Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Άκης Έβενης - Μέρες Ραδιοφώνου - Συνέντευξη στον Γιάννη Αλεξίου









ΑΚΗΣ ΕΒΕΝΗΣ – Μέρες Ραδιοφώνου 


«Χάθηκε πια το ραδιόφωνο που ξέραμε. Το ΕΣΡ (Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο) πρέπει να απαγορέψει το play list γιατί δεν είναι ραδιόφωνο»


«Είμαι φανατικά πια κατά των καταλόγων επιτυχιών και οι μουσικοί απολογισμοί της χρονιάς δεν λένε τίποτε σε μένα»



Του Γιάννη Αλεξίου




Είναι Παγκρατιώτης γέννημα θρέμμα. Ένα φοβισμένο παιδί που πέρασε στην απέναντι όχθη. Όταν χτυπά το κινητό του ακούγεται το Baba O’ Riley των Who. Σεμνός και χαμηλών τόνων, αλλά με τεράστιο όγκο ραδιοφωνικής προσφοράς από διάφορες θέσεις. Αυτή του ραδιοφωνικού παραγωγού στη θρυλική εκπομπή του «Στούντιο 344», στη χρυσή εποχή της δημόσιας ραδιοφωνίας και αργότερα στο Αθήνα 9.84, όπου διετέλεσε από τα ιδρυτικά και διευθυντικά στελέχη του και παραγωγός της εκπομπής «Μπουμ στον Αέρα». Από ηγετική θέση υπήρξε καινοτόμος και στην Ελληνική Ραδιοφωνία κάνοντας τομή στο σχεδιασμό προγράμματος κατά τη μετάβαση του Τέταρτου Προγράμματος σε ΕΡΑ-σπορ, φέρνοντας την άνοιξη στην ραδιοακρόαση. Η ΕΡΤ ήταν το «σπίτι» του κι εκεί επέστρεψε κι έμεινε ως τις αρχές των 00’ς. Από 17 ετών είχε την δική του εκπομπή στο τότε Ε.Ι.Ρ.Τ. Σήμερα δραστηριοποιείτε ως Project και Content manager, σε διάφορα διαδικτυακά projects. Στο σύντομο πέρασμα του από το Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο (Ε.Ο.Α),ολοκλήρωσε την έρευνα για την συνολική καταγραφή των ηχητικών αρχείων του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου της Γενικής Γραμματείας Τύπου. Τις μέρες αυτές που το ραδιόφωνο έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα για τις μοναχικές καρδιές είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να μιλήσουμε μαζί του για ραδιόφωνο, μουσική, ελληνική ραδιοφωνία και προβληματισμούς γι’ αυτήν. Είναι η φωνή που αγαπήσαμε όλοι όσοι μεγαλώσαμε ακούγοντας ραδιόφωνο, είναι ο Άκης Έβενης.

-Από τι ηλικία μπήκες μέσα στην μουσική ;

«Η σχέση μου με την μουσική ξεκίνησε από την βρεφική ηλικία. Η μητέρα μου έπαιζε βιολί πάνω από την κούνια μου. Κάτω από την κούνια υπήρχε ένα music box, αυτό το μουσικό ξύλινο κουτί που έχει ένα μπρούτζινο κύλινδρο με ακίδες, το οποίο έπαιζε άριες. Το κουτί αυτό υπάρχει ακόμα και το έχω στο υπνοδωμάτιο. Σε ηλικία τριών ετών, με πήγαινε κάθε Δευτέρα στις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Καλοκαίρι στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και χειμώνα στο Ρεξ. Στα οκτώ μου έγινα μέλος της παιδικής χορωδίας του παρεκκλησίου των Ανακτόρων όπου εκεί γνώρισα δύο σπουδαίους μουσικοπαιδαγωγούς τον Στέφανο Βασιλειάδη και τον Μιχάλη Αδάμη. Ανάμεσα στα μέλη της ήταν ο Γιώργος Ρωμανός (Γκουζούλης) και ο Βασίλης Ριζιώτης. Εκεί, απόκτησα μια ενεργή σχέση με την μουσική λόγω των εντατικών μαθημάτων σε επίπεδο ωδικής, αρμονίας – σολφέζ, αλλά και των πολλών εμφανίσεων που κάναμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η μεγάλη στιγμή για εμάς ήταν όταν εντατικοποιήθηκαν οι πρόβες με τον Στέφανο Βασιλειάδη και τον Μάνο Χατζιδάκι κατά την περίοδο των Χριστουγέννων του 1963, διότι ο Μάνος προετοίμαζε τους «Όρνιθες» που θα ανέβαζε το επόμενο καλοκαίρι στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών, την Μικτή Χορωδία του Φεστιβάλ Αθηνών και την Παιδική Χορωδία των Ανακτόρων, μια αναθεωρημένη εκδοχή της μουσικής που γράφτηκε το 1959 για το ανέβασμα της κωμωδίας του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, σε απόδοση Βασίλη Ρώτα. Το έργο αυτό κυκλοφόρησε σε άλμπουμ το 1965 από την Columbia / EMI.


