Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Απεβίωσε ο επιδραστικός Mose Allison - Του Γιάννη Αλεξίου













Απεβίωσε ο επιδραστικός Mose Allison

Του Γιάννη Αλεξίου





Απεβίωσε ο επιδραστικός πιανίστας, τραγουδιστής και συνθέτης της jazz και τους blues, Mose Allison, τα ξημερώματα της Πέμπτης (ώρα Αμερικής) σε ηλικία 89 ετών από φυσικά αίτια. Τον θάνατό του επιβεβαίωσε η γυναίκα του Audre Allison στο Associated Press

Ήταν από τους καλύτερους τραγουδιστές της jazz και συνθέτες του 20ου αιώνα. Το παίξιμό του είχε το άρωμα του νότου υιοθετώντας ένα στυλ boogie-woogie blues. Ταυτόχρονα έπαιζε και τρομπέτα. Τα τραγούδια του διασκεύασαν σημαντικά ονόματα όπως οι The Who, Yardbirds, Van Morrison, the Clash, Elvis Costello, Herman Brood, John Mayall’ s Blues Breakers ,Dr Feelgood, Bonnie Raitt, Georgie Fame, Leon Russell και πολλοί άλλοι, ενώ οι Pixies προς τιμή του το τραγούδι «Allison» Από τους πιο θερμούς οπαδούς τους είναι ο Pete Townsend, κιθαρίστας των Who, που διασκεύασε το «Young Man’s Blues» στο ιστορικό «Live At Leeds» των Who.
Η μουσική του επηρέασε ονόματα όπως οι Jimi Hendrix, Rolling Stones, Yardbirds και Tom Waits.
Ο Mose Allison είχε αποσυρθεί από την μουσική σκηνή το 2012.

Επιτυχίες έγιναν τα τραγούδια του : «Parchman Farm» (το διασκεύασε ο John Mayall), «Seventh Son» και «I Love The Life I Live». Αργότερα κυκλοφόρησε δίσκους για την Columbia και την Atlantic. Του είχε αποδοθεί ο ανώτατος κρατικός τίτλος για μουσικό της jazz, NEA Jazz Master
Ο Allison γεννήθηκε στο Tippo του Μισισίπι στις 11 Νοεμβρίου 1927. Σε ηλικία 5 ετών έγραψε το πρώτο του τραγούδι. Στο ξεκίνημα της καριέρας του ήταν επηρεασμένος από τους μπλουζίστες John Lee Hooker, Sonny Boy Williamson και Charles Brown και τους τζαζίστες Duke Ellington και Charlie Parker. Μετακόμισε στη Νέα Υόρκη το 1956 και εμφανίστηκε στη δισκογραφία με το πρώτο του άλμπουμ, «Back Country Suite».

Ο Van Morrison τον έχει χαρακτηρίσει φιλόσοφο και ανάμεσα σε αυτούς που κάτι έμαθαν από αυτόν, ήταν ονόματα όπως οι Jimi Hendrix, the Rolling Stones, Tom Waits, the Yardbirds, John Mayall, J. J. Cale, the Who.










Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Πέθανε στον ύπνο του ο Leon Russell - Του Γιάννη Αλεξίου












Πέθανε στον ύπνο του ο Leon Russell

Του Γιάννη Αλεξίου

Το Rock’n’Roll έχασε ένα από τους πιο ενεργούς «παίκτες» του. Ο Leon Russell απεβίωσε στον ύπνο του το βράδυ του Σαββάτου, στο σπίτι του στο Νάσβιλ, σε ηλικία 74 ετών, όπως επιβεβαίωσε η σύζυγός του. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.
 Πιανίστας, κιθαρίστας, τρομπετίστας, συνθέτης, ενορχηστρωτής, leader band, παραγωγός δίσκων ήταν μερικές από τις πολλές ιδιότητες του Russell, ο οποίος επίσης έκανε καριέρα στο χώρο της κάντρι ως Hank Wilson. Ήταν μέλος του Rock’n’ Roll Hall Of Fame από το 2011 και είχε κυκλοφορήσει τον τελευταίο του δίσκο το 2014 με τίτλο «Life Journey».
Να σημειωθεί ότι ο Leon Russell δεν είχε την καλύτερη φήμη για τον χαρακτήρα του στο μουσικό κύκλωμα, ενώ μεταξύ των ανεξάντλητων μουσικών δραστηριοτήτων ήταν ο dealer πολλών μουσικών, όπως του Joe Cocker.    


