεται συνεχώς μαλάκας, ευθυνόφοβος, κοιτάει αλλού, το συντηρεί μεν, αλλά να μην μπλέξουμε κιόλας. Αυτή ήταν η στάση της επίσημης Ελλάδας. Κατέβαζαν, θυμάμαι, τα εικονίσματα από τις εκκλησίες τους οι Κύπριοι και ανέβαζαν ήρωες της επαναστάσεως, τον Κολοκοτρώνη. Ήταν στον αγώνα παιδιά, μικρά παιδιά. Στην Ελλάδα είχε πάρα πολύ συγκινηθεί ο κόσμος. Υπογράφαμε αιτήσεις να δοθεί χάρη στον Καραολή, για να μην κρεμάσουν το παλικάρι, που φυσικά δεν εισακούστηκαν. Η Αυτοκρατορία τότε, οι Άγγλοι, κρατούσαν τον έλεγχο με πάρα πολύ μεγάλο κόστος, είχαν εκτεθεί διεθνώς. Δεν μπορείς να κρατάς ένα μέρος κρεμώντας παιδιά. Δεν γινόταν όμως να υποχωρήσουν εντελώς, δεν μπορεί η Αυτοκρατορία να κατεβάσει τα βρακιά της. Πρότειναν, λοιπόν, προνόμια για μία εικοσαετία, το λεγόμενο σχέδιο «Harding», και μετά από 20 χρόνια ας αποφάσιζε η Κύπρος τι ήθελε να κάνει. Και ο Μακάριος είπε «Όχι! Τώρα!». Δεν θέλω να μιλάω υποθετικά, αλλά νομίζω ότι έγιναν λάθος χειρισμοί στο Κυπριακό. Είμαστε λαός πολύ συναισθηματικός και εκεί κάτω και εδώ πέρα. Μία φορά ο Νίκος ο Κοεμτζής, ο θανατοποινίτης, μου είπε κάτι που το βρήκα σοφό. «Άμα θες να γίνει κάτι στ' αλήθεια, πρέπει να δεχτείς να χάσεις λίγο από το δίκιο σου». Αυτό δεν το καταλάβαμε ποτέ, ούτε εκεί ούτε εδώ. Πρέπει να 'σαι ικανός να χάσεις λίγο από το δίκιο σου για να μπορείς να φτάσεις σε μία άκρη. Όταν η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη, χαρήκαμε. Από εκεί και πέρα έπρεπε η κυβέρνηση της Κύπρου να είναι πιο διαλλακτική, ως προς το τουρκικό στοιχείο. Ζήτησε ο Μακάριος να αλλάξουνε ένα σωρό σημεία του συντάγματος, πώς θα το δεχόντουσαν αυτό; Τους θεωρούσαν κατωτέρους τους Τούρκους, δεν μπορεί να γίνει δουλειά έτσι. Θα μπορούσε η Κύπρος, ως ανεξάρτητο κράτος που έχει μέσα και τουρκικό στοιχείο, να είναι μία διπλή πύλη προς το Ισλάμ και προς τον Χριστιανισμό. Αυτό, ωστόσο, χρειάζεται έναν άλλον πολιτισμό και μία άλλη σοφία.
Βιετνάμ
Το Βιετνάμ δεν νομίζω ότι ενδιέφερε τους Έλληνες στην αρχή. Η κοινή γνώμη κινητοποιήθηκε όταν είδε τις φωτογραφίες από βουδιστές να καίγονται. Το ακροατήριο της Αριστεράς, μάλιστα, όταν το '65 έκανα το «Βιετνάμ γιε γιε», μου έκανε παρατηρήσεις. Οι σύντροφοι έγιναν έξαλλοι: Δεν θα μπορούσε ποτέ ένας αγωνιστής να γυρνάει με το κορίτσι του βόλτα. Αν υπήρχε ειρήνη, θα οικοδομούσε τον σοσιαλισμό. Έτσι μου είπαν.