Ο Στέφανος Βασιλειάδης ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος της χορωδιακής μουσικής και ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους o οποίος μπορούσε, με έναν γλυκύτατο τρόπο, να αντιμετωπίσει παιδιά που συμπεριφέρονταν όπως εγώ. Υπήρξε εισηγητής του θεσμού των Μουσικών Σχολείων, δημιουργός του πρώτου στην Ελλάδα Μουσικού Γυμνασίου Παλλήνης, (1989) και ο πρώτος πρόεδρος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του υπουργείου Παιδείας. Βασικός άξονας του σχεδιασμού του για τα Μουσικά Σχολεία δεν ήταν τόσο η μουσική εξειδίκευση όσο ή παροχή ευρύτερης μουσικής, καλλιτεχνικής και αισθητικής καλλιέργειας.
Ο Μιχάλης Αδάμης ήταν ο ιδρυτής και διευθυντής της χορωδίας. Ανάμεσα στο μεγάλο δημιουργικό έργο του ήταν και το γεγονός ότι διετέλεσε Πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας του Υπουργείου Πολιτισμού για τη Χορωδιακή Ανάπτυξη, που μελέτησε και προώθησε πρόγραμμα για την τόνωση της χορωδιακής δραστηριότητας με παράλληλη ανάπτυξη της παιδείας και μιας γενικότερης υποδομής, υποστηρίζοντας πλήθος εκδηλώσεων πραγματοποιώντας Συνέδρια-Σεμινάρια, Χορωδιακές εκδόσεις, αναθέσεις έργων για χορωδία και ένδεκα Χορωδιακές Συναντήσεις με τις οποίες προώθησε ιδιαίτερα το θεσμό του Χορωδιακού Εργαστηρίου και του Ομαδικού Τραγουδιού. Και οι δύο ήταν ογκόλιθοι για την μουσική παιδεία μας. Αν διαβάσει κανείς το δημιουργικό παραγωγικό έργο τους, το οποίο έχει αναγνωριστεί διεθνώς, θα απορήσει για το πως είναι δυνατόν στον κύκλο του βίου τους να έχουν κάνει τόσα πολλά! Σε αυτούς τους δύο οφείλω την μουσική καλλιέργεια μου καθώς και την ακουστική δεξιότητα μου ώστε να διακρίνω την λεπτομέρεια σε κάθε ακρόαση. Στα πρώτα χρόνια της Χούντας, η χορωδία σταμάτησε να δραστηριοποιείται. Συνέχισα σπουδές σε θεωρητικό επίπεδο με τον Γιώργο Βώκο και ιδιαίτερα μαθήματα κλασσικής κιθάρας με τον Δημήτρη Φάμπα στο σπίτι του στη Δάφνη. Για κάποιους μήνες έπαιρνα και μαθήματα πιάνο από την Μαρίκα Χαιρογιώργου - Σιγάρα, αλλά επειδή δεν με συγκινούσε, τότε το πιάνο ως μουσικό όργανο, παράτησα τα μαθήματα. Πολύ αργότερα το μετάνιωσα διότι ήταν σπουδαία καθηγήτρια. Για δύο χρόνια παρακολούθησα μαθήματα φλάουτου υπό την καθοδήγηση του Urs Ruttimann ενός άλλου σπουδαίου μουσικού της Κ.Ο.Α. τα οποία επίσης παράτησα. Βέβαια, όλους αυτούς τους σημαντικούς μουσικοδιδασκάλους δεν θα τους γνώριζα αν η μητέρα μου δεν εργαζόταν σε ένα περιβάλλον μέσα από το οποίο γνώριζε πρόσωπα και πράγματα, ως γραμματέας του Γιώργου Σισιλιάνου. Πολύ συχνά, ο Σισιλιάνος, τις έδινε συμβουλές για τον κανακάρη της»

-Ο πατέρας σου είχε σχέση με την μουσική;

«Ο πατέρας μου ήταν νομικός και το 1956, αφού συνέταξε το κείμενο του ιδρυτικού κανονισμού του Ε.Ι.Ρ έφυγε από την Ελλάδα επειδή προσελήφθη ως δημοσιογράφος στο BBC. Με το ζόρι κάθισε στο Λονδίνο τρία χρόνια. Όταν έφυγε εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Νυρεμβέργη όπου εκεί έμεινε 45 χρόνια. Γνώρισα τον πατέρα μου στα 35 μου, λίγες ημέρες πριν πεθάνει.  Ήταν εξαιρετικά αμήχανη η στιγμή της συνάντησης μου μαζί του, διότι με κυρίευσε η φόρτιση που έχεις για έναν άνθρωπο τον οποίο βλέπεις να υποφέρει από την ασθένεια του, δίχως την επιπρόσθετη συναισθηματική φόρτιση που αισθάνεσαι όταν χάνεις ένα πολύ κοντινό σου πρόσωπο. Για να αισθανθείς ότι χάνεις κάποιον, πρέπει να τον έχεις! Θεωρώ ότι η απουσία του από την ζωή μου, με βοήθησε να εκτιμήσω το ρόλο της γυναίκας. Δεν είναι εύκολο, για μια εργαζόμενη μητέρα, να μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί, ιδίως, αν το παιδί της είναι όπως ήμουν εγώ μικρός".

-Τι τύπος ήσουν πιτσιρικάς;
 


