Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ '60s






ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ '60s

 

Η δεκαετία του '60

Ήταν η δεκαετία που επέτρεψε στους ανθρώπους να ονειρευτούν. Ο Διονύσης Σαββόπουλος περιγράφει το κλίμα της παραφοράς (κρασί, τριαντάφυλλα και επανάσταση) και σε αντιδιαστολή τη στεναχώρια της Ελλάδας που ασφυκτιούσε, πυρακτωμένη, ανάμεσα στο μυστρί του Πατακού και το συρτάκι του Δαλιανίδη.


Το Βιετνάμ δεν νομίζω ότι ενδιέφερε τους Έλληνες στην αρχή. Η κοινή γνώμη κινητοποιήθηκε όταν είδε τις φωτογραφίες από βουδιστές να καίγονται. Το ακροατήριο της Αριστεράς, μάλιστα, όταν το '65 έκανα το «Βιετνάμ γιε γιε», μου έκανε παρατηρήσεις. Οι σύντροφοι έγιναν έξαλλοι: Δεν θα μπορούσε ποτέ ένας αγωνιστής να γυρνάει με το κορίτσι του βόλτα. Αν υπήρχε ειρήνη, θα οικοδομούσε τον σοσιαλισμό. Έτσι μου είπαν.
ΣΠΙΤΙΑ
Μετά τον πόλεμο, μετά τον εμφύλιο, εδώ στην Ελλάδα ο κόσμος είδε παρά πολλά πτώματα και συντηρητικοποιήθηκε, φοβήθηκε. Μεγαλώναμε μέσα σε σπίτια φοβισμένων ανθρώπων. «Τι ώρα θα γυρίσεις;», «Ποιους βλέπεις;». Αυτό όμως ήταν τρομερά καταπιεστικό για εμάς που τότε ήμασταν παιδιά: «Τι ώρα είναι αυτή που γύρισες;», «Ποιοι είναι οι φίλοι σου;», «Τα μαλλιά γιατί τα έχεις έτσι;». Αισθανόσουν μεν μία θαλπωρή, γιατί υπήρχε ακόμα η γειτονιά, η ενορία, η εκκλησία, το σπίτι, το σόι, οι θείοι, και ταυτόχρονα αισθανόσουν μία τεράστια ανάγκη εξόδου από αυτά τα πράγματα. Να σηκωθείς να φύγεις. Όταν ήμασταν 19 και 20 χρόνων προτιμούσαμε να βγούμε έξω στον δρόμο να ζητιανεύουμε, να βρούμε μία δουλειά -ό,τι δουλειά να είναι- παρά να κάτσουμε με τη μάνα μας. Μου κάνει εντύπωση που τώρα συμβαίνει το αντίθετο, δεν φεύγουν από το σπίτι τους και είναι και 30 χρόνων παιδιά. Αυτό που εγώ το έκανα δίσκο, «Το φορτηγό», δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο τότε, το παιδί που φεύγει, κάνει οτοστόπ για να φτάσει στη μεγάλη πόλη. Ούτε είχα κανέναν συγκεκριμένο στόχο, τι θα κάνω φεύγοντας. Ήθελα να φύγω από το σπίτι μου, να αλητέψω, αυτή είναι η αλήθεια
Το ροκ του μέλλοντός μας
Για μένα αυτή η μουσική, οι Animals ας πούμε, την οποία άκουγα το '63, περιείχε μία λύσσα την οποία καταλάβαινα παρά πολύ καλά. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, ήθελα να συνδυάσω το ελληνικό και το ξένο. Όχι ότι δεν μου άρεσε ο Θεοδωράκης ή ο Χατζιδάκις. Μου άρεσαν και με επηρέασαν παρά πολύ, αλλά ένιωθα πολύ έντονα την ανάγκη ενός τραγουδιού που να είναι άμεσο και να τολμά να πει πράγματα, τα οποία δεν λέγονταν τότε σε ένα τραγούδι. Με ενδιέφερε πολύ η μουσική που έκαναν οι Stones ή τα μεγάλα συγκροτήματα, τα οποία τα άκουγα και τα παρακολουθούσα. Με έχουν επηρεάσει παρά πολύ. Βέβαια, οι ειδικοί, που ασχολούνταν με αυτήν τη μουσική, την ξένη, ο Μαστοράκης, ο Πετρίδης, ο Κογκαλίδης, την παρουσίαζαν ως χορευτική νεανική μόδα, δεν αντιλαμβάνονταν τότε τι στην πραγματικότητα ήταν. Έκαναν εκπομπές με top, ποιο έρχεται πρώτο, ποιο έρχεται δεύτερο. Σαν να είναι μία ιπποδρομία. Όχι ότι αυτό δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον, αλλά δεν βρίσκεται εκεί η ουσία αυτής της μουσικής. Επρόκειτο για αληθινή έκφραση μιας καινούργιας ανάγκης να μπορέσουμε να πούμε αυτό που έχουμε μέσα μας. Λέγεται δεν λέγεται, εγώ θα το πω. Πραγματικά, το φαινόμενο ήταν περίεργο. Είχαμε μία μουσική από τον Πρίσλεϊ και μετά, που αυτοί οι οποίοι ήταν κάτω από τα 25 την καταλάβαιναν πολύ καλά και τη γλεντούσαν και αυτοί που ήταν πάνω από τα 25 την έβρισκαν εντελώς ακατανόητη. Έλεγαν «μα τι ακούτε;». Αυτό δεν είχε ξαναγίνει, γιατί παλιά δεν υπήρχε μουσική για νέους, η μουσική ήταν μία, τα τραγούδια τα άκουγαν όλοι. Άκουγαν Βέμπο οι γονείς μας, Βέμπο ακούγαμε και εμείς, δεν ακούγαμε κάτι άλλο. Αυτό το περίεργο φαινόμενο λοιπόν, το ροκ, δημιούργησε την εντύπωση ότι φτιάχτηκε μία μουσική για νέους, μα τώρα που πέρασαν τα χρόνια βλέπουμε ότι αυτό δεν ήταν μουσική για νέους, ήταν ένα κλασικό είδος, ένα αναγεννησιακό γεγονός, το οποίο απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις ηλικίες και όλα τα στρώματα.
Πολιτικό τραγούδι
Είχες την εντύπωση ότι τα πάντα είναι δυνατά, ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν. Το '60 εγώ ήμουν 15 ετών και αναρωτιόμουν «γιατί το τραγούδι να λέει μόνο ερωτικά θέματα, δεν μπορεί να φιλοσοφεί; Δεν μπορεί να στοχάζεται; Να μιλάει για την πολιτική ή για την ύπαρξη;». Προσπάθησα να κάνω τέτοια τραγούδια και από την αποδοχή που είχαν, συμπέρανα ότι κάτι παρόμοιο σκεφτόντουσαν και οι άλλοι. Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο συνέβαινε διεθνώς. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολύ πριν γίνει το «Berkley» ή ο «Μάης του 1968», στην Ελλάδα υπήρχε το 1-1-4. Ξεκινάει το 1963 ως μια σειρά από φοιτητικά αιτήματα, για το πάσο στα λεωφορεία ή για βελτιώσεις στη φοιτητική εστία, αλλά πολύ γρήγορα περνάει σε ένα αίτημα αλλαγής του παντός - πριν κλείσει χρόνος οι διαδηλώσεις ζητούσαν15% για την Παιδεία, δημοκρατία, τήρηση του συντάγματος. Το τραγούδι που ήταν της μόδας τότε στο εξωτερικό ήταν το τραγούδι διαμαρτυρίας. Εδώ ήμασταν ακόμα σε μία κατάσταση που φοράνε κορδέλα στο μέτωπο και χορεύουν συρτάκι μπροστά στην Ακρόπολη, όπως στις ταινίες του Δαλιανίδη. Εγώ, έχοντας γράψει ήδη εκείνο το τραγούδι, «Βιετνάμ γιε, γιε», καθόμουν και ονειρευόμουν, «Ε ρε, να ήμουν στην Αμερική τώρα, θα γινόμουν number one, θα γνωριζόμουν με την Τζέιν Φόντα, με τη Φέι Ντάναγουεϊ» και ξυπνάω και είναι Χούντα κι από πάνω μου δεσμοφύλακας από τη Γορτυνία και με βαράει, διότι βρισκόμασταν στην Μπουμπουλίνας. Με βαράνε να ομολογήσω, δηλαδή τι να ομολογήσω ο τροβαδούρος; Δεν τους κρατάω κακία, διότι εγώ με την καλή μου την καρδιά, ακόμα και μέσα στο μπουντρούμι, σκάρωνα τραγουδάκια. Ένα μπερντάχι ξύλο, τσουπ η «Θεία Μάνου», ένα άλλο μπερντάχι και να το «Αν βγω από αυτήν τη φυλακή...». Ολόκληρο long play φτιάξαμε η Ασφάλεια και εγώ. Είμαστε πια στο '67.
Παρίσι του '68
Βρεθήκαμε στο Παρίσι με την Άσπα, με πλαστά χαρτιά, εγώ δηλαδή, όχι η Άσπα. Αυτό που μου έκανε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν το πώς φτιάχνεται ένα οδόφραγμα. Οι λεωφόροι στο Παρίσι είναι λιθόστρωτες, τα λεγόμενα «παβέ», εάν ξυλώσεις έναν λίθο, ξεκολλάνε όλοι. Φτιάχνουν λοιπόν ένα χαμηλό τείχος και μετά κόβουν δεξιά και αριστερά αυτά τα τεράστια δέντρα που υπάρχουν στο Σεν Μισέλ με αλυσοπρίονο, τα οποία διασταυρούμενα πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο, πάνω στο χαμηλό τείχος και δημιουργούν ένα πελώριο φράγμα. Μάλιστα, μερικές φορές απαλλοτριώνουν κι ένα αυτοκίνητο και το ανεβάζουν και αυτό επάνω. Μετά από 200 μέτρα γίνεται το ίδιο. Οι υπερασπιστές του οδοφράγματος, όταν δεν αντέχουν άλλο τις επιθέσεις της Αστυνομίας, βάζουν φωτιά στο οδόφραγμα και οπισθοχωρούν στο επόμενο, δηλαδή για να καθαρίσει ο δρόμος μπορεί να χρειαστούν μέρες, για την Αστυνομία. Και εκεί το πράγμα ξεκίνησε από τους φοιτητές στην Ναντέρ. Δεν επέτρεπαν στις φοιτήτριες να φοράνε παντελόνια -πολύ απαρχαιωμένο το σύστημα- και οι πόρτες της φοιτητικής εστίας έκλειναν στις εννέα. Έλα τώρα πες σε παιδιά του '68 ότι πρέπει να μαζεύονται μέσα στις εννέα η ώρα. Από κάτι τέτοια πράγματα ξεκίνησε η ιστορία. Δεν δώσαμε και καμία ιδιαίτερη σημασία, όταν όμως κάποιος σκέφτηκε να στήσει οδόφραγμα, τότε ανατρίχιασε όλη η Γαλλία. Έχουν τεράστια σημασία οι συμβολισμοί. Τους ήρθε στη μνήμη η Κομμούνα του 1870, από τότε είχε να γίνει οδόφραγμα στο Παρίσι. Αν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος δεν είχε δολοφονηθεί εκεί κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά κάπου στη Νέα Ιωνία ή στην Κηφισιά, δεν θα γινόταν η ίδια φασαρία.