Κένεντι
Δεν ξέρω τι σωστό έκανε ο Κένεντι. Τον Κόλπο των Χοίρων; Το πρόβλημα με την Κούβα; Κόντεψε να γίνει πυρηνικός πόλεμος. Όμως ήταν νέος, ήταν ωραίος, είχε δίπλα του την Τζάκι, τον δολοφόνησαν. Είναι μία πολύ αγαπητή και συγκινητική εικόνα. Είδατε τι σημασία έχουν οι συμβολισμοί; Έδωσε ελπίδα, έδωσε αισιοδοξία, ναι. Αλλά αν ζούσε, με τέτοια εμπλοκή στο Βιετνάμ τι φωτοστέφανο θα 'χε;
Πορείες ειρήνης-ΕΦΕΕ
Για πρώτη φορά είδα το '68 στο Παρίσι διαδηλώσεις για το Βιετνάμ, εδώ δεν γίνονταν. Εδώ υπήρχαν πορείες ειρήνης. Όταν κατέβηκα στην Αθήνα την άνοιξη του '63 - ήμουν στο Πανσπουδαστικό Συνέδριο που ιδρύθηκε η ΕΦΕΕ, ιδρυτικό στέλεχος. Θυμάμαι ότι κατά σύμπτωση γινόταν και η πρώτη πορεία ειρήνης, την οποία διέλυσαν οι αστυνομικές δυνάμεις. Θα φεύγαμε με πούλμαν από την πλατεία Μαβίλη για να πάμε στον Μαραθώνα, από όπου θα περπατούσαμε. Μας πρόλαβαν όμως και δεν μας άφησαν να φτάσουμε πουθενά. Εμένα μάλιστα με είχαν συλλάβει. Βρέθηκα τρέχοντας από την πλατεία Μαβίλη στον Εθνικό Κήπο και κάπου εκεί ένιωσα ότι δίπλα μου ήταν ένα κορίτσι λαχανιασμένο. Καθώς έμενε πίσω, της έδωσα το χέρι για να την πιάσω να την τραβήξω κι ένιωσα ένα χέρι να με σφίγγει και να μη μ' αφήνει. Γύρισα και ήταν αστυνόμος! Έτσι με έβαλαν στην κλούβα και με κράτησαν μία μέρα. Είχα επάνω μου ένα σημειωματάριο που έγραφα τα στιχάκια μου, με φώναξαν μέσα, το κατάσχεσαν και το κοίταζαν, φοβούμενοι ότι είναι κώδικες, γιατί απ' τα στιχάκια δεν έβγαζαν συμπέρασμα. Δυσκολία κατανόησης όσον αφορά τα τραγούδια μου είχα και από τους συντρόφους μου. Θυμάμαι στη δεύτερη πορεία ειρήνης έγινε διαγωνισμός - οι νέοι τότε σύνθετες να γράψουν τραγούδια για να τραγουδάνε οι οδοιπόροι στη διάρκεια της πορείας. Έγραψαν όλοι, ο Λεοντής, ο Λοΐζος, έγραψα και εγώ και δεν τους άρεσε καθόλου. Ήταν αυτό που λέει «Πολεμούθαμε απ' το βράδυ ως το πρωί». Μου λένε «τι είναι αυτό; Τώρα θα τραγουδάμε οι οδοιπόροι τέτοια; Δεν είναι πράγματα αυτά». Αυτοί έχασαν. Επεκράτησε ένα άλλο τραγούδι του Θεοδωράκη, που δεν θυμάμαι πώς ήταν. Τέλος πάντων, έχω περπατήσει κατ' επανάληψη από τον Μαραθώνα μέχρι εδώ.
Ο Λαμπράκης ήταν σύμβολο γιατί στην πρώτη πορεία είχε φτάσει στο Μαραθώνα, αποβραδίς ίσως, και περπάτησε στον Τύμβο. Συνελήφθη, τον άφησαν, αλλά μετά, στη Θεσσαλονίκη τον δολοφόνησαν. Τον πήγαν στο ΑΧΕΠΑ. Ήμουν με τον Άλκη τον Σαχίνη. Τον αναφέρω σε κάνα-δύο τραγούδια μου γιατί πέθανε πολύ νέος - ο πρώτος από την παρέα που πέθανε. Η παρέα είναι μία αλυσίδα και είναι ξαφνικά σαν να σπάει ο κρίκος. Θυμάμαι ότι προσπαθήσαμε να μπούμε μέσα στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, μπας και μάθουμε τι γίνεται, αλλά μας σταμάτησε ένας φοβισμένος φαντάρος με κράνος και με ντουφέκι: «Όχι, όχι, φύγετε γρήγορα. Φύγετε από εδώ». Η δολοφονία ήταν σοκ και το κλίμα στη Θεσσαλονίκη ήταν παρά πολύ βαρύ, έφτασε στρατός από τη Λάρισα. Θυμάμαι λιποθύμησα μέσα στο λεωφορείο. Ένιωθα το ζόφο. Τότε δημιουργήθηκε η νεολαία Λαμπράκη με πρωτοβουλία Θεοδωράκη, ο οποίος έστειλε τον Θόδωρο Πάγκαλο στη Θεσσαλονίκη για την οργανώσει. Εγώ δεν ήμουν στη νεολαία Λαμπράκη, αλλά ήμουν φίλος. Δεν ήμουν σε καμία νεολαία, αλλά ήμουν κοντά τους.