«Ένα ατίθασο παιδί που δε ήταν εύκολο να το μαντρώσεις. Σκέψου ότι, στα 5 1/2 μου, με έβαλαν εσωτερικό στο οικοτροφείο του Εθνικού Εκπαιδευτηρίου Αναβρύτων, το οποίο ακολουθούσε το παράδειγμα των σχολών "Schule Schloss Salem" της Γερμανίας και "Gordonstoun" της Σκωτίας που είχε ιδρύσει ο παιδαγωγός Κουρτ Χαν και μέσα σε δέκα ημέρες, αφού τους έκανα άνω κάτω, ζήτησαν από την μητέρα μου να απομακρυνθώ. Ωστόσο και για να μην αδικήσω το, τότε, εκπαιδευτικό σύστημα τους, να σημειώσω ότι, οι παιδαγωγοί είχαν ιδιαίτερη υπομονή μαζί μου, παρά τα όσα έκανα. Απλώς, αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι αρνιόμουν πεισματικά να μείνω εσώκλειστος.
Με τη γιαγιά μου η οποία με ανέχθηκε περισσότερο ως πιτσιρίκι, είχα σχέσεις οργής - σχέσεις στοργής. Τσακωνόμουν έντονα μαζί της, αλλά, επειδή είχε τσαγανό, δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα μαζί της. Έτσι, όταν έβγαινα στους δρόμους και συναντούσα ηλικιωμένους, καταλαβαίνεις τι γινόταν. Όμως, η συνέχεια για μένα γινόταν πιο τραγική όταν επέστρεφα στο σπίτι κι έβλεπα ξαφνικά ανθρώπους έξω από την πόρτα να χτυπούν το κουδούνι μας προκειμένου να διαμαρτυρηθούν στην μητέρα μου για την συμπεριφορά μου. Μιλάμε για ηλικίες του δημοτικού.
Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, η αντίδραση αυτή πήγαζε από φοβισμένα παιδιά τα οποία μεγάλωσαν μέσα σε μια καταπιεστική, για την εποχή, κοινωνία. Καταπίεση στο σπίτι, καταπίεση στο σχολείο με μια εντελώς παρεξηγημένη έννοια για το τι σημαίνει καθωσπρεπισμός. Στη δική μου περίπτωση, ο εγωισμός ήταν τέτοιος που δεν άφηνε περιθώρια ώστε να εκφραστούν οι φόβοι. Βέβαια, σιγά – σιγά, στην εφηβεία τους ξεπέρασα περνώντας στην άλλη όχθη, διότι γρήγορα αντιλήφθηκα ότι, πρέπει να πετάς από πάνω σου αυτά τα οποία αργότερα μπορεί να σου αφήσουν βαρίδια. Βέβαια, με βοήθησαν πολύ και οι παρέες μου. Στα 13 μου, έκανα φιλικές παρέες και με άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία μου έδιναν, όπως με τον καιρό αποδείχθηκε, χρήσιμες συμβουλές.
Όσον αφορά το ενδυματολογικό σουλούπι μου, τα γνωστά: Μακρύ μαλλί, παντελόνια καμπάνα με φθαρμένο στρίφωμα, χαϊμαλιά, πατσουλιά κι όλα αυτά τα αγοράζαμε, από το Pop11, την He της οδού Νίκης και τα χρωματιστά Jean, από το Alexander της Ακαδημίας. Μαγαζιά όπως η He, το Alexander και δυο τρία ακόμα της Ερμού, τα τροφοδοτούσα με μπλούζες batique και tie dye που έφτιαχνα στο σπίτι προκειμένου να βγάζω το χαρτζιλίκι. Μεγαλώνοντας άρχισε να με κυριαρχεί η λογική κι όταν έφυγα στα 22 μου από το σπίτι, ηρέμησα εντελώς. Μαλάκωσα ως χαρακτήρας επειδή άρχισα να παρατηρώ τα πράγματα με κάθε λεπτομέρεια, πριν θυμώσω. Μετρώ όλες τις παραμέτρους και γενικά προσπαθώ να είμαι εξαιρετικά ψύχραιμος, ιδίως, στα πολύ δύσκολα. Μάλιστα, κάποιοι φίλοι ή συνάδελφοι, εκλάμβαναν την ψυχραιμία μου ως αναισθησία ή βλακεία. Αυτό, ουδόλως με χάλαγε διότι οι εμπειρίες μου, από τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς μου, με βρήκαν εξαιρετικά νωρίς»

-Ποιος σου έδωσε την ώθηση  για την μουσική ενημέρωση σου;

«Όσα σου έχω περιγράψει, φανερώνουν μια προσπάθεια η οποία συντόνισε ακούσια την επαγγελματική κατεύθυνση μου. Από παιδί με ενδιέφερε η Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων. Αυτός ήταν και λόγος που κουβαλούσα στο σπίτι κάθε σαβούρα που έβρισκα στις οικοδομές, προκειμένου να διακοσμήσω το δωμάτιο μου και να ζωγραφίζω με γραμμικά σχέδια τους τοίχους μου και τους τοίχους φίλων. Όμως, σε αυτό το σημείο τερμάτισε και το όνειρο μου, διότι η μουσική με ακολουθούσε συνεχώς από την κούνια. Στα τέλη της δεκαετίας των '60, έκανα καθημερινή παρέα με τον Αλέξανδρο Κορέση. Η μητέρα του, η οποία ασχολείτο με το εμπόριο, ταξίδευε κάθε δυο μήνες στην Αμερική προκειμένου να εισάγει casual ρουχισμό για το κατάστημα Alexander, της οδού Ακαδημίας. Σε κάθε ταξίδι της επιστροφής τους, μαζί με το εμπόρευμα, ερχόταν κι ένα ξυλοκιβώτιο το οποίο περιείχε δίσκους βινυλίου που διάλεγε ο Αλέξανδρος. Μετά το σχολείο, κάθε απόγευμα ακούγαμε δίσκους, δίσκους, δίσκους. Για τρία χρόνια είχα σταματήσει να πηγαίνω στα γνωστά Αθηναϊκά δισκάδικα επειδή κάθε νέα κυκλοφορία δίσκου υπήρχε στη συλλογή του Αλέξανδρου. Τέτοιου επιπέδου ενημέρωση στις καινούργιες παραγωγές ηχογραφημάτων δεν νομίζω ότι, μπορούσε να στην προσφέρει άλλος στην Ελλάδα. Η συλλογή του κάλυπτε όλες τις καινούργιες παραγωγές από Jazz, Soul, Pop, κι ένα πολύ μεγάλο μέρος απ' όλο τα φάσμα της Rock. Εκείνη την περίοδο, αρχές '70, συναντώ τον Γιώργο Παπαστεφάνου, τον οποίο γνώριζε η μητέρα μου από το Ε.Ι.Ρ και, μεταξύ άλλων, τον ρώτησα γιατί η Δημόσια ραδιοφωνία δεν έχει στο πρόγραμμα της μουσικές εκπομπές οι οποίες να παρουσιάζουν τα νέα ρεύματα της εποχής, πέρα από τα διαφημιστικά προγράμματα των εταιρειών δίσκων. Μου εξήγησε ότι εμπόδιο στεκόταν η λογοκρισία η οποία ήθελε να έχει και τον έλεγχο στα μουσικά προγράμματα. Ωστόσο και μέσα από την συζήτηση μας, κατάλαβε την εμμονή που είχα με την νέα παραγωγή του ξένου ρεπερτορίου κι εκεί έκλεισαν οι κουβέντες της πρώτης συζήτησης μας.
Οι πρώτοι δίσκοι που αγόρασα ήταν τα άλμπουμ: Frank Zappa «200 Motels», Electric Prunes «Undreground» και Beatles «White album».

