Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

LOU REED....η ιστορία του από τον Γιάννη Αλεξίου


POE-try....ένα αφιέρωμα στον LOU REED 


Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ 








                                                                       
POE-try

Αν βάλεις κάτω τον Lou Reed είναι σαν να αναλύεις την τετραγωνική ρίζα του rock’ n’ roll. Εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που έδωσαν χαρακτήρα σε αυτή την γλυκόπικρη υπόθεση όπως έχει εξελιχθεί η μουσική βιομηχανία. Το σίγουρο για τον Λου είναι ότι παραμένει άριστος χειριστής του μαγικού ραβδιού του rock’ n’ roll διασώζοντάς του, αν μη τι άλλο, την πληγωμένη αξιοπρέπεια του. Στην πρόσφατη συναυλία των Love στη Αθήνα χρειάστηκε ο ευφυής, την ώρα εκείνη, d. j. να διαλέξει το «Satellite of Love” του Lou Reed για να δώσει την ευκαιρία στο συνεπαρμένο κοινό να ξεκινήσει τη διαδικασία αφομοίωσης των όσων έζησαν τις προηγούμενες δύο ώρες και ενώ επί μία ώρα το γκρουπ έκανε αλλεπάλληλα encore. Αυτό άλλωστε κάνει εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια ο Reed  φέρνοντας το rock’ n’ roll στα δικά του μέτρα μέσα από τον άγριο δρόμο που διάλεξε.

Το άξιον εστί αφιέρωμά του στον Έντγκαρ Άλαν Πόου στον τελευταίο δίσκο του «The Raven”, βγάζει ένα απωθημένο του στην ποίηση, «το αποκορύφωμα της συνολικής δουλειάς μου, εκτός της φωτογραφίας», λέει ο πάντα αινιγματικός Νεοϋορκέζος. Δεν είναι άλλωστε η μόνη φορά στη ζωή του που έκανε βουτιά, στον κόσμο της ποίησης που τον συντροφεύει από τα χρόνια των σπουδών του στο Syracuse University. Στο «Blue Mask” του ’82 καταπιάστηκε με την ποίηση του Delmore Schwartz, κύρια παλιά επιρροή του. Η δική του διαδικασία καταστάλαξης όλων των ταραγμένων ημερών και καταστάσεων που έζησε στη ζωή του και είχαν να κάνουν με το γνωστό, αλλά όχι τότε γραφικό, sex drugs and rock and roll. Δεν ήταν από εκείνους που η μοίρα τους ήθελε να συναντούν τους φίλους τους νωρίς, όπως για παράδειγμα την «σειρήνα» Nico γιατί οι ανησυχίες του αναδείχθηκαν πιο δυνατές από τα πάθη του. Ένας ποιητής, που τύγχανε φίλος του Andy Warhol, o Gerald Malanga άκουσε τους Velvet Underground, των οποίων υπήρξε ο ιθύνων νους, στο «Café Bizzare» στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Έτσι έδωσε λύση στην αναζήτηση του Warhol για το αποκαλούμενο Exploding Plastic Inevitable Show του. Ο Malanga πήγε τον Warhοl να τους ακούσει το βράδυ που απολύθηκαν ! 
 

                                                       Ο Νεοϋορκέζος Reed

Kρυφοπαντρεμένος με ένα τραβεστί σερβιτόρα κοκτέιλ, την Μπέτυ, το ’73, ο γκλαμ-ρόκερ Lou Reed είχε «ξαδερφάκια» τους David Bowie, Mick Jagger, Alice Cooper, Andy Warhοl που ανήκαν στο συνονθύλευμα  υποκουλτούρας, ναρκωτικών και τέχνης. To “Walk on the Wild Side” ένα τραγούδι με την χαρακτηριστική ειρωνική χροιά της φωνής του, αναφερόταν στις τραβεστί “σουπερστάρ” του Warhοl. To εξωπραγματικό, το παρακμιακό, το εξαθλιωμένο και το επικίνδυνο τον συνέπαιρνε. Ήταν ο κόσμος του που ταυτόχρονα έπιανε και τον παλμό της εποχής .  
Στην κινηματογραφική ταινία «Blue in the Face” του Paul Auster ο μικρός ρόλος του περικλείει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα ήθελε πιθανώς , όλος ο υπόλοιπος κόσμος να έχει ο Αμερικανός, ως ένας άλλος άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ένας άλλος χαρακτηριστικός ρόλος του, ως μουσικός παραγωγός, στην ταινία του Paul Simon «One Trick Pony” το ’80. Η κριτική του στάση απέναντι στη Νέα Υόρκη τον συντρόφευε πάντα. Η παρακμή της πόλης συμβάδισε με το παρακμιακό στοιχείο της μουσικής του. Η βρωμιά της, η βία, τα απρόσωπα άτομα και η απροθυμία τους τον ενοχλούσαν περισσότερο. Ωστόσο εξακολουθεί να την λατρεύει, να τον εμπνέει και αυτή με την σειρά της συνεχίζει να τον πληγώνει.
Από το 1970 πορεύεται χωρίς τους Velvet Underground.  Η Νέα Υόρκη υπήρξε ορμητήριο του σε όλη τη διαδρομή. Εκεί, ως Velvet αποχαιρέτησε το κοινό, στο Max Cansas City και έτρεξε μετά στο πατρικό σπίτι του στο Long Island να ανακοινώσει τα νέα. To ’74 έκανε στην Ακαδημία Μουσικής της Ν. Υόρκης το δίσκο “Rock’ n’ Roll Animal”, που έγινε ο πρώτος χρυσός του στη Βρετανία. Το ’80 παντρεύτηκε την ημέρα του Αγ. Βαλεντίνου, 14-2, την Σύλβια Μοράλες σε τελετή στο δωμάτιό του στην Christopher Street στο Greenwich Village της Ν. Υόρκης. Το ’89 μαζί με τον πρώην Velvet, John Cale και μαθητή του Ιάννη Ξενάκη, έκαναν ένα διήμερο αφιέρωμα στον Andy Warhall στην καθολικό ναό της Αγ. Άννας στην Ν. Υόρκη. 