Ψυχρός Πόλεμος
Συζητήσεις υπέρ της Ρωσίας και κατά της Αμερικής ακουγόντουσαν μέσα στα κουρεία, μέσα στα προποτζίδικα, μέσα στα καφενεία. Βέβαια, στο περίπτερο την εφημερίδα στην έδιναν διπλωμένη, όχι μόνο την «Αυγή» αλλά και τα «Νέα». Βλέπαμε ταινίες αμερικανικές και ευρωπαϊκές, ακούγαμε δίσκους στα πάρτι. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν τα τραγούδια, γι' αυτό μου φαινόταν σα μουσική από μακρινό άστρο. Υπήρχαν επίσης πολύ μεγάλες επιτυχίες ιταλικές, γαλλικές, εν πάση περιπτώσει δεν ήταν μόνο τα αγγλοσαξονικά. Χορεύαμε με αυτά τα πράγματα. Πολύ ελκυστική φυσιογνωμία ήταν ο Γκεβάρα. Έβλεπες ένα νέο παιδί με γένια, επαναστάτη, με το πούρο, χαμογελαστός, στα μάτια του το όνειρο. Έφυγε από την εξουσία και γύρισε στην περιπέτεια. Στο εξωτερικό φορούσαν μπλουζάκια με τον Γκεβάρα και όταν δολοφονήθηκε πια έγινε αφίσα. Εδώ, από κάποιους τουλάχιστον, υπήρχε το όνειρο να πάνε στην Κούβα. Το πιο συνηθισμένο όνειρο, όμως, ήταν να πας στην Ευρώπη, στην Αμερική, να δεις από κοντά τι γίνεται. Είχαμε μία καθυστέρηση στην Ελλάδα.
Περιοδικά
Υπήρχαν τα περιοδικά του προβληματισμού. Η «Επιθεώρηση Τέχνης» ήταν το πολύ δυνατό περιοδικό της Αριστεράς. Ο Μίμης ο Δεσποτίδης ήταν το κύριο πρόσωπο σε αυτό και από την άλλη μεριά ήταν οι «Εποχές» του Λαμπράκη, πολύ καλό περιοδικό επίσης. Από την «Επιθεώρηση Τέχνης» ξέραμε τον Αργυρίου, τον Τίτο Πατρίκιο, πολλούς. Από τις «Εποχές» δεν ξέρω κανέναν, εκτός από τον Θέμη Λιβεριάδη - νομίζω και ο Κουμανταρέας πέρασε κάποια στιγμή από εκεί. Ο Τερζάκης ήταν πρωταγωνιστής. Επίσης, πρέπει να αναφέρω την «Κριτική» του Αναγνωστάκη στη Θεσσαλονίκη, τη «Διαγώνιο» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, και το «Πάλι» που έβγαζε η παρέα των σουρεαλιστών στην Αθήνα. Ο Νάνος ο Βαλαωρίτης, τον οποίο δεν τον ήξερα τότε. Γενικά προερχόμουν από τη Σχολή της Θεσσαλονίκης που δεν συμπαθούσε πολύ τον σουρεαλισμό. Θαύμαζα όμως τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο και τον Πεντζίκη - αν και αυτό που κάνει ο Πεντζίκης δεν είναι σουρεαλισμός, είναι περισσότερο συνειρμοί που οδηγούν ο ένας στον άλλο. Πρέπει να πως, επίσης, ότι ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος ήταν οι καλύτεροι στις απαγγελίες στη σειρά της Λύρας. Διαβάζουν υπέροχα.
Τα λαϊκά παιδιά διάβαζαν αθλητικές εφημερίδες, ποδόσφαιρα, τέτοια πράγματα. Ο «Ταχυδρόμος», η «Γυναίκα», αυτά ήταν τα περιοδικά, οι «Εικόνες», οι οποίες σταμάτησαν όμως στη δικτατορία.
Διασκέδαση-μπουάτ
Δεν διάβαζαν τόσο οι νέοι τότε αλλά τραγουδούσαν παρά πολύ. Άκουγαν δίσκους, πήγαιναν στις μπουάτ και τραγουδούσαν. Τραγουδούσαν στις ταβέρνες, δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις μέσα στην ταβέρνα και να μη δεις μία παρέα που τραγουδάει, συνήθως ρεμπέτικα τραγούδια. Και Θεοδωράκη τραγουδούσαν παρά πολύ. Ήταν και πολύ φτηνά να πας στην μπουάτ. Ο φοιτητικός κόσμος, και όχι μόνο, πήγαινε, έτρωγε σε μία ταβέρνα, και μετά, όπως τώρα κάνεις μπαρότσαρκες, η τσάρκα γινόταν στις μπουάτ. Εδώ τραγούδαγε ο Ζωγράφος, εκεί τραγούδαγε ο Σαββόπουλος, πιο 'κει τραγουδούσε η Πόπη Αστεριάδη. Πρέπει να έκανε 10 δραχμές. Πότε σε πλήρωναν, πότε δεν σε πλήρωναν, βέβαια, αλλά, εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δουλειά επ' αμοιβή που έκανα ήταν στις Εννέα Μούσες του Ζουγανέλη το 1964. Καλοκαίρι του '64 το πρώτο μου μεροκάματο. Πρέπει να ήταν κάτι σαν 100 δραχμές τότε, 100 δραχμές τότε ήταν σαν €100 περίπου. Βέβαια, δεν ήταν συνέχεια. Είχαμε μεγάλα κενά χωρίς δουλειά. Εν συνεχεία, μετά τις Εννέα Μούσες, έπιασα δουλειά στην οδό Βουλής, στο Κέντρο «Ρουλότα», ένα υπογειάκι, το οποίο σήμερα είναι τσαγκαράδικο. Βουλής 35, νομίζω. Έπαιζα με την Καίτη Χωματά, ένας χώρος μικροσκοπικός. Θυμάμαι είχαμε πάει να κάνουμε μια εκπομπή για το «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» και μπήκα μέσα με τον οπερατέρ και μου λέει: «Πού είναι η πίστα, πού είναι τα μικρόφωνα;». Δεν είχαμε πίστα, δεν είχαμε μικρόφωνα, έπαιζες σε ένα σκαμπό, και τραγουδούσες εκεί πάνω, έμπαιναν μέσα εβδομήντα άτομα, καθιστοί σε κάτι καρεκλάκια. Κάναμε τρία προγράμματα, δεν ήταν ακριβώς προγράμματα, ήταν ένα στέκι, σαν ένα μπαράκι, όπου κάθεσαι και μιλάς και ακούς μουσική απ' το μαγνητόφωνο και κάθε είκοσι λεπτά βγαίνει ο Σαββόπουλος, τραγουδάει λίγο, σταματάει, κάθεται με τις παρέες και αυτός - δεν υπήρχε άλλος χώρος να καθίσεις, εξάλλου. Μια άλλη μπουάτ στην Πλάκα ήταν η Παράγκα, στην οδό Σωτήρος, σε ένα ανηφοράκι. Είχαμε πολύ επιτυχία αλλά έμπαινε κάθε λίγο η αστυνομία και συλλαμβάνανε τον κόσμο στα καλά του καθουμένου.