Πιο πολύ με είχε αγγίξει η δύναμη των συμβολισμών, το οδόφραγμα, το πώς φτιάχνεται, το πώς κινητοποιείται η Γαλλία εξαιτίας του. Έμπαινες μέσα σε μία μεγάλη αυλή που ήταν οι «Σορβόνη» και στη μέση ήταν ένα πιάνο με ουρά και κάποιος έπαιζε. Ήταν κάτι παρά πολύ όμορφο, το ζήλευα. Ή ακουγόντουσαν παρά πολύ έξυπνα συνθήματα. Νιώθαμε ότι αλλάζουμε τον κόσμο, κάτι το οποίο με φόβιζε κιόλας, γιατί ανοιγόταν μπροστά σου το άγνωστο. Ήμουν μεν εκεί, αλλά ήμασταν διστακτικοί εγώ και η Άσπα διότι δεν είχαμε χαρτιά και κινδυνεύαμε με απέλαση. Αυτό, πάντως, ότι αλλάζει ο κόσμος, ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, το άκουγες ακόμα και μέσα στο σόλο μίας ηλεκτρικής κιθάρας. Ήταν σαν να σου λέει «Θα γίνει καλύτερος και θα τον κάνουμε εμείς», μία απόλυτη βεβαιότητα. Ότι τα πάντα είναι δυνατά. Freedom και μαζί με αυτό και love, Woodstock και μπάφοι.
Πολιτική-Αριστερά-Αποστασία
Ήμουν φοιτητής στη Νομική Θεσσαλονίκης. Κεντρική φυσιογνωμία ήταν τότε ο μακαρίτης ο αληθινός Καραμανλής και εμείς ως φοιτητές και ως νεολαία ήμασταν εναντίον του. Διότι ο Καραμανλής ήθελε εκσυγχρονισμό της χώρας και τον εξευρωπαϊσμό της ενώ στην Ελλάδα ο κόσμος ήταν δύο κατηγοριών. Άμα ήσουν δεύτερη κατηγορία, δηλαδή αν δεν είχες πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, λόγω εμπλοκής της οικογενείας σε παλαιότερα αριστερά και τα λοιπά, δεν μπορούσες να βγάλεις ούτε άδεια αυτοκινήτου. Η οικογένειά μου ήταν μικροαστική και δεν είχε μπλέξει με τέτοια πράγματα. Ο πατέρας μου και η μάνα μου στενοχωριόντουσαν παρά πολύ για μένα που είχα μπλέξει με την τότε ΕΔΑ. Λοιπόν, πώς θα γινόταν εκσυγχρονισμός όταν ο κόσμος είναι χωρισμένος σε πρώτη και δεύτερη κατηγορία; Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Οπότε, εγώ και οι φίλοι μου συμμαχήσαμε με την τότε Αριστερά, την ΕΔΑ, για να πιέσουμε τις εξελίξεις. Δεν ήμασταν μαρξιστές. Βεβαίως λάβαμε τις αποστάσεις μας από την Αριστερά μετά, στη μεταπολίτευση, διότι τα πράγματα γύρισαν ανάποδα. Εάν πριν από τη δικτατορία, ως αριστερός δεν μπορούσες να βγάλεις άδεια αυτοκινήτου, στη Μεταπολίτευση, αν δεν ήσουν αριστερός, δεν έβγαζες ούτε γκόμενα. Είχε εντελώς επικρατήσει η Αριστερά, τουλάχιστον στα πολιτιστικά μας και γενικά στη συμπεριφορά την καθημερινή. Η ΕΔΑ ήθελε να στηρίξει τον Παπανδρέου για να βγει, παρ' όλες τις διαφωνίες που υπήρχαν μέσα στο κόμμα και μέσα στη νεολαία. Παρουσιάστηκε μετά αυτό το πρόβλημα, που μέσα μου δεν το έχω λύσει ακόμα, με την αποστασία. Εμφανίστηκε διαφωνία Ανωτάτου Άρχοντος και πρωθυπουργού, όσον αφορά το θέμα του Ανδρέα, ο οποίος ήταν μπλεγμένος σε μία υπόθεση που λέγεται «Ασπίδα» και που κατηγορήθηκε ότι ήταν μία συνωμοσία, ένα κόλπο μέσα στον στρατό. Νομίζω ότι αυτό ήταν, ασχέτως του τι ισχυρίστηκαν οι άνθρωποι του «Ασπίδα», ο Μπουλούκος δηλαδή ή ο Ανδρέας. Είπαν «Εμείς συζητούσαμε για την επετηρίδα». Ναι, άμα ξέρεις τον Μπουλούκο και τον Ανδρέα Παπανδρέου, καταλαβαίνεις ότι δεν μιλούσαν για την επετηρίδα. Όχι ότι είμαι υποχρεωτικώς κατά, δεν θεωρώ τον στρατό κάτι πια τόσο ιερό ώστε να μην υπάρχουν ομάδες εκεί μέσα. Ζήτησαν όμως να γίνει ανάκριση για να εξεταστεί το θέμα του Ανδρέα Παπανδρέου και ο Γεώργιος Παπανδρέου ήθελε να αναλάβει αυτός ως υπουργός Εθνικής Άμυνας. Του είπε ο Βασιλέας «Δεν γίνεται, διότι κατηγορείται ο υιός σου, θα βάλουμε έναν άλλον», το θεώρησε προσβολή και παραιτήθηκε. Σε περίπτωση διαφωνίας Ανωτάτου Άρχοντος και πρωθυπουργού, το Σύνταγμα έλεγε ό,τι λέει και τώρα: ή θα γίνουν εκλογές αμέσως ή προσπαθούν μέσα από τη Βουλή να πάρουν ψήφο εμπιστοσύνης, για να γίνουν μετά από μήνες. Προτίμησε τη δεύτερη λύση ο Βασιλέας και καταλαβαίνω το γιατί. Εκλογές εκείνη τη στιγμή θα σήμαιναν δημοψήφισμα. Προτίμησε τη λύση να βγει μία κυβέρνηση μέσα από τη Βουλή, να το πάμε μετά από έξι μήνες. Όσοι ανέλαβαν να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης κατηγορήθηκαν ως αποστάτες. Μετά αυτό έφερε τη Χούντα. Ακόμα και τώρα σκέφτομαι, δεν μπορούσε, βρε παιδί μου, ο γέρος ο Παπανδρέου να κάνει έναν ελιγμό, κι ας γίνονταν μετά από λίγους μήνες οι εκλογές; Θα είχαμε εναλλαγή των δύο κομμάτων και θα συνεχιζόταν αυτή η άνθιση που υπήρχε στην Ελλάδα, όπως και στο εξωτερικό. Κόπηκε εκείνο το ρεύμα, της ζωής, της μουσικής, της λογοτεχνίας, του σινεμά. Το φοιτητικό κίνημα, που έζησα εγώ το 1963, ήταν αυτόνομο, αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Ναι μεν ανήκαμε σε κάποιες νεολαίες, σε κάποια κόμματα, δεν παίρναμε γραμμή όμως από αυτά, ακολουθούσαν εκείνα εμάς. Ήταν πρωτοφανές αυτό που γινόταν: τεράστιας εκτάσεως διαδηλώσεις, όπου τα κόμματα σύρονταν. Αυτό το κίνημα έβγαζε και την «Πανσπουδαστική», την τότε «Πανσπουδαστική», ένα περιοδικό φοιτητικό παρά πολύ καλό, σοβαρού προβληματισμού, με παρά πολλά θέματα.
«Πανσπουδαστική»
Έγραφαν παρά πολλοί, έγραφαν ο Καλιόρης, ο Μυλωνάκης, ο Ράμφος, ο Μπούζεμπεργκ, ο Πάγκαλος, πολλοί, δεν τους θυμάμαι όλους. Μάλιστα, την ημέρα της μεγάλης διαδήλωσης του Χημείου την άνοιξη του '63, που είχε απαγορευτεί από την Αστυνομία, κατά σύμπτωση είχε βγει η καινούργια «Πανσπουδαστική», η οποία είχε αφιέρωμα στον Αντονιόνι, η «Περιπέτεια» ήταν τότε νομίζω. Στο εξώφυλλο ήταν η Μόνικα Βίτι. Οπότε έβλεπες εκατοντάδες διαδηλωτές να επιτίθενται στην Αστυνομία ανεμίζοντας τη Μόνικα Βίτι. Σουρεαλιστικό. Λοιπόν, αυτή η ιστορία της αυτονομίας τελειώνει συμβολικά κάπου το '65, όταν έγινε καυγάς μέσα στο περιοδικό, για το αν θα μπει ή δεν θα μπει άρθρο του Ψυρούκη για την Κύπρο. Το άρθρο ήταν μάλλον ενωτικό, γιατί αυτό επικρατούσε τότε, «Κύπρος ένωσις» φωνάζαμε. Όμως η ΕΔΑ είχε αρχίσει να αποστασιοποιείται από αυτά τα ενωτικά. Ο δε τοποτηρητής της, που δεν θέλω να πω τώρα το όνομά του, αφού έδωσε τη μάχη του να μην μπει, μειοψήφησε. Μπήκε το άρθρο. Κατεβαίνει όμως ο μπαγάσας το βράδυ στο τυπογραφείο και το πετάει και βγήκε την άλλη μέρα η «Πανσπουδαστική» και τρίβαμε τα μάτια μας. Συμβολικά αυτή η κίνηση σημαίνει το τέλος της αυτονομίας του Φοιτητικού Κινήματος του 1-1-4.
Lifestyle
Οι πολιτικοποιημένοι νέοι κυκλοφορούσαν με κουστούμι και γραβατούλα, ακούγανε Θεοδωράκη, κλασική μουσική - ή μάλλον ελαφροκλασική. Διάβαζαν τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα. Επίσης Φίσερ, η αναγκαιότητα της «Τέχνης». Έλεγαν ότι διάβαζαν Μαρξ, αλλά δεν νομίζω ότι το έκαναν, ήταν τρομερά κουραστικός. Λούκατς επίσης. Κατά τ' άλλα, ταβέρνα, ρετσίνα, ρεμπέτικα, τα οποία έγιναν μόδα με τη δεύτερη εκτέλεσή τους -φρόντισε γι' αυτό ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ο Τσιτσάνης στη δεκαετία του '60 έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής της Columbia και προς τιμήν του ηχογράφησε μία σειρά από ρεμπέτικα τραγούδια, όχι δικά του, ή όχι μόνο δικά του, αλλά όλων των ομότεχνών του, του Παπαϊωάννου, του Βαμβακάρη με εξαιρετικές εκτελέσεις. Έφτιαξε μία εξαιρετική ορχήστρα και είχε φωνάξει όλους τους μεγάλους τραγουδιστές: Καζαντζίδη, Γιώτα Λύδια, Πόλυ Πάνου, Μπιθικώτση. Τα ρεμπέτικα τραγούδια εμείς τα μάθαμε από αυτές τις εκτελέσεις. Τραγουδούσαν οι πάντες ρεμπέτικα μέσα στις ταβέρνες. Εκείνη την εποχή ήταν τεράστιο μέγεθος εναλλακτικό ο Τσιτσάνης. Και ο Θεοδωράκης. Mainstream ήταν το ελαφρό τραγούδι, η Τζένη Βάνου, ο Γιάννης Βογιατζής, η Ζωίτσα Κουρούκλη. Πολύ γρήγορα όμως το εναλλακτικό έγινε ο κύριος κορμός. Μέσα στο '65-'66 δηλαδή, ο Ζαμπέτας ήταν πια κορμός. Τα στέκια της εποχής ήταν στην Πλάκα και λιγότερο στα Εξάρχεια. Τα Εξάρχεια βόλευαν περισσότερο για να φας κάτι τι το μεσημεράκι, το βράδυ όλος ο κόσμος πήγαινε στην Πλάκα, όλοι οι φοιτητές, να φάνε κάτι και μετά θα πήγαιναν σε μπουάτ. Δεν έκλεινες τραπέζι, αυτό ήταν στέκι και περνούσες έτσι κι αλλιώς από εκεί. Οι «Εσπερίδες» ήταν η πιο γνωστή, τα «Ταβάνια». Καμάκι πολύ, βέβαια. Όλοι μιλούσαν πολιτικά, έχοντας αγκαλιά την γκόμενα από δίπλα. Οι συζητήσεις ήταν μέσα στην πολιτική κουβέντα, η οποία είχε κάτι το ξύλινο, κι έχωναν και μερικές βωμολοχίες για να ζωντανέψει. Την ξένη μουσική δεν την άκουγαν οι πολιτικοποιημένοι, την άκουγαν παιδιά πιο «κανονικά», που φρόντιζαν και λίγο το ντυσιματάκι τους. Υπήρχαν μπαρ που δούλευαν το απόγευμα και μάλιστα στην πλατεία Συντάγματος, μπαρ με τζουκ-μποξ. Κατέβαιναν αγόρια και κορίτσια, έπιναν ένα ποτό και χόρευαν, διότι δεν είχαν το ελεύθερο να γυρνάνε αργά τα κορίτσια τότε, έπρεπε να γυρίσουν νωρίς. Οπότε ό,τι ήταν να γίνει γινόταν απόγευμα.