-Μπήκες δηλαδή στα βαθιά από την αρχή!


 


«Ναι, χάρις στον Αλέξανδρο και στο επίπεδο ενημέρωσης του, το οποίο ξεπερνούσε τα όρια του χομπίστα! Πιο πριν η ενημέρωση μου γινόταν πότε από τον Τάσο Φαληρέα και πότε από τον αδελφό του, τον Γρηγόρη στο Pop Eleven. Όσον αφορά την Jazz, καλή ενημέρωση είχα από τον Δημήτρη Θεμελή που είχε τον «Κύκλο» στο Σύνταγμα».

-Πώς ξεκίνησε το κεφάλαιο ραδιόφωνο στη ζωή σου ;
«Τον Μάρτιο του 1971, με καλεί ο Γιώργος Παπαστεφάνου για μια συνάντηση με τον Διευθυντή μουσικών προγραμμάτων, Αντώνη Λάβδα. Ο Γιώργος ήταν τότε ραδιοφωνικός παραγωγός στο Ε.Ι.Ρ.Τ (σημερινή ΕΡΤ) κι έκανε δύο εκπομπές την βδομάδα με ξένο ρεπερτόριο, αλλά τον ενδιέφερε περισσότερο η ελληνική μουσική παραγωγή ηχογραφημάτων. Τότε ήμουν 17 ετών. Στην συνάντηση μαζί τους η οποία πραγματοποιήθηκε στο γραφείο των μουσικών παραγωγών της ραδιοφωνίας της οδού Μουρούζη, δέχθηκα την πρόταση τους να αναλάβω τις δύο ωριαίες εκπομπές του Γιώργου που παρουσίαζε κάθε εβδομάδα και τον Ιούνιο της ίδια χρονιάς, με το καινούργιο πρόγραμμα ξεκινώ υπογράφοντας την πρώτη σύμβαση μου με την Δημόσια Ραδιοφωνία. Ήταν μια περίοδος κατά την οποίαν ακόμη κι η δισκογραφία περνούσε από λογοκρισία, όπως και η ειδησεογραφία. Η σύνταξη των δελτίων ειδήσεων δεν γινόταν μέσα στις εγκαταστάσεις του ΕΙΡΤ. Από τα γραφεία της Προεδρίας στην οδό Ζαλοκώστα έφερναν οι κλητήρες τα κείμενα των δελτίων ειδήσεων έτοιμα, με σφραγίδες οι οποίες επιβεβαίωναν ότι ελέγχθηκαν από την επιτροπή λογοκρισίας. Στη συνέχεια, παρέδιδαν τα δελτία στους εκφωνητές προκειμένου να τα μεταδώσουν. Τα πάντα ήταν σε λογοκρισία. Το περίεργο είναι ότι λαμβάναμε και απαγορεύσεις για μεταδόσεις ηχογραφημάτων ξένου ρεπερτορίου τα οποία ο αμερικανικός ραδιοσταθμός στη βάση του Ελληνικού, μετέδιδε ανελλιπώς! Χαρακτηριστικό του κλίματος της εποχής ήταν, όταν ο, τότε, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Ιερώνυμος, έστειλε επιστολή, στον Γενικό Διευθυντή Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, με την οποία ζητούσε την απόλυση μου επειδή τόλμησα να παρουσιάσω ολόκληρο αφιέρωμα στο άλμπουμ Jesus Christ Superstar του Andrew Lloyd Webber.  Από τότε, πριν από κάθε εκπομπή, έπρεπε να δηλώνω τα κομμάτια που προγραμμάτιζα, προκειμένου να περάσουν από την επιτροπή.

-Αυτή ήταν η θρυλική εκπομπή σου «Studio 344»;



«Όχι. Διατήρησα τον τίτλο «Μουσική Για Νέους» που είχε δώσει ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Το «Studio 344» ξεκίνησε επί Σοφίας Μιχαλίτση. Για μένα ήταν η καλύτερη περίοδος επειδή από την περίοδο της Χούντας και τις απαγορεύσεις, περάσαμε στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Η Σοφία, ήταν παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος της Ραδιοφωνίας και όταν ανέλαβε την Διεύθυνση του Δευτέρου Προγράμματος τόλμησε τα μεγάλα ανοίγματα που χρειαζόταν το ραδιόφωνο. Επί των ημερών της ξεκίνησαν οι απευθείας μεταδόσεις εκπομπών από το στούντιο OnAir, μειώνοντας δραστικά τις ηχογραφημένες εκπομπές. Αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχε περιορισμός και μπορούσες να παίξεις οτιδήποτε, υπό την προϋπόθεση ότι ακολουθούσες τη χαραγμένη φιλοσοφία η οποία οριζόταν από το πρόγραμμα του ραδιοσταθμού. Βέβαια, ήμασταν ακόμα συγκρατημένοι επειδή δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε το πως θα μας αντιμετώπιζε η διάδοχη πολιτική κατάσταση. Η χαλάρωση έγινε σε όλους συνειδητή, σιγά – σιγά. Αξίζει να επισημάνω ότι, πριν αναλάβει η Σοφία Μιχαλίτση τα ινία του Δευτέρου προγράμματος, υπήρχε απαγόρευση για την μετάδοση τραγουδιών λαϊκού ρεπερτορίου. Το παράδοξο ήταν ότι, για το στρατοκρατούμενο ραδιόφωνο της ΥΕΝΕΔ, τέτοιου είδους απαγόρευση δεν ίσχυε. Εν πάση περιπτώσει, ο σχεδιασμός για τις εκπομπές του Δευτέρου Προγράμματος προχωρούσε μέχρι που έγινε το μεγάλο άνοιγμα τόσο στην ελληνική παραγωγή όσο και στου ξένου ρεπερτορίου. Το Studio 344 ήταν ο ραδιοθάλαμος του τρίτου ορόφου απ’ τον οποίο ξεκίνησαν να παράγονται και να μεταδίδονται οι εκπομπές απ' ευθείας, το 1975».