                                         Ο Έντγκαρ Άλαν Πόου

Ο Lou Reed δεν ήταν πάντα ένας λάτρης του Πόου, του οποίου το φανταστικό και απόμακρο στοιχείο χαρακτήριζε το έργο του (Ο Ποόυ,1809-49, πέθανε αφού πρώτα πούλησε την ψήφο του στις εκλογές και με τα λεφτά ήπιε μέχρι τέλους). Ένα κοινό σημείο τους. Σαν παιδί διάβασε τα ποιήματά του «The Cask of Amontillado” και “The Raven”, αλλά ανέβηκε αργότερα κατακόρυφα στην εκτίμησή του όταν συμφώνησε ν’ απαγγείλει το ποίημα του Πόου «The Tell Tale Heart” στην μεγάλη αμερικανική γιορτή Halloween. “Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πραγματικά τον Poe”. Είναι ο πιο κλασικός από τους Αμερικανούς ποιητές-ένας ποιητής ιδιόμορφα εναρμονισμένος με τις καρδιές μας…», είπε ο ίδιος. Μαγεμένος επίσης από τα πεζογραφήματα του Poe «Εγκλήματα της οδού Morgue”, ένας θρίαμβος της λογικής, αλλά και το «Εύρηκα». Στο «Raven” σύμπραξε ο παιδικός ήρωας του Lou Reed, ο Τεξανός σαξοφωνίστας της free-jazz, οραματιστής, Onrette Coleman.
O “καθηγητής» Lou κάλεσε στο μάθημά ποίησης του «The Raven” και τον William Dafoe και τον Steve Buscemi στο «The Cask” (βασισμένο στο «The Cask of Amantilllado” επιζητώντας μια «γίππικη» απόδοση. Καλεσμένοι του επίσης οι David Bowie, Laurie Anderson, The Blind Boys of Alabama, Elizabeth Ashley, Mike Rathke, Tony Smith, Kate and Anna McGarrigle. Αξίζει κανείς να αφεθεί στην αλλόκοτη εκτέλεση του «Perfect Day» (τραγούδι που έχει ξαναπαίξει στο περίφημο άλμπουμ «Tranformer”, εκτέλεση που ζήλεψε και ο Διονύσης Σαββόπουλος και την περιέλαβε στο «Ξενοδοχείο» του.

                                     Ηλεκτροσόκ και σπουδές

Δεν είναι και μικρή υπόθεση, αν λάβεις υπ’ όψιν την πολυτάραχη ζωή του «Vicious» (διεφθαρμένος), όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος, το γεγονός ότι ο Lou Reed έκλεισε στις 2 Μαρτίου τα 60 του χρόνια. O Louis Firbank, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Lou Reed, πάντα ήθελε να γίνει rock’ n’ roll αστέρι. Το μεγαλύτερο από τα δύο παιδιά -η αδερφή του είναι η Ελίζαμπετ- μιας μεσοαστικής οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν λογιστής. Οι γονείς του τον έστειλαν να σπουδάσει κλασικό πιάνο επί 5ετία. Αρνήθηκε την υποτροφία γιατί δεν τον ενθουσίαζε αυτή η μουσική. Η δισκοθήκη του αυξανόταν με ροκενρόλλ 45άρακια. Άλλη μεγάλη επιρροή ο Ornette Coleman.
 Στο σχολείο έπαιζε καλό μπάσκετ και έκλεινε συχνά ραντεβού με διαφορετικές κοπέλες. Δημιούργησε ένα φωνητικό γκρουπ με συνοδεία κιθάρας τους Jakes στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50. Οι γονείς δεν δέχονταν κάτι τέτοιο με τίποτε και έτσι τον εξανάγκασαν σε μια σειρά ηλεκτροσόκ σε νοσοκομείο στα 18 του μήπως και συνέλθει. Αλλά και οι απειλές για εγκλεισμό σε ψυχιατρείο ήταν συχνές. Τα ηλεκτροσόκ τον έκαναν να ενδιαφέρεται για τον ηλεκτρισμό!
 Το 1960 φεύγει από το σπίτι του για να σπουδάσει στο Syracuse University, όπου για ένα μικρό διάστημα παρακολούθησε μαθήματα δημοσιογραφίας και ποίησης. Η καλύτερη μάλιστα δημοσιογραφική του επίδοση ήταν όταν ταξίδεψε για να πάρει συνέντευξη από τον πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας Βάλτσλαβ Χάβελ και τον συγγραφέα του «Last Exit to Brooklyn” Χιούμπερτ Σέλμπι, αλλά και του «Δέντρου της Θλίψης» και του «Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο». Και οι δύο υπάρχουν στο βιβλίο του «Between Thought an d Expression”, μια συλλογή επίλεκτων ποιημάτων του από το ξεκίνημά του ως το δίσκο του «Songs for Drella” (συντόμευση των Dracula – Cinderella) που έκανε με τον φίλο και συνεργάτη από τους Velvet, John Cale.
Στο πανεπιστήμιο άρχισε να παίζει ηλεκτρική κιθάρα και έγραψε το «Heroin”, στο οποίο υμνεί την μαύρη πλευρά των ναρκωτικών τραγουδώντας «Heroin is my wife and it’ s my life”. Όταν πήγε να δοκιμάσει την επίδοση του όπλου του στο κεφάλι του διοικητή τον πέταξαν έξω από το στρατό. Εκδιώχθηκε και από το ραδιοφωνικό σταθμό του πανεπιστημίου, όπου επέλεγε παλιά rock’n’roll τραγούδια, όταν έκανε μια πλάκα με μια διαφήμιση για τη μυϊκή δυστροφία. Πιο σημαντική επιρροή του την ανήσυχη εκείνη εποχή του ήταν ο Αμερικανός ποιητής Ντέλμορ Σβαρτς, μέντοράς του και συμπότης του ! Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του έγραψε γι’ αυτόν το δίσκο «The Blue Mask”. O Lou Reed πολλές φορές προσπάθησε να σταματήσει την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά εκείνη την περίοδο μέσω του αλκοόλ, κάτι που κατέγραψε στο «Underneath the Bottle”, συμπληρώνοντας «it didn’ t work”. Είναι επίσης κάτοχος του ανεπίσημου τίτλου του χειρότερου άλμπουμ καλλιτέχνης αξίας του επιπέδου του για το «Metal Machine Music” το ’75 όπου έβγαλε όλο τον αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα του. Μια δεύτερη ευκαιρία του έδωσε ο Reed το 2000 με τη βοήθεια του Bob Ludwig. 
O Lou Reed ζει με όλες τις δυνάμεις του το σήμερα. Δεν του αρέσει το κοινό να ζητά τα παλιά του τραγούδια σε μια συναυλία και όσοι πάνε με αυτή τη διάθεση να τον ακούσουν ίσως αισθανθούν άβολα. Προτιμά να δίνει το σημερινό του στίγμα κάθε φορά που έχει ένα καινούργιο δίσκο και όχι να περιορίζεται σε επιτυχίες του παρελθόντος του. Η ζωώδης παρουσία του στην σκηνή έχει μεταβληθεί στο πέρασμα του χρόνου σε έναν σοφιστικέ 60άρη που παίζει την κιθάρα του και δίνοντας περισσότερη σημασία στην ατμόσφαιρα μιας συναυλίας του. Ωστόσο παραμένει απρόβλεπτος, όπως και τα τραγούδια του.     