Λογοκρισία
Τα «Κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο» κόπηκαν επίσης απ' τη λογοκρισία. Ο Πατσίφας δεν ήξερε τι να μου πει γιατί και εκείνος παραξενεύτηκε και μου έκλεισε ένα ραντεβού με τον λογοκριτή. Ήταν ένας υφυπουργός στην Προεδρία, μπαίνω μέσα του λέω «Τι έγινε;». «Τι βλέπω εδώ, κύριε Σαββόπουλε; Άσμα "Tα κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο" και στίχος "τη μαμά τους τη ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά"». «Ναι, και λοιπόν;». «Τι και λοιπόν; Θίγετε ένα θέμα λεπτό, γυναικολογικής φύσεως». «Ναι, αλλά με τρυφερότητα, λυρισμό και με ταλέντο αν έχετε υπ' όψιν σας». «Έτσι λέτε εσείς, το άσμα απορρίπτεται, πηγαίνετε». «Να πηγαίνω, αλλά δεν είστε μάνα και δεν μπορείτε να καταλάβετε», λέω. Γι' αυτό και άλλαξε, για να περάσει. Έχει φύγει το «κάθε μήνα μία φορά» και τη μαμά τους τη ρωτάνε «κάθε τόσο μία φορά». Υπήρχε μία πλάκα, αλλά ήταν οδυνηρό. Όταν γράφεις κάτι, δεν θες να στο πειράξουν, ειδικά αν το έχεις βασανίσει, και εγώ το έκανα. Καθόμουν 15 μέρες για να σκαρώσω λόγια και μουσική. Έχω μεγάλη τσατίλα με τη λογοκρισία, ήμουν πολύ θυμωμένος. Όχι μόνο στη διάρκεια της Χούντας όπου έλεγες «Ε, καλά, έτσι είναι η κατάσταση» αλλά και μετά, όταν τελείωσαν αυτά, με το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» και με άλλα μου τραγούδια, που η λογοκρισία συνέχισε να τα κόβει. Θύμωνα πια παρά πολύ, διότι δεν είχα συμπαράσταση ούτε από το σωματείο, δηλαδή τσακωνόντουσαν για διάφορα θέματα αμοιβών, ποσοστών, ωραρίων, αλλά με τη λογοκρισία δεν ασχολούνταν. Μας αντιμετώπιζε το ελληνικό κράτος πάντοτε, και επί Χούντας και πριν και μετά, σαν ανήλικους, που δεν έχουν ευθύνη των λεγομένων τους και πρέπει κάποιος άλλος να τους πει πώς πρέπει να τα λένε. Και από την άλλη μεριά, μας έκλεβαν διά της εφορίας και με χίλιους άλλους τρόπους.
Έχω γράψει κομμάτια για να τσατίσω τους λογοκριτές. Π.χ. το τραγούδι «Το Θηρίο» που υπάρχει στο «10 χρόνια κομμάτια». Αναφέρεται στην αθλιότητα της επαρχίας, των καφενείων και τα λοιπά και τελείωνε: «Έγραψα μιαν ιστορία/ να την πω σε μια κυρία/ πριν τελειώσει η ιστορία/ με έκοψε η λογοκρισί-». Τέλειωνε εκεί και το άλφα έβγαινε στραγγαλισμένο εν συνεχεία «ΑΑΑ!». Ο κόσμος χειροκροτούσε. Η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις να πεις κάτι, θα βρεις τρόπο να το πεις, ό,τι και να είναι. Εδώ τον Ντοστογιέφσκι τον λογόκρινε ο ίδιος ο Τσάρος και δεν θα τα καταφέρναμε εμείς: ο Παντελής ο Βούλγαρης, ο Μαρκόπουλος, ο Γεωργουσόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος με αυτούς τους αγράμματους. Αυτό που είχαμε να πούμε το λέγαμε.