-Τι μουσική έπαιζες στην εκπομπή σου;

«Τα πρώτα χρόνια, από Isaak Hayes και Aretha Franklin, μέχρι Billy Cobham, Airto, Deodato, Ron Carter, Herbie Hancock κ.α. Και, από King Crimson, Mountain, Grateful Dead, MC5, Black Sabbath, Pink Floyd και Beatles, έως Frank Zappa, Return To Forever, Weather Report, Soft Machine, Passport. Επειδή η Δημόσια ραδιοφωνία μονοπωλούσε στα ερτζιανά, οι επιλογές μας δεν ήταν αυστηρά οριοθετημένες σε μουσικά είδη. Άρα ήμασταν ανοικτοί ώστε να ακολουθούμε τις τάσεις της μουσικής βιομηχανίας. Η υποχρέωση που είχα, βάσει του προγράμματος, ήταν να επιλέγω μέσα από της νέες κυκλοφορίες των ηχογραφημάτων».

-Πώς ενημερωνόσουν για τον Τοπ  10;
«Για το Top10 δεν αντιμετώπιζα δυσκολία, επειδή είχαμε συνεννοηθεί με το μορφωτικό τμήμα της Αμερικανικής πρεσβείας να μας στέλνουν σε μαγνητοταινίες ήχου τα τραγούδια  που κυκλοφορούσαν στην Αμερικανική αγορά, από τα προγράμματα της Voice Of America (VOA). Η δυσκολία μας ήταν στην πρόσβαση για κάθε πληροφορία που αφορούσε τα διεθνή μουσικά δρώμενα. Στην αρχή ζητήσαμε να γίνουμε συνδρομητές στα περιοδικά: New Musical Express, Melody Maker, Cashbox, Billboard, Gramophone, Music Week, Rolling Stone κ.α. Κάποιες φορές, όταν έληγαν οι συνδρομές, τα αγοράζαμε εμείς».

-Υπήρχε επικοινωνία με το ακροατήριο;

«Τηλεφωνικώς δεν υπήρχε η δυνατότητα για απ' ευθείας γραμμή μέσα στο Studio. Όλες οι γραμμές περνούσαν μέσα από το τηλεφωνικό κέντρο και θα ήταν πολύ δύσκολο για την τηλεφωνήτρια βάρδιας να διεκπεραιώσει, εκτός από τις τηλεφωνικές ανάγκες ενός ολόκληρου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού και τις τηλεφωνικές κλήσεις των ακροατών που εμείς θα προκαλούσαμε.  Δίναμε τη ταχυδρομική διεύθυνση και μας έστελναν γράμματα. Οι περισσότεροι μιλούσαν για το ρεπερτόριο που ήθελαν να ακούσουν, σε επανάληψη. Με τον καιρό καθιερώσαμε και μια εκπομπή αποκλειστικά αφιερωμένη στις μουσικές επιλογές των ακροατών».

-Και πότε πήρες εικόνα της ακροαματικότητας του Studio 344 ;
«Όταν ξαφνικά άρχισαν να στοιβάζονται τα γράμματα σε χαρτοκιβώτια και να έρχονται κάθε μέρα τεράστια πακέτα! Πού να τα διαβάσεις όλα;
Κάποια μέρα, ο Γιώργος ο Μητρόπουλος, μου λέει: «Τι θα κάνουμε με αυτές τις κούτες που έχεις μαζέψει εδώ; Θα μας φάνε τα ποντίκια.»

-Τι ώρες ήταν η εκπομπή ;

«Στη 1:30 με 2:30 το μεσημέρι. Μεταδιδόταν ακριβώς την ώρα που σχολούσαν τα σχολεία. Οι περισσότεροι ακροατές τότε ήταν μαθητές γυμνασίου, λυκείου και φοιτητές. Ήταν αυτοί που μεγαλώσαμε μαζί τους!».

-Σήμερα πώς είναι το ραδιόφωνο;

«Πριν αρχίσουμε να το αναλύουμε, θα ήθελα να σου πω ποιοι ραδιοσταθμοί θεωρώ ότι αποτελούν ορόσημο, από την μεταπολίτευση έως σήμερα:

α) Η περίοδος του Τρίτου Προγράμματος, επί Μάνου Χατζιδάκι.
β) Η περίοδος του Δευτέρου Προγράμματος επί Σοφίας Μιχαλίτση.
γ) Η περίοδος του Αθήνα 9.84 FM επί Γιάννη Τζαννετάκου και
δ) H περίοδος του Jazz FM επί Κώστα Γιαννουλόπουλου

Αφού, λοιπόν, φτάσαμε στο σημείο να έχουμε στην Ελλάδα 1.300 και, ραδιοφωνικούς σταθμούς, δεν ξέρω πόσοι έχουν μείνει στην επταετία της οικονομικής ύφεσης, καταφέραμε να ακούμε ένα ίδιο πράγμα. Δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω; Στους περισσότερους ραδιοσταθμούς αναπαράγεται ένα track list, με ρεπερτόριο 3.000 τίτλων το οποίο επαναλαμβάνεται σε μορφή random. Όταν στην ημερήσια μετάδοση πρέπει να ακουστούν 300 με 400 διαφορετικά τραγούδια non stop, πως είναι δυνατόν να έχεις στη βάσει δεδομένων μόνο 3000 τίτλους; Πόσες φορές θα επαναλάβεις τον κατάλογο σου; Το play list δεν μπορείς να το πεις ραδιόφωνο. Το ραδιόφωνο ξέφυγε εντελώς από το ρόλο του με ευθύνη της πολιτείας.
Θα πρέπει, λοιπόν, όλοι μας να καταλάβουμε ότι το μοναδικό μέσο που μπορεί να στηρίξει τη μουσική δημιουργία, είναι το ραδιόφωνο! Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας κόσμος ο οποίος βρίσκεται σε αναμονή επειδή δεν υπάρχουν τα μέσα να προβληθεί το μουσικό έργο τους. Αυτό το κενό πρέπει οπωσδήποτε να το καλύψει άμεσα το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΣΡ), γιατί αν στρώσει η κατάσταση στα μουσικά ραδιόφωνα θα μπορέσουν και οι μουσικές παραγωγές να μπουν σε μια διαδικασία κινητοποίησης που θα ωφελήσει πολλούς τομείς. Μέρος της ζητούμενης ανάπτυξης είναι και αυτό».