                                               Η Nico και τα ναρκωτικά

Σημαντική μορφή στη ζωή του υπήρξε η Nico που γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, από γονείς Ισπανούς και Γιουγκοσλάβους, μεγαλωμένη στην Κολωνία, λόγω πολέμου. Έπαιξε στο Dolce Vita μετά την γνωριμία της με τον Fellini, όντας διάσημο μοντέλο όταν συνάντησε τον Lou Reed, που ξεκαθάρισε από την αρχή της επικείμενης συνεργασίας τους ότι δεν ήθελε να καταντήσουν οι Velvet να την συνοδεύουν. Μαζί έπαιξαν στην ταινία : «Velvet Underground and Nico : A Symphony of Sound”. H θρυλική “μπανάνα», το πασίγνωστο art cover του Warhol βγήκε την ίδια χρονιά με το “Sergeant Peppers Lonely Hearts Club Band” των Beatles με τα κλασικά σήμερα «Waiting for my man” και “Heroin” το «πιο συγκινητικό και ανησυχητικό κομμάτι που γράφτηκε για τα ναρκωτικά», όπως ανέφερε το κείμενο της RCA στην επανέκδοση. H εμμονή του με τα ναρκωτικά στα τραγούδια του εμφανίστηκε και στο «Run Run Run» με αναφορά στην κοκαϊνη, ενώ το «Sister Ray” μιλά για ένα τραβεστί ντήλερ ηρωίνης. Στο “Venus in Furs” η αναφορά του στον σαδομαζοχισμό σόκαρε πολλούς. Σε άλλα τραγούδια αναφερόταν σε άλλα αγαπημένα θέματά του, όπως ο λεσβιακός έρωτας, η αντρική ομοφυλοφιλία, πάντα με το δικό του ωμό τρόπο. Το «Heroin” του Lou Reed βρέθηκε ανάμεσα στο «All you need is love”, “Sympathy for the devil”, ενώ εκείνος τραγουδούσε : «Όταν τρέχω να φύγω σαν τρελός, νοιώθω σαν το γιο του Ιησού», χωρίς φυσικά ραδιοφωνική ανταπόκριση. Αρκετοί μουσκοκριτικοί τον αποκάλεσαν «King Freak of New York” και αργότερα «Rock and Roll Animal», άλλωστε υπήρξε πρόδρομος του πανκ επηρεάζοντας πολλά γκρουπ που ύψωσαν φωνή στα μέσα της δεκαετία του ’70. Μια καλή στιγμή του ήταν όταν μετανόησε για τις απόψεις που είχε για τον Frank Zappa στην αρχή της καριέρας του βγάζοντας τιμητικό λόγο γι’ αυτόν όταν έγινε μέλος του Rock’ n’ Roll Hall of Fame” ενώπιον της κόρης του».  

                                             Δύο τραγούδια του

What’ s Good (Τι Ωφελεί) 

Η ζωή μοιάζει με μια mayonnaise soda
Και η ζωή μοιάζει με διάστημα χωρίς χώρο
Και η ζωή μοιάζει με μπέικον και παγωτό
Να πως μοιάζει η ζωή χωρίς εσένα.