Χορός-Σκυλάδικα-Καζαντζίδης
Χόρευαν πολύ στα '60s. Πήγαιναν λοιπόν σε κάτι μπαρ. Δεν υπήρχαν οι ντισκοτέκ τότε, ούτε κλαμπ τα έλεγαν. Ο Κηλαηδόνης ακόμα και τώρα μερικές φορές λαθεύει και το κλαμπ το λέει μπαρ. Χόρευαν και υπαιθρίως με αυτά τα Tepaz. Δεν πήγαινε μέχρι τις επτά η διασκέδαση, γύρω στη μία, το πολύ στις δύο το πρωί είχε τελειώσει. Βεβαίως, βγαίναμε από τις εννέα και γινόντουσαν δύο ή και τρία προγράμματα μικρά, με διάλειμμα ανάμεσα να πιεις τον καφέ σου, να συζητήσεις. Σερβίρονταν μία σούπα, θυμάμαι, ένας τραχανάς που δεν ήταν κακός, με κρουτόν μέσα. Σε κάτι πήλινα σκεύη. Το ξημέρωμα δεν θυμάμαι από πότε άρχισε, πάντως η πρώτη φορά που το είδα εγώ στη δεκαετία του '70 ήταν σε σκυλάδικο. Τότε στο σκυλάδικο πήγαινε ο κόσμος της Λαχαναγοράς. Πήγαιναν οι άνθρωποι που έχουν προέλευση από την επαρχία, γιατί το σκυλάδικο έχει ένα στοιχείο λαϊκο-δημοτικό μέσα στη μουσική του και η γοητεία των τραγουδιστών του ήταν η μεγάλη αμεσότητα που είχαν. Στα άλλα μαγαζιά, τα «καλά», όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές και του δημοτικού τραγουδιού και του λαϊκού τραγουδούσαν λιγάκι σαν αγάλματα, ήταν αποστασιοποιημένοι από το τραγούδι. Έβλεπες δηλαδή μία προσωπικότητα που λέγεται Νίνου, που λέγεται Μπιθικώτσης, οι οποίοι κάθονται και σου λένε το τραγούδι άψογα. Ο πρώτος που το άλλαξε αυτό ήταν ο Καζαντζίδης. Με τον Καζαντζίδη για πρώτη φορά είχαμε την εντύπωση ότι αυτά που λέει είναι δικά του. Ο Καζαντζίδης μάς έκανε να νομίζουμε ότι όλα αυτά που διηγείται τα έπαθε ο ίδιος, είτε μίλαγε για μετανάστευση είτε για μία γυναίκα είτε τη μάνα του. Νομίζαμε ότι αυτός τα έχει πάθει αυτά τα πράγματα, αυτό που παθαίνουμε στην επιθεώρηση, όταν ταυτιζόμαστε πολύ με τους κωμικούς. Δηλαδή, ξεχνούσαμε ότι αυτά που λένε τα έχει γράψει ένας συγγραφέας. Πρέπει να είναι ο πρώτος μεγάλος λαϊκός εκσυγχρονιστής ο Στελλάρας. Έκανε τη συλλογική φαντασία προσωπική. Την ενσάρκωσε. Κάτι τέτοιο προσπάθησα να κάνω κι εγώ. Είμαι ένας Καζαντζίδης χωρίς φωνή.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Ήταν μια φορά ο Jazz FM


Ήταν μια φορά ο Jazz FM

Είκοσι παλαβωμένοι τύποι, σε μια υπόγα στο Βύρωνα! Αυτό το πράγμα ήταν ο JAZZ FM, τα είκοσι έτη από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται αυτές τις μέρες.

Ένας ραδιοσταθμός που δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό «cult», αφού γύρω από το μύθο του έχει αναπτυχθεί μια μάλλον θρησκευτικού τύπου φιλολογία. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει λόγο ακόμη και για «ιερό δισκοπότηρο» της ραδιοφωνίας, εκεί που έχει φτάσει η κατάσταση (με δυο-τρεις φωτεινές εξαιρέσεις, βεβαίως) στην μπάντα των FM. Να μιλήσει για μια συγκλονιστική ανάμνηση, για ένα άπιαστο όνειρο, για τον σταθμό που κάπως, κάπου, κάποτε παραλίγο ν' αλλάξει το χάρτη.