-Πόσο κράτησε η εκπομπή σου Στούντιο 344 ;

«Έως τα μέσα του 1987, ενώ παράλληλα δουλεύαμε με μια ομάδα τον σχεδιασμό του πρώτου μη κρατικού ραδιοσταθμού. Του Αθήνα 9.84FM. Οι ζυμώσεις για την προετοιμασία του ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του ’86 και τον Μάιο του ’87 βγήκαμε στον αέρα. Όταν ξεκίνησε η εκπομπή μου δεν είχε τίτλο. Μια μέρα μας ειδοποίησαν ότι έχουν βάλει βόμβα στον σταθμό  και μας είπαν να βγούμε έξω. Εγώ αρνήθηκα να βγω, διότι ο φαρσέρ μου έδωσε την ιδέα για τον τίτλο: Μπουμ στον Αέρα!».

-Με τι συνθήκες έφυγες από την ΕΡΤ ;

 


«Έπρεπε να διαλέξω, δεν γινόταν να είμαι και στα δύο. Κι εγώ διάλεξα τον Αθήνα 9.84 γιατί ήταν κάτι που πίστευα ότι μπορούσε να προχωρήσει σύμφωνα με μια φιλοσοφία που είχαμε χαράξει τότε. Η ιστορία του Αθήνα 9.84 τουλάχιστον με μας, κράτησε περίπου δυόμιση χρόνια, αφήνοντας στο ταμείο του δήμου της Αθήνας 2.5 δισ. δραχμές από έσοδα διαφημίσεων και φύγαμε. Κάποιοι από εκείνη την ομάδα πήγανε στον Flash κι εγώ το ’91 επέστρεψα στην ΕΡΤ μέχρι τον Οκτώβριο του 2001. Το διάστημα αυτό έκανα εκπομπές στο Τέταρτο Πρόγραμμα γιατί είχε γίνει ενιαίος φορές πια, η ΥΕΝΕΔ με την ΕΡΤ. Το 1996 που έγινα σύμβουλος γενικής διεύθυνσης επί Γιάννη Τζανετάκου ανέλαβα και το ψυχαγωγικό τομέα του Τετάρτου Προγράμματος, το οποίο τότε αποφασίσαμε να μετονομασθεί σε ΕΡΑ Σπορ και οι εκπομπές που ήταν γενικής ενημέρωσης να γίνουν ειδικές εκπομπές αθλητικού περιεχομένου, ειδήσεις αθλητικές, πεντάλεπτα ανά ώρα και μέσα στις ενημερωτικές αθλητικές εκπομπές μπήκαν και οι ψυχαγωγικές ελληνικού ρεπερτορίου. Κάναμε ένα πολυσυλλεκτικό μουσικό πρόγραμμα μέσα στο πρόγραμμα της ΕΡΑ Σπορ και παρατηρήσαμε ότι μέσα σε 8 μήνες η ακροαματικότητα είχε πάρει την άνοδο και είχε φθάσει στο 7,5 % το ’97. Υπήρχαν πια οι μετρήσεις, από την Focus. Για πρώτη φορά τότε, είχαν ανέβει και τα διαφημιστικά έσοδα στην δημόσια ραδιοφωνία που δεν τα είχε ξαναδεί. Ήταν η πρώτη φορά που ένα δημόσιο μέσο χτύπησε τον ιδιωτικό τομέα».

-Σήμερα πώς βλέπεις την ΕΡΤ ;
«Θα πρέπει να σταματήσουν να στηρίζονται στο ένδοξο παρελθόν της. Να σκεφτούν και να αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν τους ραδιοσταθμούς της. Αυτή τη περίοδο δεν υπάρχει καλλιτεχνικό προσωπικό για να παράξει μουσικά προγράμματα. Η καταστροφή της Ε.Ρ.Τ ξεκίνησε μετά το 1985, την περίοδο εφαρμογής του ενιαίου φορέα με τη σταδιακή κατάργηση των εξειδικευμένων τμημάτων στη παραγωγή προγράμματος, της Ραδιοφωνίας και της Τηλεόρασης, ενώ, παράλληλα και για λόγους ψηφοθηρικούς απλωνόταν σιγά- σιγά ένας αριθμός εργαζομένων στις διοικητικές – οικονομικές υπηρεσίες από νέες προσλήψεις. Μετά το «Μαύρο» τα προγράμματα γονάτισαν επειδή πολλοί συνταξιοδοτήθηκαν. Δεν υπάρχει καλλιτεχνικό προσωπικό προκειμένου να καλυφθούν οι βασικές ανάγκες του Τρίτου, του Δευτέρου Προγράμματος, του Κόσμος, της Φωνής της Ελλάδας και των Περιφερειακών ραδιοσταθμών. Για κάθε ραδιοσταθμό πρέπει να γίνουν προσλήψεις για έναν αριθμό τακτικού προσωπικού που θα καλύπτει το 70% των αναγκών του καθημερινού προγράμματος και το υπόλοιπο 30% από εξωτερικούς συνεργάτες. Δεν μπορείς να σχεδιάσεις το πρόγραμμα ενός ραδιοσταθμού ανατρέποντας αυτές τις αναλογίες διότι, ανά πάσα στιγμή, κινδυνεύεις να κρεμάσεις τον κύριο κορμό του προγράμματος σου, σε περιόδους κανονικών αδειών ή από πιθανή καθυστέρηση ανανέωσης των συμβάσεων των εξωτερικών συνεργατών. Για όσα συμβαίνουν τώρα στην ΕΡΤ, οι μόνοι που δεν φταίνε είναι οι εργαζόμενοι της».