Η ζωή μοιάζει με ένα συνεχές γίγνεσθαι
Αλλά η ζωή εμπορεύεται συνεχώς τον πόνο
Τώρα η ζωή μοιάζει με θάνατο χωρίς ζωή
Να πως μοιάζει η ζωή χωρίς εσένα

Η ζωή είναι σαν να διαβάζεις σανσκριτικά σε ένα πόνυ
Σε βλέπω με τα μάτια του μυαλού μου να πιάνεσαι από τη γλώσσα σου
Τι ωφελεί να γνωρίζει κανείς τέτοια αφοσίωση
Έχω ζήσει – Ξέρω αυτό που κάνει τα πράγματα να προχωρούν.

Τι ωφελεί να βλέπεις μάτι σοκολατί
Τι ωφελεί μια ηλεκτρονική μύτη
Και τι ωφελούσε ο καρκίνος του Απρίλη
Μα δεν ωφελούσε – δεν ωφελούσε καθόλου.

Τι ωφελεί ο πόλεμος αν δεν σκοτώσεις
Τι ωφελεί η βροχή που πέφτει προς τα πάνω
Τι ωφελεί η αρρώστια που δεν θα σε πονέσει
Μα δεν ωφελεί, νομίζω, δεν ωφελεί καθόλου.

Τι ωφελούν αυτές οι σκέψεις που κάνω
Καλύτερα θα ήταν να μην σκεφτόμουν καθόλου
Ένας λαστιχένιος εραστής με συναισθήματα από μπετόν
Σε τίποτα, σε τίποτα απολύτως

Τι ωφελεί η ζωή χωρίς να ζεις
Τι ωφελεί αυτό το λιοντάρι που βρυχάται
Αγάπησες μια ζωή που οι άλλοι πετούν κάθε νύχτα
Δεν είναι δίκαιο, δεν είναι δίκαιο καθόλου.

Τι ωφελεί
Η ζωή είναι καλή –
Αλλά καθόλου δίκαιη.

(Από την ταινία του Βιμ Βέντερς», Μέχρι το Τέλος του Κόσμου)







Power and Glory (The Situation)
(Δύναμη και Δόξα)

Με επισκέφτηκαν η Δύναμη και η Δόξα
Με επισκέφτηκε ένας μεγαλοπρεπής ύμνος
Δυνατές αστραπές
Φώτιζαν τον ουρανό
Ηλεκτρισμός κυλούσε στις φλέβες μου.
Μαγεύτηκα από μια μεγαλύτερη στιγμή
Κυριεύτηκα από την καυτή ανάσα του «θείου»
Χορτασμένος από εμπειρίες όπως ένα λιοντάρι
Ισχυρός από ζωή
Ήθελα τα πάντα
Όχι μερικά.

Είσαι έναν άντρα να μεταμορφώνεται σε πουλί
Είδα ένα πουλί να μεταμορφώνεται σε τίγρη
Είδα έναν άντρα να κρέμεται σε ένα γκρεμό
Από τις άκρες των ποδιών του
Στις ζούγκλες του Αμαζόνιου
Είδα έναν άντρα να βάζει μία κόκκινη καυτή βελόνα μέσα στο μάτι του
να μεταμορφώνεται σε κοράκι
και να πετάει μέσα από τα δέντρα
να καταπίνει καυτά κάρβουνα
 και ήθελα αυτό να συμβεί σε μένα.

Είδαμε το φεγγάρι να χάνεται μέσα στην τσέπη του
Είδαμε τα αστέρια να εξαφανίζονται από τα μάτια μας
Τον είδαμε να περπατά μέσα από το νερό στον ήλιο
και να λούζεται μέσα σε αιώνιο φως
Ξεστομίσαμε ερωτήσεις και περιμέναμε απαντήσεις
δημιουργούσαμε θρύλους, θρησκείες και μύθους
βιβλία, ιστορίες, ταινίες και έργα
τα πάντα, προσπαθώντας να τα ερμηνεύσουμε.

Είδα ένα σπουδαίο άντρα να μεταμορφώνεται σε μικρό παιδί
Ο καρκίνος τον μετέτρεψε σε σκόνη
Η φωνή του όλο και πιο αδύναμη καθώς αγωνιζόταν για τη ζωή του
με μια γενναιότητα που λίγοι άντρες γνωρίζουν
Είσαι ισότοπα να μπαίνουν στα πνευμόνια του
προσπαθώντας να σταματήσουν την εξάπλωση του καρκίνου
και με έκανε να σκεφτώ την Λήδα και τον Κύκνο
και χρυσό φτιαγμένο από μολύβι
Η ίδια δύναμη που έκαψε την Χιροσίμα
και προκάλεσε παιδιά με τρία πόδια και θάνατο.
Μαζεμένος στο μέγεθος μιας δεκάρας
για να μπορέσει να ξαναβρεί την αναπνοή του
Και χτυπήθηκα από τη Δύναμη και τη Δόξα
Με επισκέφτηκε Αυτό ο Μεγαλοπρεπής
Δυνατές αστραπές φώτιζαν τον ουρανό
και η ακτινοβολία κύλησε μέσα του
Ήθελε τα πάντα
όχι μερικά.

*από το άλμπουμ "Magic and Loss" (Μαγεία και Απώλεια) 1992  


Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Συνέντευξη του bluesman Νίκου Ντουνούση










Συνέντευξη του Νίκου Ντουνούση στο Rhythmic horizons


Της Μαρίας Καστανή

Αν κανείς θέλει να βρει έναν Ευρωπαίο κιθαρίστα που παίζει όχι μόνο τα
Texas Blues σαν τον Stevie Ray Vaughan αλλά έχει και ένα πολύ πλούσιο ρεπερτόριο που τον καθιστά ένα αδιαμφισβήτητο guitar hero, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία θα απαντήσει στο διάβα του το Νίκο Ντουνούση και τους Backbone. Ένας εξαιρετικά προικισμένος καλλιτέχνης, ένας guitar master με διεθνή αναγνώριση.