Τέλος πάντων, για να μην πάμε πολύ μακριά, ας κάνουμε ένα μίνι ταξίδι στο χρόνο. Όπως έγραφα και την περασμένη εβδομάδα, τον Μάρτιο του 1987 ο ερασιτεχνικός (βλέπε παράνομος) ραδιοσταθμός Star Radio στους 92,4 Μεγάκυκλους δέχθηκε μια σημαντική ενίσχυση από νέο αίμα παραγωγών, στους οποίους ανήκε και ο υπογράφων. Η ομάδα πήγε καλά, έως πολύ καλά και κάποια στιγμή τέθηκε ζήτημα ενίσχυσής της. Ξαμολυθήκαμε λοιπόν διάφοροι να βρούμε κι άλλα τζιμάνια κι εγώ σκέφτηκα τον καλό μου φίλο τον Ιλάν Σολομών, που ήξερε τα πάντα γύρω από τις νότες κι έστηνε σχεδόν μόνος του το μουσικό πρόγραμμα στα φεστιβάλ της «Αυγής». Ειδικότητά του μάλιστα είχε την τζάζ, πράγμα που μας βόλευε ιδιαιτέρως γιατί όλοι οι άλλοι στον ραδιοσταθμό ήμασταν ταμένοι είτε στο ροκ είτε στην ποπ. Οπότε ήρθε ο Ιλάν στον ραδιοσταθμό μας, του κάναμε πλατό, του μάθαμε πλατό, τον βουτήξαμε στα βαθιά νερά της ραδιοφωνίας και τα 'βγαλε πέρα μια χαρά.
Δυστυχώς, η άνοιξη του Star Radio κράτησε μόλις ένα χρόνο. Υστερα έπεσε καβγάς και τσακωμός, ακολούθως εγκαταστάθηκε (όλως τυχαίως...) στη συχνότητά του ο Top FM, εν τέλει κάποιοι από τους συντελεστές βρήκαμε φιλόξενη στέγη στη συχνότητα του ΗΧΩ FM, στους 102,4 Μεγάκυκλους. Ο Ιλάν φυσικά ήρθε μαζί μας και ακόμη πιο φυσικά ξανάπιασε το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει. Από τους ήχους, τις μελωδίες, τους ρυθμούς της τζαζ. Η εκπομπή του ακουγόταν τα μεσάνυχτα της Κυριακής και συγκέντρωνε σιγά σιγά ένα όχι και τόσο ευκαταφρόνητο κοινό.
Η συνέχεια; Τη συνέχεια ας μας την πει ο ίδιος: «Έχουμε φθάσει πια στο 1990 και μου τηλεφωνεί 6 μήνες σερί ο Κώστας Γιαννουλόπουλος και μου λέει: Ρε συ, έχετε δική σας συχνότητα, ελάτε να κάνουμε έναν σταθμό τζαζ. Εγώ πάλι, κακό του κεφαλιού μου, δεν τον έπαιρνα στα σοβαρά. Ωσπου μια μέρα συναντάω τον Λεωνίδα Αντωνόπουλο (σ.σ.: Σήμερα στη δημόσια τηλεόραση), που μόλις είχε γυρίσει απ' το Λονδίνο και μου πλέκει το εγκώμιο του εκεί JAZZ FM. Είχε φέρει και κασέτες μαζί του, τις παίρνω, τις ακούω, μαγεύομαι. Εδώ είμαστε, λέω. Αμέσως τηλεφωνώ στον Γιαννουλόπουλο, συναντιόμαστε, τα βρίσκουμε, μιλάμε και με άλλους παραγωγούς μετά από μερικές μέρες και στήνουμε μια "ένθετη" ζώνη 12 το βράδυ με 4 το πρωί κάθε μέρα στον ΗΧΩ FM, με σύνθημα "Nobody, no time, only on JAZZ FM". Ξεκινήσαμε στις 11 Μαρτίου του '91, εξ ου και η επέτειος η φετινή, με πρώτο κομμάτι το "We" του κουβανού σαξοφωνίστα Πακίτο Ντε Ριβέρα και παραγωγούς τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, τον εαυτό μου, τον Λεωνίδα Αντωνόπουλο, τον Σπύρο Κατσιγιάννη, την Αννα Κουβαρά, τον Σάκη Τσιτομενέα, τον Βασίλη Σταματίου, την Ελένα Γαβρεσέα, τον Ζακ Σαμουήλ, τον Σταύρο Μούτσελο και τον πολύ πρόωρα χαμένο Κώστα Γεωργίου».
Η ομάδα ενισχύθηκε λίαν συντόμως και μάλιστα απέκτησε καινούριο σύνθημα: «Διαμάντια στον ουρανό της νύχτας». Το τετράωρο δεν άργησε να μετακομίσει 10 το βράδυ με 2 το πρωί, η ζώνη πήγε απ' το καλό στο καλύτερο και τον Σεπτέμβριο του '92 ο JAZZ FM κατέλαβε (ολίγον πραξικοπηματικά, οφείλω να το σημειώσω) όλο το εικοσιτετράωρο του ΗΧΩ FM και εξελίχθηκε σε κανονικό σταθμό με διευθυντή και πνευματικό καθοδηγητή τον αλησμόνητο Κώστα Γιαννουλόπουλο, και διευθυντή προγράμματος και τρεχαντήρι για όλες τις δουλειές τον Ιλάν Σολομών. Συν άξιους παραγωγούς, φυσικά, όλους τους ανωτέρω συν κάποιους άλλους που τους καταγράφω εδώ: Γιάννης Κώνστας, Ζαχαρίας Τσαμούλος, Γιώργος Κοτροκόης, Προκόπης Δούκας, Γεωργία Κάλφα, Στέλιος Μούστος, Βασίλης Γεροντάκος, Γιώργος Φλωράκης, Γιώργος Παπαδόπουλος, Θωμάς Κώνστας, Διονύσης Αγγελάκης, Δημήτρης Φαρής, Μελέτης Μοίρας, Κώστας Μπαρμπέρης και Στράτος Βουγέλης.