Κυπριακό
Για την Κύπρο φωνάζαμε «Κύπρος Ένωσις», θέλαμε να ενωθούμε. Η Κύπρος ήταν όπως ένα κορίτσι που είχε θεοποιήσει τον εραστή του και ο εραστής αποδεικνύεται συνεχώς μαλάκας, ευθυνόφοβος, κοιτάει αλλού, το συντηρεί μεν, αλλά να μην μπλέξουμε κιόλας. Αυτή ήταν η στάση της επίσημης Ελλάδας. Κατέβαζαν, θυμάμαι, τα εικονίσματα από τις εκκλησίες τους οι Κύπριοι και ανέβαζαν ήρωες της επαναστάσεως, τον Κολοκοτρώνη. Ήταν στον αγώνα παιδιά, μικρά παιδιά. Στην Ελλάδα είχε πάρα πολύ συγκινηθεί ο κόσμος. Υπογράφαμε αιτήσεις να δοθεί χάρη στον Καραολή, για να μην κρεμάσουν το παλικάρι, που φυσικά δεν εισακούστηκαν. Η Αυτοκρατορία τότε, οι Άγγλοι, κρατούσαν τον έλεγχο με πάρα πολύ μεγάλο κόστος, είχαν εκτεθεί διεθνώς. Δεν μπορείς να κρατάς ένα μέρος κρεμώντας παιδιά. Δεν γινόταν όμως να υποχωρήσουν εντελώς, δεν μπορεί η Αυτοκρατορία να κατεβάσει τα βρακιά της. Πρότειναν, λοιπόν, προνόμια για μία εικοσαετία, το λεγόμενο σχέδιο «Harding», και μετά από 20 χρόνια ας αποφάσιζε η Κύπρος τι ήθελε να κάνει. Και ο Μακάριος είπε «Όχι! Τώρα!». Δεν θέλω να μιλάω υποθετικά, αλλά νομίζω ότι έγιναν λάθος χειρισμοί στο Κυπριακό. Είμαστε λαός πολύ συναισθηματικός και εκεί κάτω και εδώ πέρα. Μία φορά ο Νίκος ο Κοεμτζής, ο θανατοποινίτης, μου είπε κάτι που το βρήκα σοφό. «Άμα θες να γίνει κάτι στ' αλήθεια, πρέπει να δεχτείς να χάσεις λίγο από το δίκιο σου». Αυτό δεν το καταλάβαμε ποτέ, ούτε εκεί ούτε εδώ. Πρέπει να 'σαι ικανός να χάσεις λίγο από το δίκιο σου για να μπορείς να φτάσεις σε μία άκρη. Όταν η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη, χαρήκαμε. Από εκεί και πέρα έπρεπε η κυβέρνηση της Κύπρου να είναι πιο διαλλακτική, ως προς το τουρκικό στοιχείο. Ζήτησε ο Μακάριος να αλλάξουνε ένα σωρό σημεία του συντάγματος, πώς θα το δεχόντουσαν αυτό; Τους θεωρούσαν κατωτέρους τους Τούρκους, δεν μπορεί να γίνει δουλειά έτσι. Θα μπορούσε η Κύπρος, ως ανεξάρτητο κράτος που έχει μέσα και τουρκικό στοιχείο, να είναι μία διπλή πύλη προς το Ισλάμ και προς τον Χριστιανισμό. Αυτό, ωστόσο, χρειάζεται έναν άλλον πολιτισμό και μία άλλη σοφία.
Βιετνάμ
Το Βιετνάμ δεν νομίζω ότι ενδιέφερε τους Έλληνες στην αρχή. Η κοινή γνώμη κινητοποιήθηκε όταν είδε τις φωτογραφίες από βουδιστές να καίγονται. Το ακροατήριο της Αριστεράς, μάλιστα, όταν το '65 έκανα το «Βιετνάμ γιε γιε», μου έκανε παρατηρήσεις. Οι σύντροφοι έγιναν έξαλλοι: Δεν θα μπορούσε ποτέ ένας αγωνιστής να γυρνάει με το κορίτσι του βόλτα. Αν υπήρχε ειρήνη, θα οικοδομούσε τον σοσιαλισμό. Έτσι μου είπαν.
Κένεντι
Δεν ξέρω τι σωστό έκανε ο Κένεντι. Τον Κόλπο των Χοίρων; Το πρόβλημα με την Κούβα; Κόντεψε να γίνει πυρηνικός πόλεμος. Όμως ήταν νέος, ήταν ωραίος, είχε δίπλα του την Τζάκι, τον δολοφόνησαν. Είναι μία πολύ αγαπητή και συγκινητική εικόνα. Είδατε τι σημασία έχουν οι συμβολισμοί; Έδωσε ελπίδα, έδωσε αισιοδοξία, ναι. Αλλά αν ζούσε, με τέτοια εμπλοκή στο Βιετνάμ τι φωτοστέφανο θα 'χε;
Πορείες ειρήνης-ΕΦΕΕ
Για πρώτη φορά είδα το '68 στο Παρίσι διαδηλώσεις για το Βιετνάμ, εδώ δεν γίνονταν. Εδώ υπήρχαν πορείες ειρήνης. Όταν κατέβηκα στην Αθήνα την άνοιξη του '63 - ήμουν στο Πανσπουδαστικό Συνέδριο που ιδρύθηκε η ΕΦΕΕ, ιδρυτικό στέλεχος. Θυμάμαι ότι κατά σύμπτωση γινόταν και η πρώτη πορεία ειρήνης, την οποία διέλυσαν οι αστυνομικές δυνάμεις. Θα φεύγαμε με πούλμαν από την πλατεία Μαβίλη για να πάμε στον Μαραθώνα, από όπου θα περπατούσαμε. Μας πρόλαβαν όμως και δεν μας άφησαν να φτάσουμε πουθενά. Εμένα μάλιστα με είχαν συλλάβει. Βρέθηκα τρέχοντας από την πλατεία Μαβίλη στον Εθνικό Κήπο και κάπου εκεί ένιωσα ότι δίπλα μου ήταν ένα κορίτσι λαχανιασμένο. Καθώς έμενε πίσω, της έδωσα το χέρι για να την πιάσω να την τραβήξω κι ένιωσα ένα χέρι να με σφίγγει και να μη μ' αφήνει. Γύρισα και ήταν αστυνόμος! Έτσι με έβαλαν στην κλούβα και με κράτησαν μία μέρα. Είχα επάνω μου ένα σημειωματάριο που έγραφα τα στιχάκια μου, με φώναξαν μέσα, το κατάσχεσαν και το κοίταζαν, φοβούμενοι ότι είναι κώδικες, γιατί απ' τα στιχάκια δεν έβγαζαν συμπέρασμα. Δυσκολία κατανόησης όσον αφορά τα τραγούδια μου είχα και από τους συντρόφους μου. Θυμάμαι στη δεύτερη πορεία ειρήνης έγινε διαγωνισμός - οι νέοι τότε σύνθετες να γράψουν τραγούδια για να τραγουδάνε οι οδοιπόροι στη διάρκεια της πορείας. Έγραψαν όλοι, ο Λεοντής, ο Λοΐζος, έγραψα και εγώ και δεν τους άρεσε καθόλου. Ήταν αυτό που λέει «Πολεμούθαμε απ' το βράδυ ως το πρωί». Μου λένε «τι είναι αυτό; Τώρα θα τραγουδάμε οι οδοιπόροι τέτοια; Δεν είναι πράγματα αυτά». Αυτοί έχασαν. Επεκράτησε ένα άλλο τραγούδι του Θεοδωράκη, που δεν θυμάμαι πώς ήταν. Τέλος πάντων, έχω περπατήσει κατ' επανάληψη από τον Μαραθώνα μέχρι εδώ.
Ο Λαμπράκης ήταν σύμβολο γιατί στην πρώτη πορεία είχε φτάσει στο Μαραθώνα, αποβραδίς ίσως, και περπάτησε στον Τύμβο. Συνελήφθη, τον άφησαν, αλλά μετά, στη Θεσσαλονίκη τον δολοφόνησαν. Τον πήγαν στο ΑΧΕΠΑ. Ήμουν με τον Άλκη τον Σαχίνη. Τον αναφέρω σε κάνα-δύο τραγούδια μου γιατί πέθανε πολύ νέος - ο πρώτος από την παρέα που πέθανε. Η παρέα είναι μία αλυσίδα και είναι ξαφνικά σαν να σπάει ο κρίκος. Θυμάμαι ότι προσπαθήσαμε να μπούμε μέσα στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, μπας και μάθουμε τι γίνεται, αλλά μας σταμάτησε ένας φοβισμένος φαντάρος με κράνος και με ντουφέκι: «Όχι, όχι, φύγετε γρήγορα. Φύγετε από εδώ». Η δολοφονία ήταν σοκ και το κλίμα στη Θεσσαλονίκη ήταν παρά πολύ βαρύ, έφτασε στρατός από τη Λάρισα. Θυμάμαι λιποθύμησα μέσα στο λεωφορείο. Ένιωθα το ζόφο. Τότε δημιουργήθηκε η νεολαία Λαμπράκη με πρωτοβουλία Θεοδωράκη, ο οποίος έστειλε τον Θόδωρο Πάγκαλο στη Θεσσαλονίκη για την οργανώσει. Εγώ δεν ήμουν στη νεολαία Λαμπράκη, αλλά ήμουν φίλος. Δεν ήμουν σε καμία νεολαία, αλλά ήμουν κοντά τους.
Ψυχρός Πόλεμος
Συζητήσεις υπέρ της Ρωσίας και κατά της Αμερικής ακουγόντουσαν μέσα στα κουρεία, μέσα στα προποτζίδικα, μέσα στα καφενεία. Βέβαια, στο περίπτερο την εφημερίδα στην έδιναν διπλωμένη, όχι μόνο την «Αυγή» αλλά και τα «Νέα». Βλέπαμε ταινίες αμερικανικές και ευρωπαϊκές, ακούγαμε δίσκους στα πάρτι. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν τα τραγούδια, γι' αυτό μου φαινόταν σα μουσική από μακρινό άστρο. Υπήρχαν επίσης πολύ μεγάλες επιτυχίες ιταλικές, γαλλικές, εν πάση περιπτώσει δεν ήταν μόνο τα αγγλοσαξονικά. Χορεύαμε με αυτά τα πράγματα. Πολύ ελκυστική φυσιογνωμία ήταν ο Γκεβάρα. Έβλεπες ένα νέο παιδί με γένια, επαναστάτη, με το πούρο, χαμογελαστός, στα μάτια του το όνειρο. Έφυγε από την εξουσία και γύρισε στην περιπέτεια. Στο εξωτερικό φορούσαν μπλουζάκια με τον Γκεβάρα και όταν δολοφονήθηκε πια έγινε αφίσα. Εδώ, από κάποιους τουλάχιστον, υπήρχε το όνειρο να πάνε στην Κούβα. Το πιο συνηθισμένο όνειρο, όμως, ήταν να πας στην Ευρώπη, στην Αμερική, να δεις από κοντά τι γίνεται. Είχαμε μία καθυστέρηση στην Ελλάδα.
Περιοδικά