Μ.Κ.   Κε Ντουνούση, πότε πιάσατε κιθάρα για πρώτη φορά στα χέρια σας και τι είναι αυτό που σας έσπρωξε να το κάνετε;

Ν.Ν. Το θυμάμαι σαν χθες .Έπιασα κατά τύχη την κιθάρα ενός συμμαθητή μου της 6ης δημοτικού, στο σπίτι του όπου είχα πάει για παιχνίδι. Την είχα στα χέρια μου για περισσότερη από μια ώρα
  και το μόνο που έκανα ήταν να χτυπάω τις χορδές μία  μία  και να κολλάω το αυτί μου στο σκάφος μέχρι να σβήσουν. Πρέπει να είχα απορροφηθεί πλήρως γιατί ο συμμαθητής παρεξηγήθηκε και δεν θυμάμαι να με ξαναφώναξε στο σπίτι του. Είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί και έκτοτε ζητούσα πάντα μια κιθάρα από τους  γονείς μου. Αγόρασα την πρώτη μου πολύ αργότερα, στα 14 ,μαζεύοντας λίγο – λίγο το χαρτζιλίκι και με τη βοήθεια της μητέρας μου, μια και ο μπαμπάς ήταν παλαιών αρχών και αρκετά αντίθετος με την μουσική.


Μ.Κ.  Ποια ήταν τα πρώτα σας ακούσματα και πόσο σας διαμόρφωσαν σαν κιθαρίστα;

Ν.Ν.
 Αυτά που πραγματικά θυμάμαι σαν πρώτες σοβαρές επιρροές, ήταν ο ροκ ήχος της εφηβείας μου στα τέλη της δεκαετίας του 70 και πόσο φρέσκο και στιβαρό ήταν το άκουσμα στα αυτιά μου. Πρωταγωνιστής πάντα ο ήχος της ηλεκτρικής. Είχα  ιδιαίτερη έφεση στο να αναγνωρίζω το εξάχορδο  άκουσμα με μιας ακόμη και σε πολύ σύνθετες παραγωγές, πριν καν ακόμη αρχίσω να παίζω. Νομίζω ότι αυτή με διάλεξε τελικά, όχι εγώ.


Μ.Κ.
  Πείτε μας για τα χρόνια σας με τους Blues Wire. 1983-1996

Ν.Ν.
 Μισή ζωή θα έλεγα, μαζί με σχολείο και πανεπιστήμιο. Όλοι μας ανδρωθήκαμε σε αυτό το γκρουπ και περάσαμε από τα σχολικά συγκροτήματα στις τάξεις των καλλιτεχνών. Από τα τοπικά φεστιβάλ και μπαράκια ,σε εμφανίσεις με μεγάλα ονόματα του Αμερικάνικου και Ευρωπαϊκού  μπλουζ, ονόματα που ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα μοιραζόμασταν την σκηνή. Ήταν και η εποχή έτοιμη για νέους δημιουργούς όλων των ειδών, οπότε είχαμε τις προϋποθέσεις και τους ανθρώπους γύρω από την μπάντα που βοήθησαν στο να το βάλουμε κάτω και να το δουλέψουμε ως εκεί που δεν έπαιρνε. Ζήσαμε φυσιολογικά και αποκλειστικά από αυτό για μεγάλη περίοδο ,με τον κόσμο πάντα να μας αγκαλιάζει, σε  μια Ελλάδα βέβαια που έχτιζε την καινούργια της μουσική κουλτούρα με ονόματα που έγιναν εκατομμυριούχοι σε ελάχιστο χρόνο. Εμείς απλά ζούσαμε ,παίζοντας μπλουζ ,χωρίς να μας λείπει κάτι. Και το εννοούσαμε.

Μ.Κ.  Πέρα από τον SRV, ποιος άλλος κιθαρίστας σας έχει επηρεάσει τόσο πολύ;
Ν.Ν. Ξεκίνησα ρουφώντας σαν σφουγγάρι ότι έβγαινε από την Αμερικάνικη και Αγγλική ροκ σκηνή εκείνη την
  εποχή. Ροκ εντ Ρολ , ψυχεδέλεια  ,αρτ ρόκ ,προγκρέσιβ,αρ εντ μπι, μπλούζ,ροκ,σάουθ , ότι καθόταν. Την μια στιγμή μπορεί  να μελετούσα Σαντανα η Τζίμμυ Πέιτζ, την άλλη Τζέφ Μπέκ η Σόφτ Μασίν (η τουλάχιστον νόμιζα ότι μελετούσα)και φυσικά Σκίναρντ και Ολμαν Μπράδερς.Είχα μεγάλη αδυναμία και στον Ζάππα.

Ο πρώτος κιθαρίστας που με έβαλε στο μπλουζ ήταν ο
Johnny Winter. Μαζί του και ο Clapton. Και φυσικά οι Blues Brothers με την ταινία τους έδωσαν και μια δόση χλιδής και αισιοδοξίας ,σχετικά με την ιδέα του μπλουζ στις αρχές των 80's.

O Hendrix ήταν ένα γενικότερο σοκ γιατί ενοποιούσε μέσα μου τα είδη (μπλούζ,φάνκ ,ροκ,ψυχεδέλεια) μαζί με τον χορό ,την τέχνη ,την φιλοσοφία. Αρκούσε να τον βλέπω να παίζει (στον κινηματογράφο φυσικά τότε) για να είναι όλα ένα ενιαίο σύνολο. Πήγαζαν όλα από μέσα του. Νομίζω δεν θα υπάρξει άλλος σαν κι αυτόν ,ποτέ.