Η συνταγή δούλεψε ρολόι, ο σταθμός ακούστηκε αρκετά, η επιρροή του απλώθηκε σε όλους τους ψαγμένους μουσικά κύκλους του Λεκανοπέδιου. Κι εκεί που παλευόταν στα γερά η υπόθεση, ήρθε απότομα το τέλος. Κάποια στιγμή, τα ιδρυτικά μέλη του ΗΧΩ FM δέχθηκαν μια δελεαστική πρόταση από την ΙΜΑΚΟ για τη συχνότητα του σταθμού και αποφάσισαν να τη δεχθούν. Ο JAZZ FM κατέβασε ρολά στις 26 Ιουλίου του '96. Με τα λόγια του Ιλάν Σολομών: «Το τελευταίο κομμάτι ήταν το "Farewell" του Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλέκ. Το έβαλα να παίξει μεσάνυχτα, ακούστηκε ώς το τέλος και αμέσως μετά έγινε το switch στον καινούριο σταθμό και βγήκε ένας πενταχαρούμενος τύπος που ρώταγε τους ακροατές: "Περνάαααμε καλάαα;" Εκλεισα πίσω μου την πόρτα στο υπόγειο, κλείδωσα και πήγα σπίτι να δω τηλεόραση, τον Πύρρο Δήμα να κερδίζει το χρυσό στην Ατλάντα...».

John Lennon : H τελευταία "διαθήκη" του




H τελευταία "διαθήκη" του John Lennon

Στις 9 Οκτωβρίου (2012) θα γινόταν 72 ετών. Δύσκολο να τον φανταστείς σε αυτή την ηλικία. Θα ήταν ένας συμβιβασμένος «Σερ» όπως ο Πολ Μακ Κάρτνει; Ένας συνταξιούχος ροκ-σταρ σαν τον Ντέιβιντ Μπάουι; Ή θα είχε τραβήξει τον δρόμο του Μπομπ Ντύλαν με ατελείωτες περιοδείες και εξαιρετικά άλμπουμ;
Οι σφαίρες του Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν εκείνο το βράδυ Δεκεμβρίου του 1980, γεννούν ένα σωρό συζητήσεις για το τι θα μπορούσε να είναι σήμερα ο Τζον Λέννον και ασφαλώς κανείς δεν είναι σε θέση να πει με σιγουριά, ούτε καν η Γιόκο Όνο, η οποία εικάζει στις συνεντεύξεις της ότι, αν ζούσε, θα πειραματιζόταν διαρκώς με νέα είδη μουσικής. Οπότε το μόνο που έχει αξία, πλην της κληρονομιάς που μας άφησε, είναι ίσως η τελευταία συνέντευξη της ζωής του, αυτή που έδωσε στο περιοδικό Rolling Stone την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 1980, τρεις μέρες πριν από τη δολοφονία του.
Επρόκειτο για την «τελευταία διαθήκη» του μεγαλύτερου συμβόλου της δεκαετίας του εξήντα και για χρόνια έμεινε αδημοσίευτη, επειδή ο δημοσιογράφος που την είχε πάρει, ο γνωστός αρθρογράφος Τζόναθαν Κοτ, δεν είχε την δύναμη να βάλει σε λειτουργία το μαγνητοφωνάκι του ώστε να την αποτυπώσει στο χαρτί. Έπρεπε να περάσουν 31 χρόνια για να το κάνει και το περιοδικό τελικά την δημοσίευσε πέρυσι, παρουσιάζοντας στο κοινό τις απόψεις του Τζον Λέννον την εποχή του θανάτου του, όταν ήταν σαράντα ετών και είχε αποκηρύξει για πάντα το φάντασμα των Μπιτλς.
Έχοντας περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια έπειτα από την τελευταία δισκογραφική του δουλειά, είχε μόλις ολοκληρώσει το Double Fantasy και ήταν έτοιμος να περάσει στην αντεπίθεση αναφερόμενος στη σκληρή κριτική του Τύπου.