Ο Leon Russell γεννήθηκε στις 2 Απριλίου  1942 στο Λόουτον της Οκλαχόμα, στην Αμερική και ξεκίνησε τη μουσική του πορεία σε ηλικία 14 ετών. Την περίοδο 1956-57 έκανε session εμφανίσεις με τους Jerry Lee Lewis και τους Hawks του Ronnie Hawkins. Στις αρχές του ’60 απέκτησε φήμη στη μουσική βιομηχανία χάρις τη δεξιότητά του στο πιάνο και στην τρομπέτα κεντρίζοντας το ενδιαφέρον του παραγωγού Phil Spector που συνεργάστηκε αμέσως μαζί του σε διάφορες ηχογραφήσεις όπως των Ronettes το 1963. Στα μέσα της δεκαετίας συνεργάστηκε με τους Gary Lewis and the Playboys, ως μουσικός, ενορχηστρωτής και συνθέτης. Το 1965 συμμετείχε ως πιανίστας στην επιτυχία των Byrds «Mr. Tambourine Man». Στην συνέχεια περιόδευσε και ηχογράφησε με τους Delaney and Bonnie και μετά με τον Joe Cocker. To 1970 κυκλοφόρησε τον πρώτο προσωπικό του δίσκο και περιόδευσε με τον Joe Cocker στην περίφημες συναυλίες του «Mad Dog and Englishmen» που έβγαλαν ένα διπλό live δίσκο και μια ταινία. Η φήμη του εκτοξεύτηκε και έτσι συμμετείχε σε δίσκους των Rolling Stones (συνεργάστηκε μαζί τους στην παραγωγή του τραγουδιού «Shine A Light» στο δίσκο τους «Exile On Main Street» (1974), τραγούδι που έγινε τίτλος στην ταινία που έκανε γι’ αυτούς ο Μάρτιν Σκορτσέζε το 2008), Rita Coolidge για την οποία έγραψε το «Delta Lady», Glen Campbell, Delaney and Bonnie, Dave Mason και συμμετείχε στο ιστορικό «Κονσέρτο για το Μπαγκλαντές» στο Madison Square Garden της Ν. Υόρκης. Στα τέλη του ’73 ήταν από τα λαμπρότερα αστέρια της ποπ. Το 1975 ιδρύει τη δική του δισκογραφική Paradise Records που ανέλαβε η Warner Brothers Records. Εκεί αμέσως κυκλοφόρησε το «Wedding Album» με την Mary Russell γιορτάζοντας το γάμο τους. Τότε στρέφεται περισσότερο στην κάντι μουσική και στα τέλη 1978 συνεργάζεται με τον παλιό φίλο του Willie Nelson σε μια πολύ πετυχημένη περιοδεία και το 1979 κυκλοφορεί το διπλό live τους «One For The Road» που ανακηρύσσεται καλύτερος κάντρι δίσκος της χρονιάς.

Ο Leon Russell σκόπευε να κάνει περιοδεία μέσα στο 2017. Οι αποχωρήσεις μουσικών δεν έχουν τελειωμό το δίσεκτο έτος του 2016…

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

O Neil Young γιορτάζει τα 71 του χρόνια και κυκλοφορεί νέο δίσκο - Του Γιάννη Αλεξίου
