Αλλά η πραγματική συνειδητοποίηση του μπλουζ ήρθε από τον
Albert Collins  και

τον
Muddy Waters. Τότε πραγματικά ξεκαθάρισε μέσα μου τι είναι ο μπλουζ  ήχος και γιατί όλα προήλθαν από αυτό. Ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα .Η κιθάρα που κρατούσα στα χέρια μου είχε προέλθει από αυτό που άκουγα. Μπορούσα να ξαναμάθω πλέον τις βάσεις σε μία υγιή προσέγγιση. Όλα αυτά πριν τους Wire.

Μπαίνοντας περισσότερο στο Μπλουζ ,ήρθαν και οι νέες
 γενιές, οι αδερφοί Vaughan,ο Ρομπερτ Κρέι ,ο Ντιούκ Ρόμπιλαρντ,ο Μάικλ Μπλούμφιλντ ,ο Ράι Κούντερ και μαζί τους ανακάλυπτα τις δικές τους επιρροές. Αλμπερτ Κίνγκ,Χαουλινκγ Γούλφ,Τί Μπόουν Γουόκερ,Μπι Μπι κλπ, η σειρά είναι ατέλειωτη. Έφτανε μέχρι την κορυφή της πυραμίδας, αυτά που θεωρώ πραγματικά τα μπλουζ των μπλουζ ,τα ακουστικά δέλτα μπλουζ. Αυτά που γέννησαν όλα τα υπόλοιπα.

Μ.Κ. Τι σημαίνει για σας να παίζεις μπλουζ σε μια χώρα σαν την Ελλάδα;

Ν.Ν.
 Είναι ένα μεγάλο και δύσκολο ερώτημα με μια απλή και εύκολη απάντηση. Παίζω μπλουζ στην Ελλάδα γιατί είναι  η χώρα που γεννήθηκα με ότι και αν σημαίνει αυτό.

΄Η Ελλάδα είναι ως επί το πλείστον μία Βαλκανική χώρα με τις ιδιαιτερότητες και την κουλτούρα των Βαλκανίων. Έντονος τοπικός χαρακτήρας
  με  ιδιώματα μπολιασμένα εξ ίσου από την Ανατολή και την Δύση. Πολυπολιτσμικός θα έλεγα αλλά και με έντονη αντίσταση στο λεγόμενο “ξένο”. Λογικό αν αναλογιστούμε την πληγωμένη ιστορία της. Σε αυτές τις συνθήκες η κιθάρα και μιλάω αποκλειστικά για την φύση του οργάνου δεν αποτελούσε ποτέ μέρος της κουλτούρας της, όπως και οι μουσικές που την συνοδεύουν. Ήταν πάντα ένα πολύ “δυτικό” όργανο. Αλλά η κιθάρα είναι το βασικό όργανο πάνω στο οποίο χτίστηκε το μπλουζ και κατ επέκταση το ροκ.

Το ροκ ήρθε (και λόγω πολιτικών συγκυριών) στην Ελλάδα αργοπορημένο και τεμαχισμένο. Και στο τέλος έπρεπε να περάσει το φίλτρο της Ελληνοποίησης
 για να γίνει αποδεκτό. Έφταιγε και η γλώσσα βλέπετε. Αυτά είναι χαρακτηριστικά κοινά με όλες τις Βαλκανικές χώρες. Και αν το ροκ πέρασε από ιερά εξέταση φανταστείτε είδη σαν το μπλουζ. Ο κόσμος απλά δεν ήξερε τι είναι .Την εποχή που ξεκινήσαμε να παίζουμε ,θεωρούσαν  μπλουζ  τα Ιταλικά σλόου.

Δεδομένων λοιπόν των συνθηκών και του περιβάλλοντος, θεωρώ ότι καταφέραμε σε αυτή τη χώρα να δείξουμε στον κόσμο αυτή την μουσική και να μάθει να την ξεχωρίζει και αν θέλετε να την αγαπάει. Όχι σε όλους φυσικά. Σε όσους θελαν να ακούσουν και να μάθουν. Έτσι διαμορφώθηκαν ακροατήρια τα οποία έχουν συνέχεια ακόμη και σήμερα. Ακροατήρια που μας στήριξαν και καταφέραμε να φτάσουμε και σε φεστιβάλ πολλών άλλων χωρών. Και αν και οι ρυθμοί μας σε αυτή την χώρα ήταν πάντα
  σαφώς  περιορισμένοι για τους λόγους που μόλις περιέγραψα, παρ' όλα αυτά για μας ήταν και είναι έργο ζωής και σκοπός και νοιώθουμε περήφανοι γι αυτό. Ακόμη και στη Ελλάδα.

 Μ.Κ.    Αν σας δινόταν η ευκαιρία να κάνετε καριέρα στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στις ΗΠΑ, με πόση ευκολία ή δυσκολία θα το δεχόσασταν ή θα το απορρίπτατε;

Ν.Ν.
 Νομίζω ότι η απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση καλύπτει και αυτή. Σκοπός είναι να παίζουμε αυτή την μουσική  όπου και όπως μπορούμε. Στην Ελλάδα μας έτυχε ,στην Ελλάδα παίζουμε. Στην Αμερική θα δινόταν ευκαιρία ?Στην Αμερική θα παίζαμε. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Δεν είναι η εποχή της μαζικής μετανάστευσης που έπρεπε να φύγεις για 30 χρόνια. Σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις καριέρα κάπου χωρίς να θεωρείσαι μετανάστης. Έχουν αλλάξει τα μέσα και με το διαδύκτιο  είναι εφικτό πλέον να σε ανακαλύψουν όπου κι αν ζεις. Το θέμα είναι πόσο καλός είσαι. Τα υπόλοιπα είναι εύκολα.

Μ.Κ.
   Θανάσης Κωνσταντόπουλος. Ένας καρδιακός σας φίλος αλλά συνάμα και ένας εξαιρετικά αναγνωρισμένος επιστήμονας και καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Θες/νικης, ο άνθρωπος που πέρα από την ευρεσιτεχνία του για ενέργεια από το υδρογόνο, αγαπάει τα μπλουζ και τα συνδυάζει με το επιστημονικό του έργο. Μιλήστε μας γι’ αυτό αν θέλετε.

Ν.Ν.
 Ο Θανάσης Κωνσταντόπουλος για μένα είναι περισσότερο από φίλος. Είναι ένας σύντροφος ζωής, ένας αδερφός που με βοηθάει στην  εξέλιξη και το ίδιο εύχομαι και προσπαθώ να κάνω και εγώ για αυτόν. Σαν τέτοιος λοιπόν ,δεν σταματάει ποτέ να με κάνει να νοιώθω περήφανος και πλούσιος για τους ανθρώπους που με περιβάλουν. Υπάρχει και τρίτος στην παρέα. Ο Γιάννης Καλιμάνης που λειτουργεί ως ηλεκτρολύτης (λογικό αφού είναι δικηγόρος) στην χημεία μας με τον Κωνσταντόπουλο. Και να τονίσω εδώ ότι η ανακάλυψη της παραγωγής υδρογόνου    μέσο της διάσπασης του νερού με την βοήθεια του ήλιου δεν είναι απλά ευρεσιτεχνία αλλά έργο ζωής του Θανάση, βγαλμένο από σκληρή μακροχρόνια δουλειά και να το θυμάστε, θα είναι η επιστήμη του μέλλοντος για την ενέργεια.

Μ.Κ.    Πως εξηγείτε το γεγονός ότι το μπλουζ στην Ελλάδα ξεκίνησε από το Βορρά; Και στον αντίποδα, πόσο δύσκολο είναι για μία μπάντα από το Βορρά να παίζει συχνά στην Αθήνα;

Ν.Ν.
 Δεν νομίζω κατ ΄αρχήν ότι ξεκίνησε από το Βορρά. Υπήρχαν μπάντες σχεδόν σύγχρονες με μας που έπαιζαν μπλουζ στην Αθήνα όταν ξεκινήσαμε και σήμερα φυσικά είναι ακόμη περισσότερες. Για να μη αναφερθώ και στις προσεγγίσεις του Πουλικάκου ,του Σηδιρόπουλου και όλης αυτής της Ελληνοποιητικής ροκ γενιάς που δεν έπαιζαν μπλουζ ,αλλά σαφώς το πλησίαζαν.

Εμείς απλά το κάναμε πιο συγκεντρωμένα και με σαφή στόχο. Σ’ αυτό βοήθησαν δυο παράγοντες. Πρώτον , ότι
 από τους Blues Gang – Blues Wire πέρασαν εξαιρετικοί μουσικοί που κράτησαν το επίπεδο ψηλά και δεύτερον ότι στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχε ποτέ η πληθώρα των “επαγγελματικών” για να το πω ευγενικά χώρων ώστε να τους απορροφήσει με τα ψηλά μεροκάματα της εποχής. Ήμασταν πάντα ερασιτέχνες με επαγγελματική προσέγγιση. Και φυσικά ο πυρήνας της μπάντας ,ο Ηλίας εγώ και ο Σωτήρης ,ήμασταν ταγμένοι στο είδος. Αυτό φυσικά δεν το βρίσκεις ούτε σήμερα ,που θεωρητικά τα πράγματα είναι πιο εύκολα.

Όσο για το πόσο εύκολο είναι να παίζουμε στην Αθήνα ,με το σημερινό κόστος ζωής και ταξιδιού ,έχουμε αραιώσει την συχνότητα των εμφανίσεων σε σχέση με το παρελθόν, αλλά αντιπαραθέτουμε τις χαμηλότερες αμοιβές (πού ήταν ήδη χαμηλές – μην φαντάζεστε τίποτα τρελά νούμερα) για να αντεπεξέλθουμε με κάποια σταθερή συχνότητα εμφανίσεων .Μπλουζ είναι και λεφτά δεν έχει για κανένα.
Μόνο αφοσίωση.

Μ.Κ.  Πείτε μας για τη γνωριμία σας με τον Νίκο Γκραβενίτη. Φαντάζομαι πως η γνωριμία σας μαζί του, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή σας.

Ν.Ν.
 Ο Νίκος  είναι ένα κεφάλαιο ιστορίας στη ζωή μου ,για το οποίο θα μου επιτρέψετε να καμαρώνω πάντα. Υπήρξε Δάσκαλος ,σύντροφος ,πατέρας και φίλος ταυτόχρονα .

Οι καλλίτερες στιγμές μας ,έξω από τις μουσικές, ήταν τα τελευταία χρόνια ,όταν καθόμασταν μόνοι και συζητούσαμε για απλά καθημερινά πράγματα . Σε μια από αυτές συνειδητοποίησα ότι δεν ζητούσε τίποτα από μένα. Απλά μοιραζόταν με απόλαυση την στιγμή ,θεωρώντας με ισότιμο φίλο και συνεργάτη ,σαν όλους τους ιστορικούς του φίλους και συνεργάτες που όλοι γνωρίζουμε ποιοι ήταν. Ήταν μια στιγμή συγκίνησης για μένα ,γιατί κατάλαβα ότι από ένα φίλο δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα, ούτε και αυτός από σένα. Απλά ζεις και μοιράζεσαι τον χρόνο που σου διατέθηκε και είμαι ευγνώμων γι αυτό.
 

Μ.Κ. Έχετε κάτι νέο στα σκαριά από απόψεως δισκογραφίας; Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

Ν.Ν.
 Τα σκαριά για την δισκογραφία της Μπλουζ σκηνής στην Ελλάδα είναι κάτι σαν “αυτό με τον Τοτό”.

Η δισκογραφία παραπαίει έτσι κι αλλιώς ,πόσο μάλλον η δισκογραφία του μπλουζ που δεν υπήρχε εξ αρχής. Τα νούμερα ήταν πάντα περιορισμένα . Οι Β
lues Wire σε αυτό ,ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα

Για μένα ο πρώτος μου δίσκος ,το “
Cracking under Pressure” ήταν μια καλή ευκαιρία να παρουσιάσω το όχημα μου ,τους “Backbone”όταν έφυγα από τους Blues Wire ,μια και έκανα μια παντελώς  καινούργια αρχή. Reset - και όλα από το μηδέν.

Και ήταν ακριβώς έτσι.

Ο κόσμος δύσκολα ελκύεται από ένα καινούργιο όνομα ,όποια και να είναι η ιστορία του και αυτό φάνηκε γρήγορα και από τα νούμερα. Το “
Cracking” δεν ξεπέρασε τα 700 κομμάτια ,από τα οποία φυσικά δεν πήρα δραχμή μια και έπρεπε η εταιρεία να βγάλει  ορθώς τα έξοδα της παραγωγής. Κι αυτό με την χαρισματική συμμετοχή της φωνής του  Γκραβενίτη σε τρία δικά μου κομμάτια και ενώ μέχρι τότε με τους Wire ξεπερνούσαμε τις πέντε χιλιάδες για κάθε παραγωγή, πράγμα αξιοθαύμαστο για μπλουζ μπάντα σε ανεξάρτητη εταιρεία ,στην Ελλάδα της εποχής.

Ήταν έκπληξη ακόμη και
 για μένα και πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο είναι να σταθείς στα πόδια σου. Ήταν όμως μία αρχή αυτό το c.d και μάλιστα ακόμη και σήμερα όποιος το άκουει με κάνει τουλάχιστον να νοιώθω ότι δεν πήγε χαμένο. Είμαι όμως άνθρωπος που δεν κάνει πράγματα χωρίς λόγο και θεωρώ ότι το να κάνω άλλο ένα c.d ,η δυο και να το κουβαλάω στο πόρτ μπαγκάζ για να το μοιράζω στους φίλους μου δεν έχει κανένα νόημα απολύτως.

Τραγούδια υπάρχουν ,αλλά για να αποτυπωθούν θα πρέπει να υπάρχει λόγος. Και μια και η Ελληνική αγορά είναι ούτως η άλλως αδιάφορη στο είδος ,αυτός ο λόγος δείχνει ασήμαντος.

Πλέον με τα ηλεκτρονικά μέσα υπάρχει άλλη προσέγγιση και πρόσφατα διέθεσα το “
Cracking under Pressure” σε sites 'όπως το Reverb nation ,το Amazon  το 247.com και άλλα ιντερνετικά μαγαζιά που επιτρέπουν το ψηφιακό download όλου του δίσκου η μεμονωμένων τραγουδιών αντί μίας μικρής αμοιβής. Η διαφορά είναι ότι αυτά τα “μαγαζιά” απευθύνονται σε αγοραστές παγκόσμια και οι πιθανότητες να κατεβάσει κάποιος τραγούδια είναι ουσιαστικά απεριόριστες. Ελπίζω να προχωρήσει κάπως και αν προχωρήσει και μου δώσει δείγματα ότι αξίζει τον κόπο τότε ναι, μπορεί να προχωρήσω σε νέες ηχογραφήσεις και να τις διαθέσω με ανάλογο τρόπο.

Ξέρετε και οι
 μουσικοί πρέπει να ζήσουνε. Και η επιβράβευση του κόσμου είναι η αμοιβή τους αλλά έρχεται με δύο τρόπους. Με το χειροκρότημα στις εμφανίσεις και με την αγορά των τραγουδιών τους. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει μουσική. Εμείς πετύχαμε το πρώτο. Μεγαλώνοντας όμως ,κάποτε θα πρέπει να βοηθήσει και το δεύτερο, πράγμα όμως για το οποίο ίσως δεν θα σταματήσω ποτέ να αμφιβάλω.  Και δεν το λεω από την μεριά της γκρίνιας γιατί δεν υπήρξα γκρινιάρης ποτέ.

Το λεω από την άποψη της πραγματικότητας και της ουσίας της ίδιας μας της ύπαρξης. Γιατί αν δεν καταφέρεις να ζήσεις από αυτό που κάνεις απλά πάς σπίτι σου και ας μου επιτρέψουν οι νεώτεροι
  να το καταθέσω αυτό σαν συμβουλή απέ ένα μουσικό με 30 χρόνια στην πλάτη του.

Γιατί, μπορεί να είμαστε όσο καλοί θέλουμε να νομίζουμε ότι είμαστε, αλλά χωρίς τον παράγοντα «κόσμος» ,απλά ευλογάμε τα γένια μας.

IT TAKES TWO.US AND THEM.

Μ.Κ. Ευχαριστώ πολύ.

Ν.Ν. Η χαρά δική μου.