Υπήρχαν τα περιοδικά του προβληματισμού. Η «Επιθεώρηση Τέχνης» ήταν το πολύ δυνατό περιοδικό της Αριστεράς. Ο Μίμης ο Δεσποτίδης ήταν το κύριο πρόσωπο σε αυτό και από την άλλη μεριά ήταν οι «Εποχές» του Λαμπράκη, πολύ καλό περιοδικό επίσης. Από την «Επιθεώρηση Τέχνης» ξέραμε τον Αργυρίου, τον Τίτο Πατρίκιο, πολλούς. Από τις «Εποχές» δεν ξέρω κανέναν, εκτός από τον Θέμη Λιβεριάδη - νομίζω και ο Κουμανταρέας πέρασε κάποια στιγμή από εκεί. Ο Τερζάκης ήταν πρωταγωνιστής. Επίσης, πρέπει να αναφέρω την «Κριτική» του Αναγνωστάκη στη Θεσσαλονίκη, τη «Διαγώνιο» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, και το «Πάλι» που έβγαζε η παρέα των σουρεαλιστών στην Αθήνα. Ο Νάνος ο Βαλαωρίτης, τον οποίο δεν τον ήξερα τότε. Γενικά προερχόμουν από τη Σχολή της Θεσσαλονίκης που δεν συμπαθούσε πολύ τον σουρεαλισμό. Θαύμαζα όμως τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο και τον Πεντζίκη - αν και αυτό που κάνει ο Πεντζίκης δεν είναι σουρεαλισμός, είναι περισσότερο συνειρμοί που οδηγούν ο ένας στον άλλο. Πρέπει να πως, επίσης, ότι ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος ήταν οι καλύτεροι στις απαγγελίες στη σειρά της Λύρας. Διαβάζουν υπέροχα.
Τα λαϊκά παιδιά διάβαζαν αθλητικές εφημερίδες, ποδόσφαιρα, τέτοια πράγματα. Ο «Ταχυδρόμος», η «Γυναίκα», αυτά ήταν τα περιοδικά, οι «Εικόνες», οι οποίες σταμάτησαν όμως στη δικτατορία.
Διασκέδαση-μπουάτ
Δεν διάβαζαν τόσο οι νέοι τότε αλλά τραγουδούσαν παρά πολύ. Άκουγαν δίσκους, πήγαιναν στις μπουάτ και τραγουδούσαν. Τραγουδούσαν στις ταβέρνες, δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις μέσα στην ταβέρνα και να μη δεις μία παρέα που τραγουδάει, συνήθως ρεμπέτικα τραγούδια. Και Θεοδωράκη τραγουδούσαν παρά πολύ. Ήταν και πολύ φτηνά να πας στην μπουάτ. Ο φοιτητικός κόσμος, και όχι μόνο, πήγαινε, έτρωγε σε μία ταβέρνα, και μετά, όπως τώρα κάνεις μπαρότσαρκες, η τσάρκα γινόταν στις μπουάτ. Εδώ τραγούδαγε ο Ζωγράφος, εκεί τραγούδαγε ο Σαββόπουλος, πιο 'κει τραγουδούσε η Πόπη Αστεριάδη. Πρέπει να έκανε 10 δραχμές. Πότε σε πλήρωναν, πότε δεν σε πλήρωναν, βέβαια, αλλά, εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δουλειά επ' αμοιβή που έκανα ήταν στις Εννέα Μούσες του Ζουγανέλη το 1964. Καλοκαίρι του '64 το πρώτο μου μεροκάματο. Πρέπει να ήταν κάτι σαν 100 δραχμές τότε, 100 δραχμές τότε ήταν σαν €100 περίπου. Βέβαια, δεν ήταν συνέχεια. Είχαμε μεγάλα κενά χωρίς δουλειά. Εν συνεχεία, μετά τις Εννέα Μούσες, έπιασα δουλειά στην οδό Βουλής, στο Κέντρο «Ρουλότα», ένα υπογειάκι, το οποίο σήμερα είναι τσαγκαράδικο. Βουλής 35, νομίζω. Έπαιζα με την Καίτη Χωματά, ένας χώρος μικροσκοπικός. Θυμάμαι είχαμε πάει να κάνουμε μια εκπομπή για το «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» και μπήκα μέσα με τον οπερατέρ και μου λέει: «Πού είναι η πίστα, πού είναι τα μικρόφωνα;». Δεν είχαμε πίστα, δεν είχαμε μικρόφωνα, έπαιζες σε ένα σκαμπό, και τραγουδούσες εκεί πάνω, έμπαιναν μέσα εβδομήντα άτομα, καθιστοί σε κάτι καρεκλάκια. Κάναμε τρία προγράμματα, δεν ήταν ακριβώς προγράμματα, ήταν ένα στέκι, σαν ένα μπαράκι, όπου κάθεσαι και μιλάς και ακούς μουσική απ' το μαγνητόφωνο και κάθε είκοσι λεπτά βγαίνει ο Σαββόπουλος, τραγουδάει λίγο, σταματάει, κάθεται με τις παρέες και αυτός - δεν υπήρχε άλλος χώρος να καθίσεις, εξάλλου. Μια άλλη μπουάτ στην Πλάκα ήταν η Παράγκα, στην οδό Σωτήρος, σε ένα ανηφοράκι. Είχαμε πολύ επιτυχία αλλά έμπαινε κάθε λίγο η αστυνομία και συλλαμβάνανε τον κόσμο στα καλά του καθουμένου.
Λογοκρισία
Τα «Κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο» κόπηκαν επίσης απ' τη λογοκρισία. Ο Πατσίφας δεν ήξερε τι να μου πει γιατί και εκείνος παραξενεύτηκε και μου έκλεισε ένα ραντεβού με τον λογοκριτή. Ήταν ένας υφυπουργός στην Προεδρία, μπαίνω μέσα του λέω «Τι έγινε;». «Τι βλέπω εδώ, κύριε Σαββόπουλε; Άσμα "Tα κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο" και στίχος "τη μαμά τους τη ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά"». «Ναι, και λοιπόν;». «Τι και λοιπόν; Θίγετε ένα θέμα λεπτό, γυναικολογικής φύσεως». «Ναι, αλλά με τρυφερότητα, λυρισμό και με ταλέντο αν έχετε υπ' όψιν σας». «Έτσι λέτε εσείς, το άσμα απορρίπτεται, πηγαίνετε». «Να πηγαίνω, αλλά δεν είστε μάνα και δεν μπορείτε να καταλάβετε», λέω. Γι' αυτό και άλλαξε, για να περάσει. Έχει φύγει το «κάθε μήνα μία φορά» και τη μαμά τους τη ρωτάνε «κάθε τόσο μία φορά». Υπήρχε μία πλάκα, αλλά ήταν οδυνηρό. Όταν γράφεις κάτι, δεν θες να στο πειράξουν, ειδικά αν το έχεις βασανίσει, και εγώ το έκανα. Καθόμουν 15 μέρες για να σκαρώσω λόγια και μουσική. Έχω μεγάλη τσατίλα με τη λογοκρισία, ήμουν πολύ θυμωμένος. Όχι μόνο στη διάρκεια της Χούντας όπου έλεγες «Ε, καλά, έτσι είναι η κατάσταση» αλλά και μετά, όταν τελείωσαν αυτά, με το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» και με άλλα μου τραγούδια, που η λογοκρισία συνέχισε να τα κόβει. Θύμωνα πια παρά πολύ, διότι δεν είχα συμπαράσταση ούτε από το σωματείο, δηλαδή τσακωνόντουσαν για διάφορα θέματα αμοιβών, ποσοστών, ωραρίων, αλλά με τη λογοκρισία δεν ασχολούνταν. Μας αντιμετώπιζε το ελληνικό κράτος πάντοτε, και επί Χούντας και πριν και μετά, σαν ανήλικους, που δεν έχουν ευθύνη των λεγομένων τους και πρέπει κάποιος άλλος να τους πει πώς πρέπει να τα λένε. Και από την άλλη μεριά, μας έκλεβαν διά της εφορίας και με χίλιους άλλους τρόπους.
Έχω γράψει κομμάτια για να τσατίσω τους λογοκριτές. Π.χ. το τραγούδι «Το Θηρίο» που υπάρχει στο «10 χρόνια κομμάτια». Αναφέρεται στην αθλιότητα της επαρχίας, των καφενείων και τα λοιπά και τελείωνε: «Έγραψα μιαν ιστορία/ να την πω σε μια κυρία/ πριν τελειώσει η ιστορία/ με έκοψε η λογοκρισί-». Τέλειωνε εκεί και το άλφα έβγαινε στραγγαλισμένο εν συνεχεία «ΑΑΑ!». Ο κόσμος χειροκροτούσε. Η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις να πεις κάτι, θα βρεις τρόπο να το πεις, ό,τι και να είναι. Εδώ τον Ντοστογιέφσκι τον λογόκρινε ο ίδιος ο Τσάρος και δεν θα τα καταφέρναμε εμείς: ο Παντελής ο Βούλγαρης, ο Μαρκόπουλος, ο Γεωργουσόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος με αυτούς τους αγράμματους. Αυτό που είχαμε να πούμε το λέγαμε.
Χορός-Σκυλάδικα-Καζαντζίδης
Χόρευαν πολύ στα '60s. Πήγαιναν λοιπόν σε κάτι μπαρ. Δεν υπήρχαν οι ντισκοτέκ τότε, ούτε κλαμπ τα έλεγαν. Ο Κηλαηδόνης ακόμα και τώρα μερικές φορές λαθεύει και το κλαμπ το λέει μπαρ. Χόρευαν και υπαιθρίως με αυτά τα Tepaz. Δεν πήγαινε μέχρι τις επτά η διασκέδαση, γύρω στη μία, το πολύ στις δύο το πρωί είχε τελειώσει. Βεβαίως, βγαίναμε από τις εννέα και γινόντουσαν δύο ή και τρία προγράμματα μικρά, με διάλειμμα ανάμεσα να πιεις τον καφέ σου, να συζητήσεις. Σερβίρονταν μία σούπα, θυμάμαι, ένας τραχανάς που δεν ήταν κακός, με κρουτόν μέσα. Σε κάτι πήλινα σκεύη. Το ξημέρωμα δεν θυμάμαι από πότε άρχισε, πάντως η πρώτη φορά που το είδα εγώ στη δεκαετία του '70 ήταν σε σκυλάδικο. Τότε στο σκυλάδικο πήγαινε ο κόσμος της Λαχαναγοράς. Πήγαιναν οι άνθρωποι που έχουν προέλευση από την επαρχία, γιατί το σκυλάδικο έχει ένα στοιχείο λαϊκο-δημοτικό μέσα στη μουσική του και η γοητεία των τραγουδιστών του ήταν η μεγάλη αμεσότητα που είχαν. Στα άλλα μαγαζιά, τα «καλά», όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές και του δημοτικού τραγουδιού και του λαϊκού τραγουδούσαν λιγάκι σαν αγάλματα, ήταν αποστασιοποιημένοι από το τραγούδι. Έβλεπες δηλαδή μία προσωπικότητα που λέγεται Νίνου, που λέγεται Μπιθικώτσης, οι οποίοι κάθονται και σου λένε το τραγούδι άψογα. Ο πρώτος που το άλλαξε αυτό ήταν ο Καζαντζίδης. Με τον Καζαντζίδη για πρώτη φορά είχαμε την εντύπωση ότι αυτά που λέει είναι δικά του. Ο Καζαντζίδης μάς έκανε να νομίζουμε ότι όλα αυτά που διηγείται τα έπαθε ο ίδιος, είτε μίλαγε για μετανάστευση είτε για μία γυναίκα είτε τη μάνα του. Νομίζαμε ότι αυτός τα έχει πάθει αυτά τα πράγματα, αυτό που παθαίνουμε στην επιθεώρηση, όταν ταυτιζόμαστε πολύ με τους κωμικούς. Δηλαδή, ξεχνούσαμε ότι αυτά που λένε τα έχει γράψει ένας συγγραφέας. Πρέπει να είναι ο πρώτος μεγάλος λαϊκός εκσυγχρονιστής ο Στελλάρας. Έκανε τη συλλογική φαντασία προσωπική. Την ενσάρκωσε. Κάτι τέτοιο προσπάθησα να κάνω κι εγώ. Είμαι ένας Καζαντζίδης χωρίς φωνή.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Ήταν μια φορά ο Jazz FM