 O Neil Young γιορτάζει τα 71 του χρόνια και κυκλοφορεί νέο δίσκο

 Του Γιάννη Αλεξίου

Τα 71 του χρόνια γιορτάζει ο Neil Young παραμένοντας ενεργός στην μουσική σκηνή ! Άλλωστε τόσο ο ίδιος, όσοι και οι εκατομμύρια οπαδοί του σε όλο τον πλανήτη αναμένουν το νέο του άλμπουμ «Peace Trail» που κυκλοφορεί στις 9 Δεκεμβρίου, ηχογραφημένο στα Shangi – La Studio του παραγωγού και διευθυντή της Columbia Rick Rubin, που συνέβαλε στη διάδοση της hip-hop. Παλιά καραβάνα και περσόνα του Rock’n’ Roll ο Neil Young αρέσκεται να παρουσιάζει ένα διαφορετικό μουσικό πρόσωπο από δίσκο σε δίσκο, ιδιαίτερα από την δεκαετία του 80 έως σήμερα. Ο Καναδός τραγουδοποιός πριν μερικά χρόνια είχε δηλώσει για τον κακό ήχο στις σημερινές ηχογραφήσεις : «Να σώσουμε τη μουσική από την ψηφιακή λαίλαπα», υποστηρίζοντας ότι : «Ο σκοπός μου είναι να προσπαθήσω να σώσω την τέχνη μου που ασκώ τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ζούμε στην ψηφιακή εποχή και αυτό, δυστυχώς, υποβαθμίζει την μουσική μας, δεν τη βελτιώνει», μιλώντας στο συνέδριο «D : Dive into Media» στο Ντάνα Πόιντ της Καλιφόρνια. 


Η αποστροφή του για τον συμπιεσμένο ήχο και της μετατροπής του σε MP3, καθώς και την προτίμηση πολλών να ακούν μουσική μέσω των iPods καταστρέφει την ποιότητα, κάτι γνωρίζει καλά ο Neil Young καθώς έχει βάλει τη σφραγίδα του στην μουσική μέσα από τον αναλογικό ήχο του βινυλίου. Τα τελευταία χρόνια ηγείται μάλιστα του κινήματος που ίδρυσε ο ίδιος με την επωνυμία «Occupy Audio» με μότο «Καταλάβατε τον Ήχο». Πρόκειται για ένα κίνημα μουσικόφιλων που πιέζει τις δισκογραφικές εταιρίες να βελτιώσουν τον ψηφιακό ήχο. Φυσικά και είναι αντίθετος με τις επανεκδόσεις βινυλίων από ψηφιακή ηχογράφηση και όχι από αναλογική μορφή, κάτι που δυστυχώς συμβαίνει ακόμη κι εκεί σε πολλές περιπτώσεις.

Ο Neil Young γεννήθηκε στο 12 Νοεμβρίου 1945 στο Τορόντο του Καναδά κι έκανε την εμφάνιση στα μέσα του΄60 στο Yorkville της γενέτειράς του σαν φολκ τραγουδιστής, φανερά επηρεασμένος από το στυλ του Bob Dylan. Για την ροκ μουσική ενδιαφέρθηκε όταν άκουσε στο ραδιόφωνο τραγούδια του Bill Haley και του Elvis Presley μετά τα μέσα των 50ς. Το πρώτο όργανο που έμαθε να παίζει ήταν το γιουκαλίλι και μετά έμαθε ακουστική κιθάρα.
 Σχημάτισε τους Neil Young and The Squires και μετά προσχώρησε στους θρυλικούς Buffalo Springfield, στο Λος Άντζελες το 1966. Έκαναν τρεις εξαιρετικούς δίσκους, όπου ο Young έπαιζε lead κιθάρα, συνέθετε και ενίοτε τραγουδούσε.  Μετά τη διάλυση του γκρουπ κυκλοφόρησε το πρώτο του και ομώνυμο δίσκο, το 1969. Έγινε ευρύτερα γνωστός με το τρίτο και αριστουργηματικό άλμπουμ «After The Goldrush», το 1970, που περιείχε το «Southern Man» που ήταν η απάντησή του στο «Sweet Home Alabama» των Lynyrd Skynyrd με θέμα τον αμερικανικό νότο. Στο μεταξύ κι είχε βγει ο πρώτος προσωπικός του δίσκος και μόλις ο δεύτερος «Everybody Knows This Is Nowhere»,  το καλοκαίρι του ’69 μαζί με τους Stephen Stills, David Crosby και Graham Nash σχηματίζουν τους Crosby, Stills, Nash and Young, ένα super group της εποχής, στο οποίο πήγε μετά από πιέσεις των μελών του. Εδώ κάνει ένα εξαιρετικό κιθαριστικό δίδυμο με τον Stills, που αποτυπώθηκε μεταξύ άλλων τραγουδιών, στα «Helpless» και «Ohio».
 Κορυφαία στιγμή η εμφάνιση τους  στο Woodstock στις 18 Αυγούστου του ’69.  Μετά από δύο κορυφαία άλμπουμ, «Déjà Vu» (1969) και «4 Way Street» (1970) που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία σε Αμερική, Βρετανία και Ευρώπη, το γκρουπ διαλύθηκε και ο Neil Young έκανε την ταινία «Journey Through The Past», όπου έπαιζε, σκηνοθετησε κι έγραψε το σενάριο, που πέρασε απαρατήρητη, ενώ ετοίμαζε το καλύτερό του άλμπουμ «Harvest» που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του ’72, με την μεγαλύτερή του επιτυχία «Heart Of Gold». Έγραψε τραγούδια επηρεασμένος από το θάνατο Danny Whitten από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Επίσης έχασε και το φίλο του από τους CSN&Y, του Bruce Berry. Δύο γεγονότα