«Η ψευδαίσθηση ότι είχα αποκοπεί από την κοινωνία είναι ένα ανέκδοτο», είχε πει. «Εργαζόμουν από τις εννιά μέχρι τις πέντε και είχα ρίξει το βάρος αποκλειστικά στο παιδί μας. Δεν κρυβόμουν. Αλλά δεν έγραψα απολύτως τίποτα. Ήταν μεγάλη υπόθεση για μας να αποκτήσουμε ένα μωρό μετά από αρκετές αποτυχημένες εγκυμοσύνες όπου παρ’ ολίγο να πεθάνει η Γιόκο, τα προβλήματα με τα ναρκωτικά και το χωρισμό. Μετά από δέκα χρόνια, ήλθε το παιδί που περιμέναμε και -μα το Θεό- δεν υπήρχε περίπτωση να κάνουμε τα ίδια λάθη.
Μου έχουν επιτεθεί τόσες πολλές φορές. Αλλά δεν είμαι μόνο εγώ... Πάρε για παράδειγμα τον Μικ Τζάγκερ. Θεωρείς ότι θα τον αφήσουν ποτέ σε ησυχία; Όσο για τον Μπρους Σπρίνγκστιν, ο Θεός να τον φυλάει όταν ο Τύπος αποφασίσει ότι δεν είναι πλέον ο ένας και μοναδικός. Έχω ακούσει καλά λόγια γι’ αυτόν και οι οπαδοί του είναι χαρούμενοι τώρα. Όταν, όμως, θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με την επιτυχία, θα αντιληφθεί ότι μεγαλώνει και ότι πρέπει να κάνει το ίδιο ξανά και ξανά, τότε ο κόσμος θα του γυρίσει την πλάτη και μακάρι να επιβιώσει. Δεν είμαστε μηχανές.
Δηλαδή, τι περιμένουν από τον Σπρίνγκστιν; Μήπως να αυτοκτονήσει στη σκηνή; Από μένα και τη Γιόκο να κάνουμε έρωτα και αμέσως μετά να σκοτωθούμε; Κατάλαβα για πρώτη φορά ότι υπάρχει ένα είδος συστήματος όπου ο καθένας γίνεται κομμάτι του μεγάλου τροχού και απλά πρέπει να συνεχίσει να γυρίζει ότι κι αν συμβεί. Εξάλλου, το σύμπαν είναι ένας τροχός, σωστά; Παρακολουθώντας τον τροχό, νιώθω ότι παρακολουθώ τον εαυτό μου, ακόμα και μέσα από το ίδιο μου το παιδί. Δεν είμαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, είμαι οξύθυμος τύπος και παθαίνω συχνά κατάθλιψη. Οι επονομαζόμενοι καλλιτέχνες -σαν και μένα- είναι εγωιστές κι έτσι στην προσπάθεια να σκεφτώ τον Σον ή την Γιόκο ή οτιδήποτε άλλο πέραν του εαυτού μου, αγχώνομαι τρομερά. Μπορεί να γράφω ένα κομμάτι για τον γιό μου, αλλά θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν περνούσα το χρόνο που χρειάστηκα στη δημιουργία του τραγουδιού για να παίξω μαζί του.
Το πιο δύσκολο για μένα είναι... να παίξω. Μπορώ να εφεύρω τρόπους για να περνάμε το χρόνο μαζί, να ζωγραφίσω μαζί του, να δω τηλεόραση μαζί του αλλά δεν μπορώ να παίξω...» Στην προσπάθεια του να καθορίσει την κινητήρια δύναμη πίσω από τη μουσική του αλλά και την άποψη για όσους τον κατηγορούν, ο Τζον Λένον εξηγούσε: «Το μοναδικό κριτήριο για μένα είναι το κοινό και πρόκειται για κάτι που το αποφάσισα από την περίοδο που βρισκόμουν στη σχολή Καλών Τεχνών. Με ενδιαφέρει να εξωτερικεύω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου και η μουσική είναι ένας τρόπος για να το πετύχω. Ποιός υποτίθεται ότι πρέπει να είμαι; Ένα είδος οσιομάρτυρα που δεν μπορεί να είναι πλούσιος;
Ένας βλάκας στο περιοδικό Esquire (μιλούσε για το προσβλητικό άρθρο ‘Τζον Λένον, που είσαι;’) είναι κλασικό παράδειγμα ανθρώπου που κάποτε σε λάτρευε και τώρα σε μισεί. Δεν τον γνωρίζω, αλλά εκείνος ξόδεψε χρόνο ψάχνωντας την ψευδαίσθηση που έχει δημιουργήσει για μένα και μετά νευρίασε επειδή δεν μπορούσε να τη βρει. Αυτοί οι κριτικοί μοιάζουν με ειδωλολάτρες. Ορισμένοι αρέσκονται να υποστηρίζουν κάποιον όταν βρίσκεται στο δρόμο για την κορυφή, αλλά όταν φτάσει εκεί, τον μισούν. Αυτό που πραγματικά θέλουν είναι νεκροί ήρωες όπως ο Σιντ Βίσιους και ο Τζέιμς Ντιν. Εγώ, λοιπόν, δεν ενδιαφέρομαι να γίνω ένας, οπότε ξεχάστε το!»
Και με αυτά τα λόγια έκλεινε την συνέντευξή του. Τρεις μέρες μετά ήταν κι αυτός ένας νεκρός ήρωας.