Ήταν μια φορά ο Jazz FM

Είκοσι παλαβωμένοι τύποι, σε μια υπόγα στο Βύρωνα! Αυτό το πράγμα ήταν ο JAZZ FM, τα είκοσι έτη από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται αυτές τις μέρες.

Ένας ραδιοσταθμός που δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό «cult», αφού γύρω από το μύθο του έχει αναπτυχθεί μια μάλλον θρησκευτικού τύπου φιλολογία. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει λόγο ακόμη και για «ιερό δισκοπότηρο» της ραδιοφωνίας, εκεί που έχει φτάσει η κατάσταση (με δυο-τρεις φωτεινές εξαιρέσεις, βεβαίως) στην μπάντα των FM. Να μιλήσει για μια συγκλονιστική ανάμνηση, για ένα άπιαστο όνειρο, για τον σταθμό που κάπως, κάπου, κάποτε παραλίγο ν' αλλάξει το χάρτη.
Τέλος πάντων, για να μην πάμε πολύ μακριά, ας κάνουμε ένα μίνι ταξίδι στο χρόνο. Όπως έγραφα και την περασμένη εβδομάδα, τον Μάρτιο του 1987 ο ερασιτεχνικός (βλέπε παράνομος) ραδιοσταθμός Star Radio στους 92,4 Μεγάκυκλους δέχθηκε μια σημαντική ενίσχυση από νέο αίμα παραγωγών, στους οποίους ανήκε και ο υπογράφων. Η ομάδα πήγε καλά, έως πολύ καλά και κάποια στιγμή τέθηκε ζήτημα ενίσχυσής της. Ξαμολυθήκαμε λοιπόν διάφοροι να βρούμε κι άλλα τζιμάνια κι εγώ σκέφτηκα τον καλό μου φίλο τον Ιλάν Σολομών, που ήξερε τα πάντα γύρω από τις νότες κι έστηνε σχεδόν μόνος του το μουσικό πρόγραμμα στα φεστιβάλ της «Αυγής». Ειδικότητά του μάλιστα είχε την τζάζ, πράγμα που μας βόλευε ιδιαιτέρως γιατί όλοι οι άλλοι στον ραδιοσταθμό ήμασταν ταμένοι είτε στο ροκ είτε στην ποπ. Οπότε ήρθε ο Ιλάν στον ραδιοσταθμό μας, του κάναμε πλατό, του μάθαμε πλατό, τον βουτήξαμε στα βαθιά νερά της ραδιοφωνίας και τα 'βγαλε πέρα μια χαρά.
Δυστυχώς, η άνοιξη του Star Radio κράτησε μόλις ένα χρόνο. Υστερα έπεσε καβγάς και τσακωμός, ακολούθως εγκαταστάθηκε (όλως τυχαίως...) στη συχνότητά του ο Top FM, εν τέλει κάποιοι από τους συντελεστές βρήκαμε φιλόξενη στέγη στη συχνότητα του ΗΧΩ FM, στους 102,4 Μεγάκυκλους. Ο Ιλάν φυσικά ήρθε μαζί μας και ακόμη πιο φυσικά ξανάπιασε το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει. Από τους ήχους, τις μελωδίες, τους ρυθμούς της τζαζ. Η εκπομπή του ακουγόταν τα μεσάνυχτα της Κυριακής και συγκέντρωνε σιγά σιγά ένα όχι και τόσο ευκαταφρόνητο κοινό.
Η συνέχεια; Τη συνέχεια ας μας την πει ο ίδιος: «Έχουμε φθάσει πια στο 1990 και μου τηλεφωνεί 6 μήνες σερί ο Κώστας Γιαννουλόπουλος και μου λέει: Ρε συ, έχετε δική σας συχνότητα, ελάτε να κάνουμε έναν σταθμό τζαζ. Εγώ πάλι, κακό του κεφαλιού μου, δεν τον έπαιρνα στα σοβαρά. Ωσπου μια μέρα συναντάω τον Λεωνίδα Αντωνόπουλο (σ.σ.: Σήμερα στη δημόσια τηλεόραση), που μόλις είχε γυρίσει απ' το Λονδίνο και μου πλέκει το εγκώμιο του εκεί JAZZ FM. Είχε φέρει και κασέτες μαζί του, τις παίρνω, τις ακούω, μαγεύομαι. Εδώ είμαστε, λέω. Αμέσως τηλεφωνώ στον Γιαννουλόπουλο, συναντιόμαστε, τα βρίσκουμε, μιλάμε και με άλλους παραγωγούς μετά από μερικές μέρες και στήνουμε μια "ένθετη" ζώνη 12 το βράδυ με 4 το πρωί κάθε μέρα στον ΗΧΩ FM, με σύνθημα "Nobody, no time, only on JAZZ FM". Ξεκινήσαμε στις 11 Μαρτίου του '91, εξ ου και η επέτειος η φετινή, με πρώτο κομμάτι το "We" του κουβανού σαξοφωνίστα Πακίτο Ντε Ριβέρα και παραγωγούς τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, τον εαυτό μου, τον Λεωνίδα Αντωνόπουλο, τον Σπύρο Κατσιγιάννη, την Αννα Κουβαρά, τον Σάκη Τσιτομενέα, τον Βασίλη Σταματίου, την Ελένα Γαβρεσέα, τον Ζακ Σαμουήλ, τον Σταύρο Μούτσελο και τον πολύ πρόωρα χαμένο Κώστα Γεωργίου».
Η ομάδα ενισχύθηκε λίαν συντόμως και μάλιστα απέκτησε καινούριο σύνθημα: «Διαμάντια στον ουρανό της νύχτας». Το τετράωρο δεν άργησε να μετακομίσει 10 το βράδυ με 2 το πρωί, η ζώνη πήγε απ' το καλό στο καλύτερο και τον Σεπτέμβριο του '92 ο JAZZ FM κατέλαβε (ολίγον πραξικοπηματικά, οφείλω να το σημειώσω) όλο το εικοσιτετράωρο του ΗΧΩ FM και εξελίχθηκε σε κανονικό σταθμό με διευθυντή και πνευματικό καθοδηγητή τον αλησμόνητο Κώστα Γιαννουλόπουλο, και διευθυντή προγράμματος και τρεχαντήρι για όλες τις δουλειές τον Ιλάν Σολομών. Συν άξιους παραγωγούς, φυσικά, όλους τους ανωτέρω συν κάποιους άλλους που τους καταγράφω εδώ: Γιάννης Κώνστας, Ζαχαρίας Τσαμούλος, Γιώργος Κοτροκόης, Προκόπης Δούκας, Γεωργία Κάλφα, Στέλιος Μούστος, Βασίλης Γεροντάκος, Γιώργος Φλωράκης, Γιώργος Παπαδόπουλος, Θωμάς Κώνστας, Διονύσης Αγγελάκης, Δημήτρης Φαρής, Μελέτης Μοίρας, Κώστας Μπαρμπέρης και Στράτος Βουγέλης.
Η συνταγή δούλεψε ρολόι, ο σταθμός ακούστηκε αρκετά, η επιρροή του απλώθηκε σε όλους τους ψαγμένους μουσικά κύκλους του Λεκανοπέδιου. Κι εκεί που παλευόταν στα γερά η υπόθεση, ήρθε απότομα το τέλος. Κάποια στιγμή, τα ιδρυτικά μέλη του ΗΧΩ FM δέχθηκαν μια δελεαστική πρόταση από την ΙΜΑΚΟ για τη συχνότητα του σταθμού και αποφάσισαν να τη δεχθούν. Ο JAZZ FM κατέβασε ρολά στις 26 Ιουλίου του '96. Με τα λόγια του Ιλάν Σολομών: «Το τελευταίο κομμάτι ήταν το "Farewell" του Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλέκ. Το έβαλα να παίξει μεσάνυχτα, ακούστηκε ώς το τέλος και αμέσως μετά έγινε το switch στον καινούριο σταθμό και βγήκε ένας πενταχαρούμενος τύπος που ρώταγε τους ακροατές: "Περνάαααμε καλάαα;" Εκλεισα πίσω μου την πόρτα στο υπόγειο, κλείδωσα και πήγα σπίτι να δω τηλεόραση, τον Πύρρο Δήμα να κερδίζει το χρυσό στην Ατλάντα...».

John Lennon : H τελευταία "διαθήκη" του




H τελευταία "διαθήκη" του John Lennon

Στις 9 Οκτωβρίου (2012) θα γινόταν 72 ετών. Δύσκολο να τον φανταστείς σε αυτή την ηλικία. Θα ήταν ένας συμβιβασμένος «Σερ» όπως ο Πολ Μακ Κάρτνει; Ένας συνταξιούχος ροκ-σταρ σαν τον Ντέιβιντ Μπάουι; Ή θα είχε τραβήξει τον δρόμο του Μπομπ Ντύλαν με ατελείωτες περιοδείες και εξαιρετικά άλμπουμ;
Οι σφαίρες του Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν εκείνο το βράδυ Δεκεμβρίου του 1980, γεννούν ένα σωρό συζητήσεις για το τι θα μπορούσε να είναι σήμερα ο Τζον Λέννον και ασφαλώς κανείς δεν είναι σε θέση να πει με σιγουριά, ούτε καν η Γιόκο Όνο, η οποία εικάζει στις συνεντεύξεις της ότι, αν ζούσε, θα πειραματιζόταν διαρκώς με νέα είδη μουσικής. Οπότε το μόνο που έχει αξία, πλην της κληρονομιάς που μας άφησε, είναι ίσως η τελευταία συνέντευξη της ζωής του, αυτή που έδωσε στο περιοδικό Rolling Stone την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 1980, τρεις μέρες πριν από τη δολοφονία του.
Επρόκειτο για την «τελευταία διαθήκη» του μεγαλύτερου συμβόλου της δεκαετίας του εξήντα και για χρόνια έμεινε αδημοσίευτη, επειδή ο δημοσιογράφος που την είχε πάρει, ο γνωστός αρθρογράφος Τζόναθαν Κοτ, δεν είχε την δύναμη να βάλει σε λειτουργία το μαγνητοφωνάκι του ώστε να την αποτυπώσει στο χαρτί. Έπρεπε να περάσουν 31 χρόνια για να το κάνει και το περιοδικό τελικά την δημοσίευσε πέρυσι, παρουσιάζοντας στο κοινό τις απόψεις του Τζον Λέννον την εποχή του θανάτου του, όταν ήταν σαράντα ετών και είχε αποκηρύξει για πάντα το φάντασμα των Μπιτλς.
Έχοντας περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια έπειτα από την τελευταία δισκογραφική του δουλειά, είχε μόλις ολοκληρώσει το Double Fantasy και ήταν έτοιμος να περάσει στην αντεπίθεση αναφερόμενος στη σκληρή κριτική του Τύπου.
«Η ψευδαίσθηση ότι είχα αποκοπεί από την κοινωνία είναι ένα ανέκδοτο», είχε πει. «Εργαζόμουν από τις εννιά μέχρι τις πέντε και είχα ρίξει το βάρος αποκλειστικά στο παιδί μας. Δεν κρυβόμουν. Αλλά δεν έγραψα απολύτως τίποτα. Ήταν μεγάλη υπόθεση για μας να αποκτήσουμε ένα μωρό μετά από αρκετές αποτυχημένες εγκυμοσύνες όπου παρ’ ολίγο να πεθάνει η Γιόκο, τα προβλήματα με τα ναρκωτικά και το χωρισμό. Μετά από δέκα χρόνια, ήλθε το παιδί που περιμέναμε και -μα το Θεό- δεν υπήρχε περίπτωση να κάνουμε τα ίδια λάθη.
Μου έχουν επιτεθεί τόσες πολλές φορές. Αλλά δεν είμαι μόνο εγώ... Πάρε για παράδειγμα τον Μικ Τζάγκερ. Θεωρείς ότι θα τον αφήσουν ποτέ σε ησυχία; Όσο για τον Μπρους Σπρίνγκστιν, ο Θεός να τον φυλάει όταν ο Τύπος αποφασίσει ότι δεν είναι πλέον ο ένας και μοναδικός. Έχω ακούσει καλά λόγια γι’ αυτόν και οι οπαδοί του είναι χαρούμενοι τώρα. Όταν, όμως, θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με την επιτυχία, θα αντιληφθεί ότι μεγαλώνει και ότι πρέπει να κάνει το ίδιο ξανά και ξανά, τότε ο κόσμος θα του γυρίσει την πλάτη και μακάρι να επιβιώσει. Δεν είμαστε μηχανές.
Δηλαδή, τι περιμένουν από τον Σπρίνγκστιν; Μήπως να αυτοκτονήσει στη σκηνή; Από μένα και τη Γιόκο να κάνουμε έρωτα και αμέσως μετά να σκοτωθούμε; Κατάλαβα για πρώτη φορά ότι υπάρχει ένα είδος συστήματος όπου ο καθένας γίνεται κομμάτι του μεγάλου τροχού και απλά πρέπει να συνεχίσει να γυρίζει ότι κι αν συμβεί. Εξάλλου, το σύμπαν είναι ένας τροχός, σωστά; Παρακολουθώντας τον τροχό, νιώθω ότι παρακολουθώ τον εαυτό μου, ακόμα και μέσα από το ίδιο μου το παιδί. Δεν είμαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, είμαι οξύθυμος τύπος και παθαίνω συχνά κατάθλιψη. Οι επονομαζόμενοι καλλιτέχνες -σαν και μένα- είναι εγωιστές κι έτσι στην προσπάθεια να σκεφτώ τον Σον ή την Γιόκο ή οτιδήποτε άλλο πέραν του εαυτού μου, αγχώνομαι τρομερά. Μπορεί να γράφω ένα κομμάτι για τον γιό μου, αλλά θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν περνούσα το χρόνο που χρειάστηκα στη δημιουργία του τραγουδιού για να παίξω μαζί του.
Το πιο δύσκολο για μένα είναι... να παίξω. Μπορώ να εφεύρω τρόπους για να περνάμε το χρόνο μαζί, να ζωγραφίσω μαζί του, να δω τηλεόραση μαζί του αλλά δεν μπορώ να παίξω...» Στην προσπάθεια του να καθορίσει την κινητήρια δύναμη πίσω από τη μουσική του αλλά και την άποψη για όσους τον κατηγορούν, ο Τζον Λένον εξηγούσε: «Το μοναδικό κριτήριο για μένα είναι το κοινό και πρόκειται για κάτι που το αποφάσισα από την περίοδο που βρισκόμουν στη σχολή Καλών Τεχνών. Με ενδιαφέρει να εξωτερικεύω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου και η μουσική είναι ένας τρόπος για να το πετύχω. Ποιός υποτίθεται ότι πρέπει να είμαι; Ένα είδος οσιομάρτυρα που δεν μπορεί να είναι πλούσιος;
Ένας βλάκας στο περιοδικό Esquire (μιλούσε για το προσβλητικό άρθρο ‘Τζον Λένον, που είσαι;’) είναι κλασικό παράδειγμα ανθρώπου που κάποτε σε λάτρευε και τώρα σε μισεί. Δεν τον γνωρίζω, αλλά εκείνος ξόδεψε χρόνο ψάχνωντας την ψευδαίσθηση που έχει δημιουργήσει για μένα και μετά νευρίασε επειδή δεν μπορούσε να τη βρει. Αυτοί οι κριτικοί μοιάζουν με ειδωλολάτρες. Ορισμένοι αρέσκονται να υποστηρίζουν κάποιον όταν βρίσκεται στο δρόμο για την κορυφή, αλλά όταν φτάσει εκεί, τον μισούν. Αυτό που πραγματικά θέλουν είναι νεκροί ήρωες όπως ο Σιντ Βίσιους και ο Τζέιμς Ντιν. Εγώ, λοιπόν, δεν ενδιαφέρομαι να γίνω ένας, οπότε ξεχάστε το!»
Και με αυτά τα λόγια έκλεινε την συνέντευξή του. Τρεις μέρες μετά ήταν κι αυτός ένας νεκρός ήρωας. 

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Τα Δισκάδικα της Αθήνας




ΒΙΝΥΛΙΟ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Τα δισκάδικα της Αθήνας με βινύλια στην εποχή της κρίσης



Του Γιάννη Αλεξίου / johnalex@hol.gr


                                                          

 Σε πείσμα των καιρών το βινύλιο δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη κι έτσι ελάχιστα παραδοσιακά δισκάδικα βινυλίου έχουν κλείσει την τελευταία εξαετία, σε αντίθεση με τα δισκοπωλεία με cd που σχεδόν αφανίστηκαν. Βεβαίως, στα περισσότερα δισκάδικα των Αθηνών υπάρχουν στα ράφια και cd δίπλα στα βινύλια, κυρίως μεταχειρισμένα και σε χαμηλές τιμές, ωστόσο είναι γεγονός ότι πλέον τα βινύλια πουλούν περισσότερο από τα cd.
 Στο μεγάλο ερώτημα για το πώς εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στην κρίση που βιώνουμε μικρά δισκάδικα και να επιβιώνουν, η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι τα περισσότερα πληρώνουν μικρό ενοίκιο, ενώ ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής κάνουν πωλήσεις πλέον και μέσω e-bay και discogs, τα δύο μεγαλύτερα on line καταστήματα μουσικού υλικού, όπου κι εδώ το βινύλιο έχει την πρωτιά σε πωλήσεις.
 Τα δισκάδικα χάρις στο μεράκι των ιδιοκτητών τους – είναι όλοι τους συλλέκτες - και στην μεγάλη αγάπη που έχουν για το βινύλιο, συντηρούνται και σε δύσκολους καιρούς, διατηρώντας το φανατικό κοινό τους, που ναι μεν δεν είναι μεγάλο, αλλά συνεχίζει να αγοράζει μετά μανίας δίσκους βινυλίου. Παράλληλα υπάρχει και μια τάση νέων ανθρώπων που ανακαλύπτουν τον ζεστό ήχο του βινυλίου, οι οποίοι έχουν αρχίσει να μαζεύουν δίσκους.
 Την προσπάθεια επιστροφής στο βινύλιο υποστηρίζουν όλο και περισσότερες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρίες που τυπώνουν βινύλια – η κοπή γίνεται σε άλλες χώρες, όπως Αγγλία, Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία – δίνοντας ώθηση στο βινύλιο με ανατυπώσεις παλιών εξαντλημένων δίσκων κυρίως των δεκαετιών 60 και 70, αλλά και ανέκδοτο υλικό καλλιτεχνών που είχε μείνει στο συρτάρι εδώ και χρόνια.
Αντίθετα οι εναπομείναντες μεγάλες δισκογραφικές που παρακολουθούν εξ αποστάσεως την τάση επιστροφής στον αναλογικό ήχο, προσθέτοντας δίσκους βινυλίου στον κατάλογό τους μόνο και μόνο να μην είναι έξω από αυτό που συμβαίνει…
Στο μεταξύ όλο και περισσότεροι Έλληνες καλλιτέχνες τυπώνουν τους νέους δίσκους τους αποκλειστικά σε βινύλιο ή και σε βινύλιο μαζί με το cd τους.
Αύξηση στην πώληση δίσκων παρατηρείτε και στο εξωτερικό όπως στη Γερμανία κατά 180 %, στην Αγγλία κατά 80 % και στη Γαλλία κατά 10-15 %, χώρες που έχουν παράδοση στην μουσική με αξιοσημείωτη εγχώρια παραγωγή καλλιτεχνών από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα. Επίσης και στην Αμερική, όπως λένε οι πληροφορίες, οι πωλήσεις είναι 80 % βινύλιο και 20 % cd.
«Στην ελληνική παραγωγή βινυλίου η ελπίδα σήμερα να περπατήσει το βινύλιο είναι κυρίως οι πωλήσεις στο εξωτερικό», αναφέρει ο Δημήτρης Βασιλειάδης που τυπώνει βινύλια στην εταιρία του b-otherside records, από τις κορυφαίες της αγοράς. Το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων, αλλά και της Ιαπωνίας για την αγορά βινυλίων ελληνικών ποπ- ροκ καλλιτεχνών, δίνει ώθηση σήμερα στους βινυλιάδες να υποστηρίξουν τη δουλειά τους και να βγάζουν βινύλια τα οποία τυπώνονται από 300 και 500 έως 1.000 κόπιες στην πρώτη κοπή και ανάλογα με την ζήτηση που υπάρχει ακολουθούν και άλλες ανατυπώσεις του ίδιου βινυλίου. Για παράδειγμα το άλμπουμ των Ακρίτας έχει ανατυπωθεί τρεις φορές και έχει εξαντληθεί τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη και την Ιαπωνία όπου υπήρχαν αρκετές παραγγελίες. Αντίστοιχα σε χώρες όπως η Αγγλία και η Γερμανία που το κοινό είναι μεγαλύτερο κάθε δίσκος μπορεί να τυπωθεί από 5.000 – 10.000 δίσκους βινυλίου.
 Στην Ελλάδα ακόμη δεν υπάρχει εργοστάσιο κοπής βινυλίου, αλλά υπάρχει τέτοια προοπτική. Για την ώρα οι άνθρωποι που μεσολαβούν να τυπωθούν βινύλια, οι λεγόμενοι brogger, έρχονται σε επαφή με εργοστάσια στην Ευρώπη (Αγγλία, Τσεχοσλοβακία, Βουλγαρία, Γερμανία κ.α.) και ως μεσολαβητές παίρνουν καλύτερες τιμές προσφοράς απ’ ότι οι εταιρίες που επιζητούν μια μαζική παραγωγή.   
Τα τελευταία χρόνια το βινύλιο ανέκαμψε παγκόσμια καθώς η σύγκριση έγινε και για πολλούς φίλους της μουσικής ο ζεστός ήχος του αποδείχθηκε αξεπέραστος. Αρκετοί νέοι αγοράζουν πικ-απ, αλλά και πολύς κόσμος που είχε δίσκους, με παροπλισμένο το πικ-απ, ξαναμπαίνει στο «παιχνίδι». Έτσι μεγάλωσε η παραγωγή και η αγορά πικ-απ σε παγκόσμιο επίπεδο. Όσοι αναρωτιούνται που θα βρουν βελόνες για τα πικ-απ τους για να αντικαταστήσουν τις παλιές που «ξύνουν» υπάρχουν αρκετά μαγαζιά στη Στοά Φέξη (Πλ. Κάνιγγος), στην οδό Στουρνάρα, ακόμα και σε συνοικιακά μαγαζιά. Η τιμή τους ξεκινά από 25 ευρώ (πέρυσι διπλασιάστηκε η τιμή τους καθότι είναι πιο δυσεύρετες) και  40 ευρώ oι πιο φθηνές (κυκλοφορούν και «μαϊμού» βελόνες, αλλά κάνουν καλά τη δουλειά τους) και φθάνουν τα 175 και 200 ευρώ οι πιο ακριβές, σε μια τιμή λόγική.
Η αντοχή μας βελόνας κρατά 1000-1200 ώρες παιξίματος !
Την ίδια στιγμή συνεχίζουν να βγαίνουν νέες κόπιες παλιών, σπάνιων κυρίως, βινυλίων, ενώ πολλοί ξένοι, αλλά και Έλληνες καλλιτέχνες και συγκροτήματα βγάζουν ακόμη και τώρα σε περιορισμένο αριθμό βινυλίων τις νέες δουλειές τους (Παύλος Παυλίδης, Χρήστος Νικολόπουλος, Δήμητρα Γαλάνη, Τζίμης Πανούσης, Mikro, Nalyssa Green, Ciccada, Evripides and his Tragedies, Last Drive, Κόρε Ύδρο, Μέντα κ.α.).
Αν όλα αυτά σας άνοιξαν την όρεξη για να ξανακούσετε τους παλιούς δίσκους σας, αλλά και να ψάξετε καινούργιους ας πάμε μια βόλτα στα δισκάδικα της Αθήνας…«Επειδή το βινύλιο είναι αρρώστια…δωρεάν ψυχανάλυση» γράφει στο σκίτσο της σακούλας του ο Mr Vinylios, ένα από τα παλιότερα δισκάδικα στο Μοναστηράκι.

                             Κεντρικά δισκάδικα

Το κάθε δισκάδικο έχει την ατμόσφαιρά του και την ιδιαιτερότητά του, όπως το «Υπόγειο», του Πάνου Νικολόπουλου, underground στο πεζόδρομο της οδού Καπλανών 14 (τηλ. 210-3616570), το παλιό δισκάδικο «Σόλωνος και Μασσαλίας», που βρίσκεται κοντά στο Πανεπιστήμιο, με πολλά βινύλια μεταχειρισμένα όλων των μουσικών ρευμάτων από τα 50ς έως σήμερα, μέχρι νέες κυκλοφορίες. Επίσης επανεκδόσεις σφραγισμένων ψυχεδελικών, progressive, folk-rock και ελληνικών συγκροτημάτων και καλλιτεχνών που βγάζουν τους καινούργιους δίσκους σε περιορισμένα βινύλια (250-500 κόπιες παγκοσμίως). Στο «παιχνίδι» αυτό έχουν μπει οι Ισπανοί, αλλά και οι Γερμανοί που επανεκδίδουν σπάνια άλμπουμ, όπως τον «Σιδερένιο Άνθρωπο» του Ηλία Ασβεστόπουλου, ή τα άλμπουμ των Afrodite’s Child σε τιμές 20-25 ευρώ. Επίσης υπάρχει τμήμα κλασικής μουσικής, jazz και soul κι όλα αυτά σε ατμόσφαιρα cool και ατμοσφαιρικής μουσικής κατάλληλης για ψάξιμο βινυλίων.
Στο κέντρο της πόλης συνεχίζει την ιστορία του το κλασσικού πια «Rock’n’Roll Circus» (Σίνα 21, τηλ. 210-3620144), στο Κολωνάκι, το οποίο διατηρούν ο Δήμος και ο Άγγελος πρωτοπορώντας στο ετήσιο Record Store Day, παγκόσμια ημέρα εκπτώσεων στα βινύλια. Ένα δισκάδικο φινετσάτο, με ωραία ατμόσφαιρα, που διαθέτει και πατάρι για να ψάξεις όλα τα είδη της μουσικής, ενώ ειδικεύεται παραδοσιακά στην «μαύρη» μουσική. Εδώ υπάρχουν και επίσης επανεκδόσεις με σφραγισμένα βινύλια και ποικιλία τιμών στα μεταχειρισμένα.
Στην Αθήνα λειτουργεί από το 1982 το artistic δισκάδικο «Music Machine» (Διδότου 16, τηλ. 210-3612376) του Δημήτρη Χατζή (μέλους του γκρουπ Allison), που έχει επισκεφτεί και ο Eric Burdon για να ψάξει δίσκους ! Με 50’ς αισθητική, juke box στη βιτρίνα και vintage έπιπλα και φυσικά βινύλια, μεταχειρισμένα και καινούργια και ποικιλία γιαπωνέζικων εγγραφών.
 Επίσης στο Κολωνάκι, στη Διδότου 34, υπάρχει το «Vinyl Microstore», ένα δισκάδικο με ανοιχτούς ορίζοντες, πιστούς φίλους και έμφαση στην ανεξάρτητη ποπ-ροκ και avant-garde πειραματική μουσική από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2004 διοργανώνει το φεστιβάλ Yuria όπου μέσα στο κατάστημα παίζουν ανά ημέρα διαφορετικοί μουσικοί και σχήματα. Εκεί μπορεί να βρει κανείς πολλά fanzines έντυπα, εντός αλλά και εκτός μουσικού ενδιαφέροντος.                                      