που τον  επηρέασαν και τα επόμενα χρόνια στις συνθέσεις του. Η φωνή του ήταν τόσο χαρακτηριστική και αναγνωρίσιμη, αυτή η λεπτή κρυστάλλινη φωνή που λάτρεψαν οι φίλοι της ροκ μουσικής. Στα επόμενα άλμπουμ του αρχίζει να πειραματίζεται με τον ήχο του και στους στίχους του που κάποιες φορές είναι σουρεαλιστικοί, όπως στο «On The Beach» (1974). Από τα πιο σημαντικό άλμπουμ της καριέρας του ήταν το «Comes A Time» του 1978, στο οποίο ο Young δείχνει ανεξάντλητος. 


Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο ήχος του γίνεται πιο ηλεκτρικός και μέσα στο punk κλίμα της εποχής βγάζει το «Rust Never Sleeps», από τα πιο σημαντικά του, που περιέχει το κλασσικό πια «Hey Hey, My My (Into The Black)», με αναφορά στον Johnny Rotten των Sex Pistols θέτοντας το ερώτημα «Is this the story of Johnny Rotten ?». Ακολούθησε μεγάλη περιοδεία στην Αμερική μετά από χρόνια από την οποία βγήκε το «Live Rust» (1980), που έγινε χρυσό. Το απωθημένο του για το rock’n’roll του ’50 που τον έβαλε στην μουσική το έβγαλε στο δίσκο «Everybody’s Rockin’», το 1983, διασκευάζοντας εξαιρετικά, αγαπημένα του τραγούδια, όπως το «Mystery Train» του Elvis. Η δισκογραφία του πυκνή με συνεχή παρουσία από τότε μέχρι σήμερα.

Μετά την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκο του, το 1969 συνεργάζεται με το συγκρότημα Crazy Horse που πρωτοάκουσε στο Whiskey A Go-Go» και έμελλε να τον συνοδεύει επί 30 χρόνια, αλλά και με τους The Band, Joni Mitchell, Linda Ronstadt, Emmylou Harris.  
Εκτός της ταινίας του 1973, έχει σκηνοθετήσει αρκετές ταινίες με το ψευδώνυμο Bernard Shakey, ενώ δεν έγινε ποτέ Αμερικανός υπήκοος παρ’ ότι μόνιμος κάτοικος της Καλιφόρνιας. Είναι επιληπτικός και το 2005 μετά από χειρουργική επέμβαση ξεπέρασε ένα εγκεφαλικό ανεύρυσμα. Διατηρεί σχέση με την ηθοποιό Daryl Hannah.