-Γι’ αυτό ίσως δεν έχει ανακτήσει ακόμη τις όποιες ακροαματικότητες είχε πριν πέσει το μαύρο στην ΕΡΤ…

«Ούτε και σε αυτό φταίνε οι εργαζόμενοι της. Όσα δεινά γνώρισε η ΕΡΤ, προήλθαν αποκλειστικά από την κακοδιοίκηση της κι από τις κομματικές παρεμβάσεις. Να σου πω κάτι: Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να παρουσιάζει ακροαματικότητες, ωστόσο δεν μπορεί να είναι υπερήφανος γι’ αυτό που βγαίνει στο αέρα. Δεν είναι μόνο οι ακροαματικότητες που μετράνε. Χαράζεις μια φιλοσοφία γνωρίζοντας πάνω κάτω ποιες είναι οι ανάγκες του ακροατηρίου. Ο ακροατής δεν σου επιβάλει την άποψή του, εσύ προσπαθείς να του δώσεις ερεθίσματα που ίσως δεν γνωρίζει. Οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι. Ο παραγωγός είναι ο πομπός κι ο ακρατής ο δέκτης»

-Η σχέση σου με το Γιάννη Πετρίδη πώς ήταν την περίοδο που ήσουν στην ΕΡΤ;

«Είχαμε κι έχουμε πάρα πολύ καλές σχέσεις. Στο παρελθόν ανταλλάσσαμε και ρεπερτόριο. Αλλά, όταν αναφέρεται το όνομα του Γιάννη, συνηθίζω να αναφέρω και το όνομα του στενού συνεργάτη του Κώστα Ζουγρή, τον οποίον αποκαλώ Data Bank του Πετρίδη».

-Τελικά ποιους καλύπτει το ραδιόφωνο ;

«Το ραδιόφωνο είναι το μόνο μέσο που στηρίζει, όπως είπα, την μουσική δημιουργία. Άρα καλύπτει την ανάγκη μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Από την πλευρά των ακροατών τώρα, παραμένει ως ένα μέσο συντροφιάς για μοναχικούς, για εκείνους τους επαγγελματίες που ταξιδεύουν αλλά και αυτούς που κινούνται με το Ι.Χ τους. Από την άλλη, όμως, επειδή δεν έχουμε μετρήσεις αυτής της κύριας ομάδας των ακροατών, δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι έρχονται στα χέρια μας σωστά αποτελέσματα από τα δείγματα των δημοσκοπήσεων. Αν λοιπόν ξέρουμε πολύ καλά το χειρισμό του μέσου μπορούμε να σχεδιάζουμε χωρίς τη συμβολή κάποιων ερευνών. Τα μεγάλα άλματα έγιναν επειδή δεν χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από μια τυποποιημένη διαδικασία».

-Πώς οδηγήθηκε το ραδιόφωνο στο play list ;

«Αυτό μόνο οι ιδιοκτήτες τους μπορούν να μας απαντήσουν και να μας πουν τι προσδοκούν μέσα από ένα τέτοιο μέσο. Το play list πρέπει να απαγορευθεί από το ΕΣΡ (Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο) γιατί απλά δεν είναι ραδιόφωνο». 

-Η οικονομική κρίση έβλαψε το ραδιόφωνο ;

«Η οικονομική κρίση βρήκε ήδη ταπεινωμένο το μέσο από τους ιδιοκτήτες του. Συμπαρασύρθηκε από την πτώση της μουσικής βιομηχανίας επειδή δημιούργησαν μεταξύ τους δεσμούς αλληλεξάρτησης. Όμως αν το εξετάσεις τα προβλήματα τους δεν συγκλίνουν. Έχουν διαφορετικές αιτίες και  διαφορετικές πηγές».

-Για τους μουσικούς απολογισμούς στο τέλος κάθε χρονιάς, όπως τώρα, τι λες ;

«Είναι ένας τρόπος να αποκτήσουν τα προγράμματα έναν εορταστικό χαρακτήρα. Όμως σε εμένα, πλέον, δεν μου λέει κάτι. Ως ιδέα τη βρίσκω  αρκετά πεπαλαιωμένη. Κάπου μου μοιάζει ως ένα μνημόσυνο των ημερών για την κάθε χρονιά που φεύγει».

-Ποιους μουσικούς ή συγκροτήματα ξεχωρίζεις ;

«Είμαι θαυμαστής του Frank Zappa. Κολλημένος. Τον θεωρώ σπουδαίο για πολλά πράγματα. Για μένα ήταν αυτός που σεβόταν με ευλάβεια το χώρο της Ροκ μουσικής σκηνής. Μας έφυγε πολύ νέος…».

-Καλούσες ξένους μουσικούς και γενικότερα καλλιτέχνες στις εκπομπές σου ;

«Δεν ήταν καλά τα αγγλικά μου, οπότε είχα ένα θεματάκι. Τους περισσότερους ξένους καλλιτέχνες τους γνώρισα την περίοδο του Αθήνα 9.84. Οι πρώτοι που συνάντησα ήταν ο Harry Belafonte, ο Christopher Lee, o Lemmy…»

-Ο Lemmy ; Τι τύπος ήταν ;
«Χαλαρός και ωραίος. Πήγαινες άνετα μαζί του για ένα τσιπουράκι και μετά μπορούσες να χτυπιέσαι μαζί του στην σκηνή.
Στις συνεντεύξεις με καλλιτέχνες του εξωτερικού, στέλναμε γραπτώς τις ερωτήσεις κι εκείνοι μας έστελναν τις απαντήσεις ηχογραφημένες σε ταινίες. Τέτοιου τύπου συνεντεύξεις έγιναν με την Tina Turner, τον Frank Zappa, τον Joe Cocker, τον Steve Winwood και πολλούς άλλους».

 -O Zappa σου είπε τίποτα περίεργο ;

«Ήταν η περίοδος που είχε κυκλοφορήσει το Sheik Yerbouti. Κι από ότι κατάλαβα, στη συνέντευξη φάνηκε πως ούτε τους παραγωγούς του ραδιοφώνου πολυγούσταρε. Είχε πει το εξής: «Εσείς οι παραγωγοί του ραδιοφώνου μοιάζετε με τους βασιλιάδες εκείνους που όταν παράγγελναν τραγούδια στους μουσουργούς και δεν τους άρεσαν, τους παίρνανε το κεφάλι».  