                                    Εξάρχεια


Στο δισκάδικο «Action Records» (Μαυρομιχάλη 51, 210-3640208) του Δήμου Δαλαμάγκα, υπάρχει μεγάλη ποικιλία από new folk, garage, folk-rock, psychedelic, progressive επανεκδόσεις σε καλές τιμές, αλλά και μεταχειρισμένα. Μεγάλη ποικιλία στα είδη αυτά και άνεση στο ψάξιμο λόγω φωτεινότητας του χώρου και σωστής κατηγοριοποίησης των δίσκων. Επίσης fanzine ξένα μουσικά περιοδικά. Ο ιδιοκτήτης του υποστηρίζει επίσης την εγχώρια σκηνή με παραγωγές δίσκων.
Εκεί κοντά, στην οδό Αραχώβης 42 έχει μεταφερθεί εδώ και μερικά χρόνια, από την οδό Σόλωνος, το classic και πάντα υπόγειο δισκάδικο «Art Nouveau» του Νίκου Κοντογούρη, που ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά την ιστορία της ψυχεδέλειας, του progressive και του κλασικού ροκ, αλλά και νέο-ψυχεδέλεια και το νέο-garage. Επίσης εδώ υπάρχει ενημερωμένο τμήμα βινυλίων με επανεκδόσεις που βάζουν σε πειρασμό να συνεχίζει επιλεκτικά την συλλογή του ο Νίκος που πρέπει να είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο των συλλεκτών καθώς δήλωσε πρόσφατα ότι «έχει συμπληρώσει τη δισκοθήκη του !».
Εκεί κοντά είναι ο «ναός της ελληνικής μουσικής» το δισκάδικο του Σπύρου Χώλη «Ο Μικρός Ερωτικός» (Καλλιδρομίου 20, τηλ. 210-3390893), για οτιδήποτε ψάχνετε στην ελληνική δισκογραφία σε βινύλιο (και 45άρια) ή cd, αλλά και παιχνίδια ψαγμένα που παίζατε μικροί, ή είχατε ακούσει γι’ αυτά και δεν τα είχατε δει ποτέ πώς είναι ! Μην ξαφνιαστείτε αν πετύχετε μέσα το Δήμο Μούτση να παίζει σκάκι !
 Στα Εξάρχεια είναι μια γερή πιάτσα δίσκων που μπορεί να μετρά την απώλεια του θρυλικού δισκάδικου του Άρη Μπέλλη στην οδό Σπ. Τρικούπη που είχε τα πάντα σε 50’ς και 60’ς, αλλά συνεχίζει να προσελκύει βινιλιομανείς, όπως και το «Sound Effect» (Σπυρίδωνος Τρικούπη 50 και Καλλιδρομίου, τηλ. 210-8259883) του Γιάννη Ανδριόπουλου. Πρωτοπόρος στην μέθοδο του mail order, λίστες με αντικαταβολή σε όλη την Ελλάδα στα 90ς. Εδώ υπάρχουν συλλεκτικά κομμάτια, επανεκδόσεις, αλλά και 10ιντσα και 7ιντσα singles και νέες κυκλοφορίες, όπως και πολλά fanzine, ελληνικά και ξένα, περιοδικά κι επίλεκτα βιβλία. Επίσης ασχολείται με την παραγωγή δίσκων.   
 Σημαντική συλλογή δίσκων Nostalgia και 50’s – 60’s έχει από το 2005 ο Θανάσης Ξανθάκος στο «Plan 59» (οδός Ζωοδόχου Πηγής 59, 210-3840589). Στο δισκάδικό του υπάρχουν επίσης πολλές προσφορές βινυλίων από 5 έως 10 ευρώ, τμήμα με όλα τα είδη που ενδιαφέρουν τους βυνιλιάδες (psych, jazz, blues, soul. Funk, disco, italo-disco) και μεγάλη ποικιλία 45αριών με εξώφυλλα, επιλεκτικά βιβλία, ποστεράκια και γενικά ότι ενδιαφέρει τους fetich – βινυλιάδες !
 Το «Dark Side Records» (Εμμανουήλ Μπενάκη 27, Εξάρχεια, τηλ. 210-3838353) του Βαγγέλη Κωστή είναι ιδανικό για όσους έχουν gothic και metal μουσικό προσανατολισμό, ενώ υπάρχει και τμήμα με 60’ς – 70’ς βινύλια Επίσης μεγάλη ποικιλία από t-shirts συγκροτημάτων και αξεσουάρ του είδους όπως κούκλες, πόστερ κ.α. Είναι το μόνο δισκάδικο στο κέντρο που εκθέτει βινύλια και στο πεζοδρόμιο !  
Στην οδό Ιπποκράτους 132 βρίσκεται το «Vinyl City» (τηλ. 211-1839910) του Αποστόλη και του γιου του Σπύρου, ένα μαγαζί που τινάζει την…μπάνκα στον αέρα ! Πουλά αποκλειστικά βινύλια σε χαμηλές τιμές, με τους περισσότερους δίσκους που υπάρχουν στα ράφια να κοστίζουν 1 και 3 ευρώ ! Από τα τελευταία καταστήματα που συνεχίζουν την παλιά παράδοση που θέλει να ανανεώνουν το εμπόρευμα τους με δίσκους που φέρνει ο ιδιοκτήτης του δισκάδικου έρχονται από την Αμερική.  
Το «Art Rat» (Ζωοδόχου Πηγής 48, Εξάρχεια, τηλ. 210-3848001) του Αλέκου Οικονόμου, από το 1992, με μεγάλη συλλογή αυθεντικών ψυχεδελικών βινυλίων, αλλά και progressive, punk, new wave και όχι μόνο.  Tο «Purple Haze» (Ανδρ. Μεταξά 4, Εξάρχεια, τηλ. 210-3835189) με αυθεντικές κόπιες 60’ς, 70’ς, 80’ς σε πιο υψηλά οικονομικά στάνταρντ.
Στο ημι-υπόγειο «Rhythm Records» (Εμμανούηλ Μπενάκη 74, Εξάρχεια, 210-3841550), του Σταύρου Καραβουσάνου, από το θρυλικό δισκάδικο «Happening» υπάρχουν καινούργια βινύλια garage, punk, post, alternative, krautrock.
Στην οδό Ασκληπιού 89, στα Εξάρχεια, μεταφέρθηκε καλοκαίρι του 2015 το δισκάδικο "Ηχητικό Καλειδοσκόπιο / Sound Kaleidoscope Record Store" (τηλ. 210 - 3800996) του Χρήστου Τριάντη (πρώην "Fuzz Overdose") όπου θα βρείτε βινύλια garage, surf, rock'n'roll, punk rock, psych, stoner και νέες κυκλοφορίες. 


                                      Μοναστηράκι

 Το Μοναστηράκι παραμένει το άντρο του βινυλίου όπου το κάθε δισκάδικο έχει τους δικούς του φανατικούς πελάτες.
Στην πρώτη στοά κατεβαίνοντας την Ηφαίστου από τον σταθμό του τραίνου, στο νούμερο 20, βρίσκεται ο «Ζαχαρίας» (τηλ. 210-3245035), το δισκάδικο του Ζαχαρία Βρελιανάκη (πρώην μέλος των X-Mandarina και σύντομο μα αρχικό των Purple Overdose), με το μεγαλύτερο stock δίσκων, όλων των ειδών ξένης και ελληνικής μουσικής και μεγάλου τμήματος ελληνικού ροκ, με τρία καταστήματα : ένα με βινύλια, ένα με cd και μεγάλη ποικιλία μουσικών dvd - μουσικών βιβλίων και ένα στο υπόγειο με βινύλια soul-jazz-blues-soundtracks.
 Στη δεύτερη στοά, της Ηφαίστου 24, στεγάζεται από το 1985, ο «Mr Vinilios» (Γιάννης Μαύρος, επίσης στιχουργός γνωστός από τα συνεργασίες του κυρίως με τον Λ. Μαχαιρίτσα, αλλά και Τ. Τσανακλίδου, Αλ. Κωνσταντόπουλο κ.α.) με πολύ υλικό και προσφορές. Πολύ δυνατό είναι πάντα τo τμήμα του με δίσκους από την ελληνική δισκογραφία όλων των ειδών, λαϊκού, έντεχνου και ροκ, σε μεγάλη ποικιλία βινυλίων 33 και 45 στροφών.
 Εκεί θα βρείτε και την μεγαλύτερη ποικιλία psych και progressive δίσκων που επιμελείται ο ειδικευμένος στο είδος Δημήτρης (Jimi Psychoson), sound engineer – mastering αρκετών σημαντικών επανεκδόσεων.
Επίσης υπάρχει ειδικό τμήμα με new wave και 80’ς μουσικές. To δισκάδικο είναι γνωστό και για τα θρυλικά ταμπελάκια που σατιρίζουν τα είδη μουσικής όπως : Δημοτική «Οι Βλάχοι έχουν τον παρά» ! Εκεί μπορεί να πετύχετε τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα να ψάχνει βινύλια, το Γρηγόρη Φαληρέα ή το Γιώργο Κοντραφούρη, καθώς υπάρχει και εκτενές τμήμα jazz δίσκων. Στο δεύτερο μαγαζί, απέναντι ακριβώς, υπάρχουν soul-blues βινύλια, cd και dvd.
Στην τρίτη στοά της οδού Ηφαίστου υπάρχει το δισκάδικο «Rocka Rolla» του θρυλικού «Τζάμπας», με το ανιψιό του Αλέξανδρο Δαμάσχο, να συνεχίζει την παράδοση του μαγαζιού μεταχειρισμένων σε χαμηλές τιμές, όπως υποδηλώνει ο παλιός τίτλος, με ποικιλία σε όλα τα είδη ξένης και ελληνικής μουσικής.  
Σημειωτέον σε όλα τα παραπάνω δισκάδικα του Μοναστηρακίου γίνονται αγορές – πωλήσεις και ανταλλαγές δίσκων και cd.    
Η βόλτα στο Μοναστηράκι συνεχίζεται στην οδό Λεωκορίου 6-8 (τηλ. 210-3310456), χαμηλά στην Ερμού, επίσης μέσα σε στοά, θα βρείτε εκτός από συλλεκτικά νούμερα βινυλίων, μεγάλη συλλογή ελληνικής και ξένης μουσικής, ανακατεμένα προς… ανακάλυψη και ένα «μουσείο» παλιών ραδιοφώνων κα γραμμοφώνων καλοδιατηρημένων που λειτουργούν κανονικά και πωλούνται ! Εκεί σας περιμένουν ο ιδιοκτήτης Κώστας Ματσούκας που έχει εκδώσει τον κατάλογο με όλα τα 45άρια που έχουν βγει ποτέ στην Ελλάδα και ο Άγγελος που έχει να σας διηγηθεί ωραίες ιστορίες. 
Επίσης στην οδό Νορμανού 6, σ' ένα στενό της Ερμού απέναντι από το γνωστό χώρο διασκέδασης "T.A.F." υπάρχει το δισκάδικο "Crossroad" (τηλ. 210 - 3316949) του Δημήτρη Μπεκιράκη, παλιού βινυλιά με θητεία και στις δισκογραφικές εταιρίες, με ανατυπώσεις βινυλίων (psych, prog-rock, jazz, blues) και μεγάλη συλλογή από προσφορές μεταχειρισμένων από 1-3 ευρώ που ανανεώνονται συνέχεια, επίσης cd και dvd. Μαζί του δουλεύει ο Χρήστος υπεύθυνος για τους σφραγισμένους δίσκους και τις νέες κυκλοφορίες.     
Τον Ιούλιο του 2015 το "Δισκάδικο" του Κωνσταντινουπολίτη Σήφη Αγγελίδη, από την πολυετή έδρα του στους Αμπελόκηπους επί της οδού Κηφισίας, όπου βρισκόταν από το 1997, μεταφέρθηκε στην οδό Αγ. Ελεούσης 5, στο Μοναστηράκι (τηλ. 210-6983804), δίπλα στο πρώην "Stage Volume 1", με second hand βινύλια, επανεκδόσεις, καινούργιες κυκλοφορίες και προσφορές, αλλά και cd, dvd, Μαζί του πια στο δισκάδικο και ο γιος του Άγγελος.
 Στην ευρύτερη περιοχή του Μοναστηρακίου, στην οδό Νηλέως 55, κοντά στο σταθμό του Θησείου και του μετρό Κεραμεικός, στις 14 Δεκεμβρίου του 2014 άνοιξε το δισκάδικο "Amberola Vinyl Store" (τηλ. 210-4022413) του Μιχάλη Μυτακίδη, που είναι η ψυχή των Active Member ! Το δισκάδικο αυτό μεταφέρθηκε το φθινόπωρο του 2015 στην οδό Αναστασίου Ζίννη 12, στο Κουκάκι. Είναι κατάστημα καινούργιων και μεταχειρισμένων δίσκων και με άπαντα της δισκογραφίας των Active Member. 

To “Underflow”  άνοιξε φέτος το καλοκαίρι ο Βασίλης Φιλιππακόπουλος  με την πολύτιμη βοήθεια του Κανέλλου Τερζή, όλα μπορούν να συμβούν. Από performance και live μουσικές στο υπόγειο με τις μαξιλάρες και το stage, εκθέσεις φωτογραφίας και εικαστικών. Στον κυρίως χώρο, στο ισόγειο, υπάρχουν  βινύλια και επιλεκτικά cd με άλλες μουσικές, ψαγμένες αλλά και κλασικές στο είδος τους. Ως επί το πλείστον καινούργιες κυκλοφορίες και επανεκδόσεις σε σφραγισμένα βινύλια μέσα σε ένα ωραίο περιβάλλον φτιαγμένο με μεράκι, ατμοσφαιρικό, στα χρώματα της πόλης, ένα σύγχρονο δισκάδικο που είναι ταυτόχρονα και γκαλερί. Αυτό τον καιρό φιλοξενεί την έκθεση του καινοτόμου φωτογράφου Τάσου Βρεττού με τίτλο «Εμφιαλώσεις revisited».  Δίπλα από το καθιστικό υπάρχει ένα μικρό μπαράκι για το ποτό ή τον καφέ σου κι όλα αυτά από το πρωί έως τις 9 το βράδυ, αυστηρά, καθώς «υπάρχει ζωή και μετά το δισκάδικο», όπως μας είπε ο Βασίλης. Το «Underflow / Record Store @ Art Gallery” βρίσκεται στην οδό Καλλιρόης 39 (Στάση μετρό Συγγρού – Φιξ) τηλ. 211-4039926. Ώρες λειτουργίας : Δευτέρα – Παρασκευή 11 π.μ. – 9 μ.μ. και Σάββατο 10 π.μ. – 4 μ.μ.

Την ιστορία του θρυλικού δισκάδικου "Τζίνα" της οδού Πανεπιστημίου - το μαγαζί του Γιάννη και της Τζίνας Κοτσίδη που έκλεισε τον Ιούλιο του 2014, συνεχίζει ο γιος τους Παναγιώτης Κοτσίδης στην οδό Σαρρή 46 στου Ψυρρή / Παλτεία Ασωμάτων (τηλ. 210-3242411) με την επωνυμία "Imantas"δίνοντας έμφαση στην low bap σκηνή και με δικές του παραγωγές.
Τελευταία κυκλοφόρησαν τα άλμπουμ : BRAK (ΧΝΑΡΙΑ) - «Το Κέντρο» και  το «In Dub» του William S. Burroughs σε βινύλιο. Το label “Imantas» που έδωσε το όνομά στο δισκάδικο ξεκίνησε από την συνεργασία με τους Active Member το 2003 και στην ετικέτα αυτή κυκλοφόρησαν τα τελευταία άλμπουμ τους. Επίσης υπάρχει  εκεί μεγάλη συλλογή δίσκων 45", 33" και 78" στροφών σε καλή κατάσταση σε πολύ προσιτές τιμές, αλλά και μια σειρά κλασσικών cd της Blue Note Records στα 6 ευρώ. 

Επίσης συνεχίζει τη πορεία του στο χρόνο από τα 70ς το «Record House», (Ομήρου 46, τηλ. 210-9335466) στη Νέα Σμύρνη, της Ελένης Νεουδάκη και του Αντώνη, με κυρίως νέες κυκλοφορίες βινυλίων και επανεκδόσεις από όλα τα είδη της μουσικής, ενώ υπάρχει το πιο ενημερωμένο τμήμα σε δισκάδικο με όλες τις νέες κυκλοφορίες cd, ελληνικών και εισαγωγής και dvd.
Αυτή ήταν μια βόλτα στα πιο βασικά δισκάδικα της Αθήνας την εποχή της κρίσης, καθώς υπάρχουν και δεκάδες ακόμη μικρότερα, μερικά εκ των οποίων ειδικευμένα, όπως στη heavy metal μουσική, με αιχμή το "Sirens Records Metal Shop" (Νικηταρά 14, τηλ. 210-3222304) του Χρήστου Χριστοδούλου, στο κέντρο της Αθήνας. 
 Ας βάλουμε τώρα ένα δίσκο στο πικ-απ καθώς τα βινύλια είναι παντοτινά ! 




   

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ του Γιάννη Αλεξίου


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Χριστούγεννα 2012 


                                                           Οι «μπατζανάκηδες»




                                               


   Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ / e-mail : johnalex@hol.gr

 Πρέπει να ταξιδέψει κανείς στην Κωνσταντινούπολη για να καταλάβει την πραγματική μαγεία της ταινίας του Τάσου Μπουλμέτη «Πολίτικη Κουζίνα» και τις κρυμμένες μυρωδιές της που τόσο ευωδιάζουν όσους γεύονται την γοητεία αυτής της πόλης που φέρνει δάκρια στα μάτια. Επίσης να κατανοήσει γιατί αποτελεί τίτλο τιμής να είναι κανείς Πολίτης στην Ελλάδα, καθώς όλοι έχουν προκόψει με την δύναμη της ανάμνησης των βιωμάτων τους στην Κωνσταντινούπολη. Μια πόλη που ωστόσο διχάζει, κακώς, πολλούς Έλληνες, στενόμυαλους θα έλεγα, καθώς συνδυάζουν την Πόλη με την Τουρκία, αλλά και τους Τούρκους. Ίσως αλλάξουν γνώμη όταν την επισκεφτούν και καταλάβουν ότι η όποια διχόνοια καλλιεργείτε και διαιωνίζετε μόνο από τις εξουσίες και όχι από τον ίδιο τον λαό της Τουρκίας. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης είναι ιδιαίτερα ζεστοί, ευγενικοί και φιλικοί όταν συναντούν Έλληνες τους οποίους μόλις αντιληφθούν τους αποκαλούν «μπατζανάκηδες». Το επίθετο αυτό αποτελεί μια άμεση επικοινωνιακή επαφή των Τούρκων με τους Έλληνες επισκέπτες της Πόλης, αφορμή για ένα χαιρετισμό και μια συζήτηση ή εξυπηρέτηση.
Τέσσερις μέρες πριν τα Χριστούγεννα ταξίδεψα στην Κωνσταντινούπολη με την σύζυγό μου, όπου την βρήκαμε κάτασπρη από το χιόνι. Μείναμε στην παλιά πόλη, στο Σουλταναχμέτ, λίγα μέτρα από την Αγά Σοφιά. Την επόμενη μέρα ήταν σαν μην είχε χιονίσει ποτέ. Είναι αυτό ένα φαινόμενο στην Πόλη, να λιώνει γρήγορα το χιόνι. Μετά για δυο μέρες τσουχτερό κρύο κα δύο μέρες ήλιος κατάλληλος γα περιπάτους στο Πέρα, αλλά και κρουαζιέρα στο Βόσπορο. Αυτή, νομίζω, ότι είναι και η πιο δυνατή στιγμή αν επισκεφτείς την Κωνσταντινούπολη. Με το καραβάκι επί μιάμιση – δύο ώρες βλέπεις όμορφα σπίτια χτισμένα γύρω από το Βόσπορο, μέσα στους λόφους, στο πράσινο, πάνω στο νερό. Ανάμεσά τους δεσπόζει και το σπίτι που δώρισε ο Ονούρ στην Σεχραζάτ, ένα αληθινό παλάτι. Στο Βόσπορο μένουν οι πλούσιοι Τούρκοι, περίπου 500.000 με μια άλλη ποιότητα ζωής.

                                 Αγιά Σοφιά και πέριξ

Στο Βόσπορο ξεχνιέσαι, μα στην Αγιά Σοφιά αναπολείς και θυμάσαι. Μάταια έψαχνα την βρύση με την καρκινική επιγραφή που διαβάζαμε στα σχολικά βιβλία, «Νίψονανομήματαμημόνανόψη» (να πλένεις τις αμαρτίες σου όχι μόνο τον πρόσωπό σου) προς μεγάλη μου απογοήτευση την έψαξα, αλλά δυστυχώς την έχουν βγάλει… Πραγματικό δέος νοιώθει κανείς στην είσοδό του στο Ναό (μουσείο το αποκαλούν οι Τούρκοι) με τις επιβλητικές χριστιανικές αγιογραφίες να έχουν έρθει στο φως που έκρυβαν μέχρι πρόσφατα επιμελώς και με παρέμβαση της Ουνέσκο αποκάλυψαν  Αυτοί οι Γιαπωνέζοι είναι φοβεροί καθώς όπου πάνε είναι πολλοί και εξοπλισμένοι με μηχανές κι όταν πάνε σ’ ένα μέρος αντί να το απολαύσουν και να νοιώσουν τα συναισθήματα της ατμόσφαιρας πλακώνονται στα κλικ – κλικ και μετά φεύγουν όπως ήρθαν…
Στην Αγιά Σοφιά πάντως ήταν το μόνο «μουσείο» όπου ταξίδεψα στον κόσμο όπου οι κρατικές τουρκικές υπηρεσίες δεν έκαναν δεκτή την δημοσιογραφική ταυτότητα για ελεύθερη είσοδο, αντίθετα δεν είχα κανένα πρόβλημα στο Μπλε Τζαμί, στο Τοπ Καπί και στο Χαμάμ όπου την αποδέχθηκαν αμέσως. Στο Τοπ Καπί υπάρχει και η απομίμηση του τεράστιου – πέμπτου σε μέγεθος στον κόσμο – πράσινου διαμαντιού, 86 καρατίων, πάνω στην κλοπή του οποίου στήθηκε το σενάριο της περίφημης ταινίας με την Μελίνα Μερκούρη «Τοπ Καπί». Το διαμάντι της κουτάλας όπως έμεινε στην ιστορία καθώς το βρήκε ένας πεταμένο στα σκουπίδια και αντάλλαξε με τρεις κουτάλες, ώσπου αυτό έφτασε στα χέρια ενός κοσμηματοπώλη και έγινε…χαμός.   

                                   Γεύσεις και μυστικά

Είναι παράληψη να μην δοκιμάσει κανείς τις εξαίσιες πίτες που ετοιμάζουν οι γυναίκες στα βιτρίνες των μαγαζιών, είτε είναι αυτά καφέ ή ρεστοράν. Προτιμήστε πίτα με τυρί, είναι η καλύτερη. Πόσες πίτες μπορεί να δώσει ένα καλό μαγαζί σε μια μέρα ; Ένα καλό καφέ – ρεστοράν στο Πέρα, στην Λεωφόρο Ανεξαρτησίας (Istical Cardeji) που κάνει και delivery σε μια καλή μέρα πουλά 1.000 πίτες ! Έτσι μου είπε ο μετρ που μόλις μας κατάλαβε ότι ήμαστε Έλληνες μου συστήθηκε : «Εγώ είμαι Παναθηναϊκός, ο βοηθός μου Ολυμπιακός, εσύ ;»…«Πανιώνιος», του απάντησα…«δεν είναι ούτε Ολυμπιακός, ούτε Παναθηναϊκός, είναι πιο κάτω…», «ναι, αλλά είναι ιστορική ομάδα, δημιουργήθηκε στην Σμύρνη, έχει κόκκινα – μπλε χρώματα και φέτος σκίζει !». Έτσι πιάσαμε κουβέντα…«οι μισθωτοί την πλήρωσαν περισσότερο με την κρίση», σχολίασε ο μετρ και κάπου εδώ έβαλα τέλος στην κουβέντα μας…
Αυτό που κάνε θραύση στην Κωνσταντινούπολη είναι το τσάι με μήλο ! Είναι της μόδας δηλαδή και όλοι το προτιμούν κι ας είναι χημικό, είναι τόσο εύγεστο που δεν θα πιεις μόνο ένα. Σερβίρετε σε γυάλινο μικρό καμπυλωτό ποτηράκι με λίγο λεμονάκι μέσα.
Η οδός Ανεξαρτησίας είναι σαν τη δική μας Ερμού, γεμάτη εμπορικά καταστήματα κα φίρμες δυτικές. Εντάξει, δεν θα βρει κανείς τόσο καλά πράγματα όπως στην Αθήνα, καθώς τα ρούχα και τα χρώματα τους είναι προσαρμοσμένα στο τούρκικο ντύσιμο, ωστόσο δεν λείπουν οι ευκαιρίες, αλλά και είδη ρούχων που δε θα βρεις στα ελληνικά καταστήματα από γνωστές φίρμες. Μέσα στα στενάκια έχει και παλαιοπωλεία με πλάκες, έτσι λένε τους δίσκους βινυλίου, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ζωγράφειου σχολείου. Επίσης έχει δίσκους καινούργιους και σφραγισμένους, cd, βιβλία στο «Mephisto», το αντίστοιχο δικό μας «Public».
Κωνσταντινούπολη και γλυκά είναι λέξη ταυτόσημη. Στο ίδιο δρόμο λοιπόν, της Οδού Ανεξαρτησίας υπάρχουν τα δύο φημισμένα μαγαζιά, το «Saray» όπου πρέπει να δοκιμάστε οπωσδήποτε kazandibi το σπεσιαλιτέ του. Λίγα μέτρα πιο εκεί είναι το μαγαζί Haci Βekir που δικαιολογεί τη φήμη του για τα καλύτερα λουκούμια στον κόσμο ! Υπάρχει κι ένα τρίτο μαγαζί με γλυκά προς Karakoy πλευρά, το «Gullvoglu»…Απαραίτητη και η βόλτα στο τεράστιο κλειστό παζάρι και κυρίως στο Αιγυπτιακό παζάρι μπαχαρικών, όπου οι λάτρεις των ξηρών καρπών θα πάθουν την πλάκα τους ! Εκεί βγαίνει φρέσκος κι ο καφές, μυρωδάτος με ουρές κόσμου να ψωνίζουν. Ένα καλό σημείο της Κωνσταντινούπολης που αξίζει να ανακαλύψει κανείς είναι το καφέ του Πιερ Λοτί, του αινιγματικού Γάλλου συγγραφέα, που βρίσκεται ψηλά στο λόφο  πάνω από το Φανάρι. Ένα δυνατό σημείο για φωτογράφιση της Πόλης από ψηλά με θέα  τον Κεράτειο κόλπο…