-Ποια είναι η σχέση με την μουσική σήμερα ;
«Γενικώς ακούω. Κάποτε η ακρόαση γινόταν με μεγάλη πίεση χρόνου γιατί έπρεπε να ακούσω πολλά κομμάτια. Τώρα μπορώ και ακούω με την άνεσή μου και να τα απολαμβάνω ως ακροατής. Αυτό που βλέπω ότι έχει αδικηθεί ως είδος, αν και έχουν γίνει τρομερά βήματα, είναι η ελληνική παραδοσιακή μουσική. Είναι ένα κομμάτι το οποίο ουδέποτε οργανώθηκε μαζικά στον τόπο μας».

-Ενώ έχεις αναγνωρίσιμη φωνή, πολλοί μπορεί να μην σε αναγνωρίσουν στο δρόμο. Ακόμη και στη σελίδα σου στο facebook δεν έχεις ούτε μία φωτογραφία σου. Τι λες γι’ αυτό ;

«Το ραδιόφωνο αφήνει τη φαντασία των ακροατών ελεύθερη να πλάσουν εκείνοι την εικόνα των ανθρώπων μέσα από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί η κάθε εκπομπή. Πολλοί είχαν μια συγκεκριμένη εικόνα. Ο καθένας διαφορετική, βέβαια. Ήθελα λοιπόν να μείνει έτσι, όπως την είχαν διαμορφώσει οι ίδιοι. Γι’ αυτό απέφευγα όλα αυτά τα χρόνια τις φωτογραφίες. Είπα δεν χρειάζεται».

-Ποιες άλλες φωνές θαύμασες εσύ ;
«Σε επίπεδο ραδιοφώνου μου άρεσαν οι φωνές της Τόνιας Καράλη, του Γιώργου Παπαστεφάνου, του Αλέξη Κωστάλα. Από άλλους χώρους μου άρεσαν οι φωνές του Christopher Lee, του Alan Rickman και του Wolfman Jack».

-Οι άνθρωποι που μπαίνουν βαθιά στην μουσική έχουν πολλές φορές αυτοκαταστροφικές τάσεις. Πέρασες ποτέ τέτοια φάση ;

«Όχι γιατί μονίμως ήμουν «φτιαγμένος» με τη φαντασία μου. Η εφηβεία μου ήταν μέσα στην περίοδο της ψυχεδελικής μουσικής. Δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσω κάποιο «μεταφορικό» μέσο για να φανταστώ μια άλλη διάσταση. Άκουγα τους ήχους που τρύπαγαν τον εγκέφαλο, έκλεινα τα μάτια κι έφευγα τελείως. Ξαφνικά ερχόταν κάποιος να με ταρακουνήσει, για να μου πει: εεε... καλά είσαι; Ακόμη και την παραίσθηση μπορείς να τη δημιουργήσεις με τη φαντασία σου».

-Δραστηριοποιείσαι στο χώρο του πολιτιστικού περιεχομένου στο διαδίκτυο με το site σου ArtXPress.gr. Πώς βλέπεις το χώρο των Social Media;

«Εκεί που ήταν πολύ περιορισμένη η πληροφορία ξαφνικά συναντήσαμε έναν κόσμο ο οποίος από τη μια πλευρά δείχνει ότι συμπεριφέρεται κανονικά κι από την άλλη ότι είναι διαταραγμένος. Ας θυμηθούμε τι γινόταν στα καφενεία; Τσακωμοί, καρεκλιές, έντονες ομιλίες για τα πολιτικά, για τα οικογενειακά και κουτσομπολιά. Μικρές ομαδούλες μέσα σε ένα χώρο, όπου ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στα social media. Απλώς, μεγάλωσε η συμμετοχή. Βλέπεις την συμπεριφορά των ανθρώπων και μιας κοινωνίας. Για μένα το πρόβλημα είναι ότι έχουμε μαντρώσει την οργή στα S.M.»

-Είναι μύθος ότι τα sites μπορούν να επιβιώσουν με διαφημίσεις ;

«Είναι δύσκολο μέσα από αυτή την παγκόσμια κρίση να καταλάβεις προς τα που κατευθύνεται η κατάσταση..

-Πώς δραστηριοποιείσαι σήμερα ;

 


«Εδώ και αρκετά χρόνια ασχολούμαι με τη διαχείριση περιεχομένου ιστιοσελίδων, e-shops, πρότζεκτ για μουσεία και άλλα. Μόλις κατάλαβα ότι το ραδιόφωνο δεν μπορούσε να λειτουργήσει όπως είχαμε μάθει άρχισα να σκέφτομαι την στροφή. Πάντα προσπαθώ να δω το επόμενο βήμα, εάν έχει προέκταση στον ίδιο χώρο ή πρέπει να αλλάξω ρότα. Αυτό με έχει σώσει πολλές φορές τελικά».

 -Θυμάσαι με ποιο κομμάτι ξεκίνησε την πρώτη εκπομπή ;

«Δεν θυμάμαι το πρώτο κομμάτι, αλλά θυμάμαι ποια κομμάτια ήταν ανάμεσα στην πρώτη μου εκπομπή. Το Hold On I’m Coming με τους Sam and Davis, κάποια 45άρια της Stax και καθώς το ημίωρο ήταν μοιρασμένο στη soul και στη rock, Το Songs For A Tailor του Jack Bruce, King Crimson, Led Zeppelin…».

-Ποδόσφαιρο παρακολουθείς ;

«Είναι το άθλημα που δεν με ενδιαφέρει. Περισσότερο μπάσκετ βλέπω καθώς κάποτε έπαιζα στον Εθνικό. Στα τσικό. Δεν υποστηρίζω κάποια ομάδα, με ενδιαφέρει το άθλημα, όχι να είμαι στη θέση του φανατισμένου. Έπαιζα και βόλεϊ στο Εθνικό. Για λίγο έτσι.»

-Σε ευχαριστώ πολύ ! Καλή Χρονιά !


"Επίσης ! Καλή Χρονιά !"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου